Μαραντόνα γιατί…
Οι "Κόντρες" του Contra.gr ανέδειξαν νικητή τον Μαραντόνα έναντι του Πελέ. Ο Θέμης Καίσαρης "ακτινογραφεί" το τελικό αποτέλεσμα και εξηγεί γιατί Μαραντόνα και όχι Πελέ.
Καταλληλότεροι να μιλήσουν για τον Πελέ είναι αυτοί που τον είδαν να παίζει. Οι εικόνες που έχω απ’αυτόν είναι χάρις στις τρεις βιντεοκασέτες που μου είχε φέρει ο φάδερ, όταν ακόμα πήγαινα δημοτικό: μία με τις σημαντικότερες στιγμές όλων των Μουντιάλ, μία μόνο για την Βραζιλία του 1970 και μία για τον Πελέ.
Προφανώς κι ο Πελέ ήταν κλάση που παρόμοια της δεν είχε δει ποτέ ο πλανήτης, αυτό δεν αμφισβητείται. Παρόλα αυτά, ακόμα κι αυτοί που τον είδαν να μαγεύει, τον είδαν μόνο στα Παγκόσμια Κύπελλα, ως κομμάτι της Βραζιλίας, ως μέλος μιας ομάδας που το ταλέντο περίσσευε. Δεν αγωνίστηκε ποτέ στην Ευρώπη κι αυτό είναι χειρότερο κι απ’το γεγονός πως ο Έλβις έδωσε συναυλίες μόνο στις ΗΠΑ και τον Καναδά.
Τον Μαραντόνα τον έζησα. Στα εννιά ήμουν όταν κατάφερε μέσα σε ένα ημίχρονο να βάλει τα δύο πιο διάσημα γκολ όλων των εποχών. Τον είδα να μεγαλουργεί, να ανεβαίνει, να πέφτει, να κλαίει στον τελικό του 1990, να βάζει τα μούτρα του στην κάμερα κόντρα στην Ελλάδα το 1994. Έζησα τις χιλιάδες των Αργεντινών να προσεύχονται για μέρες και νύχτες για να γίνει καλά, όταν είχε φτάσει λίγο πριν τον θάνατο, να λένε πως “ο Θεός δεν μπορεί να πεθάνει”.
Τελικώς, δεν τον προτιμώ γι’αυτά, αλλά για την περιπέτεια που είχε με τα ναρκωτικά. Γι’αυτό που τόσα χρόνια ακούω και διαβάζω πως είναι το ψεγάδι στη ζωή του. Δεν είναι ψεγάδι τα όσα έκανε και τα όσα πέρασε. Είναι παράσημο, γιατί βγήκε νικητής, και κυρίως είναι διδαχή προς όλους για το πως μπορεί ο οποιοσδήποτε να γίνει Σημαδεμένος, να ανεβεί σαν τον Τόνι Μοντάνα, μόνο και μόνο για να αυτοκαταστραφεί.
Και τώρα πια, ο Ντιέγκο δεν είναι τα γκολ, τα τακουνάκια, οι ντρίμπλες, η αιώνια λατρεία της Αργεντινής και της Νάπολι, το χέρι, η κόκα, δεν είναι καν τα τατουάζ του Τσε και του Φιντέλ Κάστρο, με το πούρο στο στόμα σε διακοπές χλιδής. Ο Ντιέγκο είναι το βλέμμα του, όταν τραγουδάει το τραγούδι που έχει γραφτεί για εκείνον, όταν τραγουδάει για την δόξα και την κόκα, για την άνοδο και την πτώση, και ζητάει από την κόρη του να έρθει στη σκηνή κι εκείνη του αρνείται. Αυτό το παράπονο, το “έλα, μη μου λες όχι”, στο 2’25”.