Πλούσιοι και φτωχοί της Ευρωλίγκα
Οι οικονομικές ανισότητες αποτελούν φαινόμενο που το βιώνει πλέον κάθε μεγάλη αθλητική διοργάνωση (σε επίπεδο συλλόγων) ανά τον κόσμο. Το φαινόμενο γίνεται ακόμα πιο έντονο σε διοργανώσεις όπως η Ευρωλίγκα, της οποίας η διοίκηση δεν έχει κατορθώσει ακόμα να εξασφαλίσει κάποια στάνταρ έσοδα για τα μέλη της παλεύοντας να προσελκύσει τους μεγάλους χορηγούς που προς το παρόν δεν συγκινούνται.
Aναπόφευκτα, η οικονομική ψαλίδα ανοίγει, το επίπεδο του ανταγωνισμού αντί να αυξάνεται, μειώνεται και το στοιχείο του απρόβλεπτου περιορίζεται. Στη φετινή Ευρωλίγκα, υπάρχουν ομάδες που ξόδεψαν τεράστια ποσά για να ενισχυθούν και άλλες που μέτρησαν ακόμα και το τελευταίο ευρώ για να μη βγουν εκτός προϋπολογισμού. Η Ζαλγκίρις, δε, βρέθηκε ένα βήμα πριν από τη χρεωκοπία κα μόλις την προηγούμενη Πέμπτη εξασφάλισε ένα νέο δάνειο από λιθουανική τράπεζα για να μπορέσει να ορθοποδήσει.
Με δεδομένο ότι στην Ευρωλίγκα δεν υφίσταται ο μηχανισμός της οικονομικής εξισορρόπησης που ισχύει στο ΝΒΑ (σάλαρι καπ), ο κάθε σύλλογος όχι μόνο ξοδεύει το ποσό που επιθυμεί αλλά αδιαφορεί για το αν η επένδυση αυτή βγει (κοινώς αν θα πάρουν τα χρήματά τους πίσω). Πιο κλασικό παράδειγμα από αυτό των δύο ελληνικών κολοσσών, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, δεν πρόκειται να βρούμε πουθενά. Ουδείς πιστεύει ότι τα 27 εκατομμύρια των αδελφών Γιαννακόπουλου και τα 35 εκατομμύρια των αδελφών Αγγελόπουλου θα μπουν ξανά στις τσέπες τους. Η τρέλα (και, ας μην κρυβόμαστε, η δίψα για προβολή) κάποιων παραγόντων συντηρεί ακόμα και την κορυφαία ευρωπαϊκή διασυλλογική διοργάνωση του μπάσκετ.
Ολυμπιακός 35 εκατομμύρια ευρώ
Τσιμπόνα: 1,5 εκατομμύριο ευρώ
Παναθηναϊκός: 27 εκατομμύρια ευρώ
Ζαλγκίρις: Στα όρια της χρεωκοπίας
TΣΣΚΑ: 25 εκατομμύρια ευρώ
Παρτιζάν: 1,5 εκατομμύριο ευρώ
Παρατηρώντας κανείς τις ομάδες ανά όμιλο, θα διαπιστώσει ότι η Ευρωλίγκα χωρίζεται σε (πολύ) πλούσιους και φτωχούς συλλόγους. Ο οικονομικά εύρωστος Παναθηναϊκός θα διασταυρώσει τα ξίφη του στην πρεμιέρα με τη Ζαλγκίρις της οποίας οι παίκτες μέχρι και πριν από μία εβδομάδα παρέμεναν απλήρωτοι. Ο Ολυμπιακός στον δικό του όμιλο θα βρεθεί αντιμέτωπος με την Τσιμπόνα, μία ομάδα που έχει μόλις δύο ξένους (Αμερικανούς) και δείχνει να έχει ένα πολύ σφιχτό μπάτζετ για να καταφέρει να ορθοποδήσει. Η ΤΣΣΚΑ, που φέτος λίγο έλειψε να κάνει το κόλπο γκρόσο με την απόκτηση του Μπεν Γκόρντον, βρέθηκε στον ίδιο όμιλο με την Παρτίζαν η οποία δεν διστάζει να πουλάει τον κάθε καλό παίκτη της για να βρίσκει τα απαραίτητα έσοδα έτσι ώστε να διατηρείται στο χάρτη.
Γι’ αυτό ίσως (παρά τα αντιθέτως λεγόμενα των τελευταίων μηνών) τα μεγάλα και αδιαφιλονίκητα φαβορί για την πρόκριση στο φάιναλ φορ του Βερολίνου δεν είναι παραπάνω από τρία. Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά ότι άλλος σύλλογος, πλην των ΤΣΣΚΑ, Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού, θα βρεθεί σίγουρα στη γιορτή της γερμανικής πρωτεύουσας; Μπορεί κανείς να μιλήσει για την αγωνιστική αξιοπιστία της Ταού, την πληρότητα της Σιένα, τη μεγάλη παράδοση της Μακάμπι, ωστόσο ουδεμία από αυτές τις τρεις ομάδες έχει τσεκάρει ήδη το διαβατήριο για Γερμανία. Βεβαίως, ο αντίλογος λέει ότι πέρυσι ο Παναθηναϊκός παρουσιαζόταν ως το μεγάλο φαβορί και έμεινε από καύσιμα στη φάση των 16.
Η αλήθεια είναι όμως ότι η ιστορία του Δαυίδ και του Γολιάθ δεν μπορεί να βρίσκει συνέχεια εφαρμογές στο χώρο του ευρωπαϊκού μπάσκετ, διότι η λίγκα έχει αποφασίσει ότι πάνω από την ανταγωνιστικότητα του προϊόντος που προσφέρει βρίσκεται το βραχυπρόθεσμο οικονομικό όφελος και οι καλές σχέσεις με τους ισχυρούς. Χωρίς έναν κεντρικό σχεδιασμό που θα εξασφαλίζει πόρους στους μικρούς παίκτες και χωρίς εφαρμογή αυστηρών κριτηρίων για τη συμμετοχή των ομάδων στη διοργάνωση, οι εκπλήξεις θα σπανίζουν. Οσο δυνατά και αν ρίξει την πέτρα του ο Δαυίδ, ο Γολιάθ θα έχει τον τρόπο (και την άνωθεν προστασία) να αντιμετωπίζει το κίνδυνο.