Σκοπιανό: Νίκη της διπλωματίας…
Όταν η σοβαρότητα αντιπαρατίθεται με μία παράλογη αλαζονεία, τότε στην κονίστρα της διπλωματίας ο νικητής φαντάζει βέβαιος. Η Ελλάδα επέλεξε το δρόμο της ουσιώδους διπλωματίας, έχοντας κάνει το βήμα που της αναλογούσε. Η ΠΓΔΜ επέμεινε στην αδιαλλαξία και στη βεβαιότητα της αμερικανικής στήριξης.
Όταν η σοβαρότητα αντιπαρατίθεται με μία παράλογη αλαζονεία, τότε στην κονίστρα της διπλωματίας ο νικητής φαντάζει βέβαιος.Η
Ελλάδα αποφάσισε να κινηθεί με σοβαρότητα, στιβαρή επιχειρηματολογία, σχέδιο και χωρίς περιττές κραυγές. Επέλεξε το δρόμο της ουσιώδους διπλωματίας, έχοντας κάνει το βήμα που της αναλογούσε. Η
ΠΓΔΜ επέμεινε στην αδιαλλαξία και στη βεβαιότητα της αμερικανικής στήριξης. Κοινώς την πάτησε.
Η διπλωματία έχει τη δυνατότητα να πάρει πολλές μορφές, οι οποίες έχουν αποτέλεσμα ανάλογα με τη συγκυρία. Στην περίπτωση του Σκοπιανού η Ελλάδα ξεκίνησε λάθος (επί Τίτο), το πρόβλημα άρχισε να γίνεται υπαρκτό και όταν εμφανίσθηκε μπροστά της (το 1991) πήρε την κάτω βόλτα. Παρέδωσε τον ρόλο της διπλωματίας στις κραυγές και σε πατριδοκαπηλίες πολιτικών και μη.
Καλώς ή κακώς στη διεθνή σκηνή σημασία δεν έχει τόσο το πριν, αλλά το τώρα και κυρίως το μετά. Η Ελλάδα παρέμενε πεισματικά προσκολλημένη στο παρελθόν, λειτουργώντας σπασμωδικά. Η εικόνα που εξέπεμπε προς τα έξω ήταν εκείνη της σχεδόν γραφικής χώρας που εγείρει (εκείνη…) εδαφικές αξιώσεις. Κάτι που έχει μείνει ως απομεινάρι ακόμα και τώρα, αν κρίνουμε από τον τρόπο που εξακολουθούν να παρουσιάζουν το θέμα μεγάλες εφημερίδες του εξωτερικού.
Το Σκοπιανό έμοιαζε με άλυτη εξίσωση, που όλο και περισσότερο αποκτούσε νέες ακανθώδεις παραμέτρους. Στην διπλωματία για να πάρεις πρέπει να δώσεις. Το win- loose σενάριο ανήκει στο παρελθόν, ειδικά σε μία παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Πλέον συναντάμε μόνο το zero sum (που μας χαρακτήριζε) και το win-win (που ακολουθήσαμε τώρα).
Η χώρα μας αποφάσισε να κάνει το βήμα. Δέχθηκε να χρησιμοποιηθεί από τους βόρειους γείτονες ο όρος ” Μακεδονία“, με σαφή προσδιορισμό, για όλες τις χρήσεις και με τη σφραγίδα του ΟΗΕ. Αυτή ήταν και η « κόκκινη γραμμή » πριν τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Ως αντίτιμο σε έναν έντιμο και αξιοπρεπή συμβιβασμό έδινε τη συναίνεση της για ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, καθώς και στην ΕΕ στη συνέχεια. Κερδισμένοι και οι δύο. Η Αθήνα έκλεινε ένα θέμα που είχε κακοφορμίσει και με το οποίο δαπανούσε διπλωματικό κεφάλαιο χωρίς λόγο και τα Σκόπια θωράκιζαν την ύπαρξη τους.
Η χρονική και γεωπολιτική συγκυρία ήταν η ιδανική για το άνοιγμα του θέματος, καθώς η ΠΓΔΜ επιθυμούσε διακαώς να εισέλθει στη βορειοατλαντική συμμαχία κι αυτό μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για την εξεύρεση μίας κοινά αποδεκτής λύσης.
Ο ειδικός μεσολαβητής του ΟΗΕ, Μάθιου Νίμιτς, ενεργοποίησε τη διαπραγματευτική διαδικασία, πρότεινε λύσεις, πλην όμως έπεσε πάνω στο τείχος της σκοπιανής αδιαλλαξίας, η οποία λειτουργώντας με τη βεβαιότητα της αμερικανικής στήριξης υποτίθεται κέρδιζε χρόνο.
Για τους βόρειους γείτονες η ένταξη τους στο ΝΑΤΟ ισοδυναμεί με δικλείδα ασφαλείας για την συνέχιση της ύπαρξης τους. Ήδη το 1/3 της χώρας αποτελείται από αυτόπροσδιοριζομενους ως Αλβανούς και η εξέλιξη με τη μονομερή ανεξαρτησία του Κοσόβου (υπό τις ευλογίες των ΗΠΑ) κομίζει δυσάρεστα μηνύματα για τα Σκόπια.
Παρά ταύτα, οι βόρειοι γείτονες επιστρέφουν από το Βουκουρέστι με ένα βέτο στις αποσκευές τους, αντί για το ενταξιακό εισιτήριο. Οι πολίτες της ΠΓΔΜ θεωρούσαν δεδομένο ότι από τη στιγμή που ο Μπους τους αποκάλεσε «Μακεδονία» και δήλωσε ότι θα μπουν στο ΝΑΤΟ, ήταν ήδη μέλη. Ο κ. Γκρούεφσκι θα έχει δύσκολο έργο να πείσει τους συμπατριώτες του στο τι έφταιξε και γυρνάει πίσω με άδεια χέρια. Ίσως αντλήσει έμπνευση καταθέτοντας στεφάνι σε μνημείο με χάρτη της «Μεγάλης Μακεδονίας»…
Μπορεί η ελληνική διπλωματία να πέτυχε το σκοπό της με την αναβολή της πρόσκλησης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, ωστόσο το θέμα του ονόματος δεν λύθηκε. Κι ελληνική διπλωματία πρέπει να εξακολουθήσει να κινείται στο δρόμο της σοβαρότητας, της σταθερότητας στις θέσεις και του αρραγούς εσωτερικού μετώπου, διότι –όπως αποδείχθηκε- μόνο έτσι μπορεί να αποκομίσει οφέλη.
Στο Βουκουρέστι είχε απέναντι της τις ΗΠΑ. Της ασκήθηκαν αφόρητες πιέσεις. Ωστόσο ο σκληρός πυρήνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (καθώς και η Ρωσία) τάχθηκε υπέρ ή έδειξε κατανόηση στις θέσεις της, αποδεικνύοντας ότι σε πολυμερή όργανα δεν υπάρχουν αφέντες που διατάζουν και η άγαρμπη διπλωματία του καουμπόη ανήκει στο παρελθόν. Ειδικά όταν έχει απέναντι σύγχρονες χώρες, που χρησιμοποιούν σωστά τα χαρτιά τους και δεν ξοδεύουν τη διαπραγματευτική τους δυναμική σε ανούσια προπαγάνδα υπό τη σκέπη του θείου Σαμ.
Το κλειδί ήταν απλό. Σταματήσαμε να ουρλιάζουμε ότι η Μακεδονία είναι μόνο μία, αφιππεύσαμε τον Βουκεφάλα, αφαιρώντας συνάμα και την περικεφαλαία και αναπτύξαμε επιχειρηματολογία σταθερή και εναρμονισμένη με τη συγκυρία. Τονίσαμε ότι οι θέσεις μας αποβλέπουν στη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, υπογραμμίζοντας παράλληλα τον αλυτρωτισμό και την αντίληψη περί γειτονίας των Σκοπίων.
Αν μη τι άλλο βοήθησε και η αλαζονεία που επέδειξε η άλλη πλευρά το τελευταίο (κρίσιμο) διάστημα. Κάτι οι αγκυλωτοί σταυροί στη σημαία μας (που δεν κατέβηκαν αμέσως με εντολή της κυβέρνησης, αλλά σκίστηκαν νύχτα από αγνώστους), κάτι ο Καραμανλής με τη στολή των Ες-Ες (σε ευρείας κυκλοφορίας περιοδικό που εκδίδει πρώην υπουργός Εξωτερικών), κάτι ο Γκρούεφσκι με φόντο τη «Μεγάλη Μακεδονία», ήρθε και έδεσε.
Στο χέρι της Ελλάδας είναι να λυθεί το θέμα της ονομασίας με τρόπο συμφέροντα για τη χώρα. Προς το παρόν δεν έχουμε διπλωματική νίκη, αλλά νίκη της διπλωματίας…