ΣΠΟΡ

Αρση Βαρών: Από το Ζενίθ στο Ναδίρ

Πύρρος Δήμας, Ακάκιος Κακιασβίλη, Βαλέριος Λεωνίδης, Λεωνίδας Σαμπάνης, Γιώργος Τζελίλης, Λεωνίδης Κόκκας, Χρήστος Σπύρου, Βίκτωρ Μήτρου. Μερικά από τα ονόματα που τα τελευταία χρόνια "έγραψαν" ιστορία στον χώρο της άρσης βαρών και έκαναν γνωστό παγκοσμίως το άθλημα που χάρισε αξέχαστες στιγμές στην Ελλάδα.

Αρση Βαρών: Από το Ζενίθ στο Ναδίρ

Πύρρος Δήμας, Ακάκιος Κακιασβίλη, Βαλέριος Λεωνίδης, Λεωνίδας Σαμπάνης, Γιώργος Τζελίλης, Λεωνίδης Κόκκας, Χρήστος Σπύρου, Βίκτωρ Μήτρου. Μερικά από τα ονόματα που τα τελευταία χρόνια “έγραψαν” ιστορία στον χώρο της άρσης βαρών και έκαναν γνωστό παγκοσμίως το άθλημα που χάρισε αξέχαστες στιγμές στην Ελλάδα.

Ονόματα που όπως φαίνεται θα αναφέρονται μελαγχολικά, όπως μελαγχολικά είναι κάποια παλιά τραγούδια αποχωρισμού. Η ελληνική άρση βαρών, το μεσημέρι της Παρασκευής 4 Απριλίου δέχθηκε ένα ισχυρό, ισχυρότατο πλήγμα. Ενα πλήγμα που ίσως σημάνει το τέλος της.

Λίγους μήνες πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου και την ώρα που οι περισσότεροι Ελληνες βασίζονταν στην εθνική ομάδα της Αρσης Βαρών για μετάλλια στην κορυφαία αθλητική διοργάνωση, το “χαστούκι” που δέχθηκε η ελληνική ομοσπονδία είναι τόσο ηχηρό που οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές.

Με επιτυχίες σε Ολυμπιακούς Αγώνες, Παγκόσμια και Ευρωπαϊκά Πρωταθλήτρια, η εθνική της Αρσης Βαρών ήταν η πιο επιτυχημένη ομάδα της χώρας μας και το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα που κρατούσε σχεδόν σε κάθε μεγάλη διοργάνωση πρωταγωνιστικό ρόλο. Και όλα αυτά από τη δεκαετία του ’90.

Μέχρι τότε οι Έλληνες αρσιβαρίστες είχαν κατακτήσει δύο μετάλλια σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα, με πρωταγωνιστή ως αθλητή τον Χρήστο Ιακώβου. Ο αρσιβαρίστας του Παναθηναϊκού στην αγαπημένη του κίνηση το ντεβελοπέ, η οποία καταργήθηκε μετά το 1972 από τη διεθνή ομοσπονδία, κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στη Λίμα του Περού το 1971 με επίδοση 162,5 κιλά και το ασημένιο ένα χρόνο αργότερα στο Μόναχο με 170 κιλά στην κατηγορία πάντα των 82,5 κιλών. Μέχρι και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 όπου έλαμψε το άστρο του Πύρρου Δήμα, η ελληνική άρση βαρών είχε να επιδείξει μέτριες επιδόσεις.

Η ανάσταση της ελληνικής άρσης βαρών αρχίζει από τις 22/10/1990 στη Βουδαπέστη, όπου ο Παύλος Σαλτσίδης κατακτά τρία μετάλλια στην κατηγορία των 110 κιλών. Ασημένιο στο αρασέ με 172,5 κιλά, και χάλκινο στο ζετέ με 210 κιλά και στο σύνολο με 382,5 κιλά. Με “μαγιά” τον αθλητή του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου Θεσσαλονίκης, ο Χρήστος Ιακώβου αρχίζει να ζυμώνει την ομάδα των ονείρων του. Το 1991 έρχονται στην Ελλάδα οι ομογενείς Πύρρος Δήμας, Γιώργος Τζελίλης, Λεωνίδας Σαμπάνης, Βίκτωρ Μήτρου και Λεωνίδας Κόκκας από τη Βόρεια Ήπειρο.

Τρία χρόνια αργότερα επαναπατρίζεται από την Γεωργία ο Ακάκιος Κακιασβίλης και η ελληνική ομάδα μετατρέπεται σε συγκρότημα παγκοσμίων διαστάσεων, ικανό να αγωνιστεί “στα ίσα” με υπερδυνάμεις όπως η Ρωσία, η Βουλγαρία, η Τουρκία και να νικήσει.

Τα αποτελέσματα της δουλειάς του Χρήστου Ιακώβου δεν άργησαν να φανούν. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 ο Πύρρος Δήμας κατακτά το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των 82,5 κιλών με επίδοση 370 κιλά (167,5+202,5). Την επιτυχία του επαναλαμβάνει τέσσερα χρόνια αργότερα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα με 392,5 κιλά (180+213) στην κατηγορία των 83 κιλών. Τα 213 κιλά στο ζετέ αποτελούν ταυτόχρονα παγκόσμιο ρεκόρ. Στην πόλη των ανέμων, στον ψηλότερο ιστό ανεβαίνει η ελληνική σημαία και προς τιμήν του Ακάκιου Κακιασβίλη, ο οποίος είναι νικητής στην κατηγορία των 99 κιλών με επίδοση 420 κιλά (185+235).

Με ασημένιο μετάλλιο επιστρέφουν από την Ατλάντα ο Βαλέριος Λεωνίδης, ο Λεωνίδας Σαμπάνης, ο Λεωνίδας Κόκκας, στην 4η θέση έχουν μείνει ο Γιώργος Τζελίλης και ο Βίκτωρ Μήτρου, ενώ ο Παύλος Σαλτσίδης καταλαμβάνει την 7η. Η ελληνική ομάδα άρσης βαρών είναι η κορυφαία στον κόσμο και οι Αθηναίοι τους υποδέχονται με τιμές ηρώων στο Καλλιμάρμαρο. Στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα του 1990, 1993, 1995 και 1998 οι Έλληνες αρσιβαρίστες κατακτούν 14 χρυσά, 16 ασημένια και 12 χάλκινα μετάλλια.

Στις δύο τελευταίες διοργανώσεις, η ελληνική ομάδα πέτυχε, μάλιστα, κάτι που πριν μερικά χρόνια φάνταζε απίστευτο. Το 1995 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Καντόνα κατετάγη πρώτη στον πίνακα των μεταλλίων με 6 χρυσά, 4 ασημένια και 4 χάλκινα. Τρία χρόνια αργότερα στο Λάχτι της Φινλανδίας κατέκτησε την απόλυτη πρωτιά με 6 χρυσά, 4 ασημένια, 5 χάλκινα και 566 βαθμούς.

Στην πρώτη εμφάνισή μας στο νέο αιώνα, στο Παγκόσμιο της Αττάλειας το 2001, η Ελλάδα κάνει και πάλι ποδαρικό στις διακρίσεις παρά την απουσία των Δήμα, Καχιασβίλι, Μήτρου, Σπύρου, Σαμπάνη, Χατζηιωάννου με μετάλλια από τους Γιώργο Τζελίλη και Αναστασία Τσακίρη.

Το 2004 οι Ολυμπιακοί Αγώνες επιστρέφουν σπίτι τους και η Αρση Βαρών συνεχίζει την πορεία της προς τα μετάλλια. Δύο, όμως, πράγματα ξεχωρίζουν. Το τέλος της σπουδαίας καριέρας του Πύρρου Δήμα και ο σάλος που ξέσπασε με την υπόθεση του Λεωνίδα Σαμπάνη. Συγκεκριμένα, ο Σαμπάνης, ένας από τους πρώτους Ελληνες αθλητές που κατέκτησαν μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, βρέθηκε με θετικό δείγμα απαγορευμένης ουσίας και παρά την κατηγορηματική άρνησή του (η φράση “Ορκίζομαι στα παιδιά μου” έχει μείνει χαραγμένη στις μνήμες μας), του αφαιρέθηκε το μετάλλιο.

Χρήστος Ιακώβου: Ο… Οτο Ρεχάγκελ της Αρσης Βαρών

Ο Χρήστος Ιακώβου γεννήθηκε στις 12 Απριλίου 1948 στην Κωνσταντινούπολη. Το 1964, διωγμένος από τους Τούρκους, έφτασε στην Αθήνα και την ίδια χρονιά αναδείχθηκε πρωταθλητής Ελλάδας με τα χρώματα του Παναθηναϊκού, στον οποίο εντάχθηκε, σηκώνοντας στην κατηγορία των 75 κ., 296 κ.. Το 1967, στην Αθήνα, πέτυχε παγκόσμιο εφηβικό ρεκόρ στο ντεβελοπέ (κατηγορία 75 κ.) με 136,5 κ. Το 1968 σε αγώνες τους οποίους διοργάνωσε η παγκόσμια ομοσπονδία στο Λονδίνο, κατέρριψε ξανά το παγκόσμιο ρεκόρ με 139 κ.. Λίγο μετά το παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1979, το οποίο διοργάνωσε η ελληνική ομοσπονδία άρσης βαρών στη Θεσσαλονίκη, ο Χρήστος Ιακώβου αναχωρεί με τη γυναίκα του Ελένη για τις Η.Π.Α. με σκοπό τη μόνιμη εγκατάσταση. Αναλαμβάνει την προπόνηση της ομάδας άρσης βαρών της αστυνομίας του Μαϊάμι, αλλά δεν έμεινε για πολύ.

Μετά από μια όμορφη περιπλάνηση, στη διάρκεια της οποίας έδειξε το επιχειρηματικό του ταλέντο, ήρθε στην Ελλάδα το 1988 για διακοπές και έμεινε για πάντα. Στο ερώτημα του τότε προέδρου της ομοσπονδίας και νυν Νομάρχη Αθηνών Γιάννη Σγουρού, αν θα μείνει να αναλάβει τη δύσκολη προσπάθεια αναβάθμισης του αθλήματος, είχε έτοιμη την απάντηση.

“Σε όλη μου τη ζωή ως αθλητής ζήλευα τη Σοβιετική Ένωση και τη Βουλγαρία για τις ομάδες που είχαν δημιουργήσει. Το όραμά μου ήταν να φτιάξω μια τέτοια ομάδα. Ήξερα ότι δεν ήταν εύκολο. Τίποτα δεν γίνεται από τη μία ημέρα στην άλλη. Τα παιδιά είχαν, όμως, ταλέντο και μεράκι. Με τη βοήθεια της ομοσπονδίας και του Γιάννη Σγουρού, ξεκινήσαμε το πρόγραμμα. Σκληρές προπονήσεις δύο-τρεις φορές την ημέρα. Βάλαμε στόχους, με κορυφαίο τη διάκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996”, αποκάλυψε περήφανος μετά το θρίαμβο των ελληνικών χρωμάτων στην Ατλάντα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ