ΓΝΩΜΕΣ

Μπασκετικοί και ποδοσφαιρικοί. Ηλίθιοι ή βλάκες;

Ο Σταύρος Καραΐνδρος παρατήρησε την βλακώδη κόντρα μπασκετικών και ποδοσφαιρικών με αφορμή τα κυριακάτικα αποτελέσματα των Εθνικών ομάδων.

Μπασκετικοί και ποδοσφαιρικοί. Ηλίθιοι ή βλάκες;

Η κόντρα των μπασκετικών με τους ποδοσφαιρικούς, εκτός του ότι πρόκειται για ελληνικό φρούτο (ω ναι, έχουμε τα πρωτεία και σε αυτό), μου θυμίζει την κόντρα των ΠΑΣΟΚων με τους Νεοδημοκράτες. Μου θυμίζει τις μάχες κάτι παππούδων στα καφενεία τη δεκαετία του ’80, αρχές ’90 για το τι έχει προσφέρει το κάθε κόμμα στην Ελλάδα, πόσα έχει δώσει στο ελληνικό λαό και πόσα… λιγότερα έχει φάει.

Πόσο πιο κάτω;

Από το βράδυ της Κυριακής κάθομαι στη γωνία μου και παρατηρώ πόσο χαμηλά έχει πέσει η ελληνική αθλητική δημοσιογραφία. Κάθε φορά που λες ότι δεν υπάρχει πιο κάτω, ξαφνικά ανοίγει μια καταπακτή και το επάγγελμα βουλιάζει στα σκατά.

Από τη μία πλευρά οι λεγόμενοι μπασκετικοί και από την άλλη πλευρά οι λεγόμενοι ποδοσφαιρικοί. Οι πρώτοι υποστηρίζουν την Εθνική μπάσκετ μετά τον αποκλεισμό της από τη συνέχεια του Μουντομπάσκετ και οι άλλοι χλευάζουν αμφότερες της Εθνικές, πικάροντας ειδικά τους μπασκετικούς και τη “μασονία” τους.

Σας δηλώνω υπεύθυνα πως το επάγγελμα του δημοσιογράφου το ασκώ πλέον καθαρά από ανάγκη. Αν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικό θα έφευγα χθες. Και ναι, ανήκω σε αυτούς που δεν βρίσκονται στη λίστα που δημιουργείτε κάθε φορά που δεν σας αρέσει ένα άρθρο με αυτούς που πληρώνονται από τον Μαρινάκη, τον Αλαφούζο, τον Σαββίδη, τον Μελισσανίδη.

Ανήκω σε αυτή την ομάδα, που όσο πάει και μεγαλώνει, που έχει αρχίσει να σιχαίνεται τη δημοσιογραφία για λόγους σαν (και) τους παραπάνω. Εκτός από το γεγονός πως είναι ένας χώρος που περιλαμβάνει από “σκλάβους” και “γλύφτες” και ελάχιστους πραγματικά μορφωμένους, γεμάτους γνώση και κριτική σκέψη, είναι ένας χώρος όπου ξεχειλίζει η ηλιθιότητα και το να είσαι βλαξ θεωρείται παράσημο στο βιογραφικό σου.

Πρώτον, πρέπει να είσαι το λιγότερο μαλάκας αν χαίρεσαι με τις δύο κυριακάτικες ήττες. Ας ξεκινήσουμε με το αυτονόητο. Δεν γίνεται να τρίβεις τα χέρια σου σαν τον Χλαπάτσα επειδή η ομάδα του Κατσικάρη ηττήθηκε από τους Σέρβους και αυτή του Ρανιέρι από τους Ρουμάνους. Είναι σπατάλη χρόνου να γράφεις το φυσιολογικό και να προσπαθείς να εξηγήσεις ότι το άσπρο είναι άσπρο και το μαύρο είναι μαύρο.

Ελληνες να τουφεκάνε Ελληνες;

Δεν γίνεται να δημιουργείται ένα πεδίο διαμάχης με φόντο τις Εθνικές επιτυχίες και αποτυχίες και να αλληλοτρωγόμαστε. Μου έρχεται στο μυαλό, για να δώσω ένα πιο δραματικό-φοσκωλικό τόνο, η ατάκα του αείμνηστου Θανάση Βέγγου στο “Ψυχή βαθιά”: “Δεν είναι πόλεμος ετούτο που μας βρήκε κύριε Ταξιάρχε! Ντροπή είναι! Ελληνες να τουφεκάνε Ελληνες;” Ε, κάπως έτσι στο πιο… χαλαρό.

Θα μου πείτε “αυτό είναι το χαρακτηριστικό του Ελληνα. Να θέλει να βγάλει το μάτι του διπλανού του”. Συμφωνώ. Αυτό είναι το ίδιον και του δημοσιογράφου, για να το πάμε πιο συγκεκριμένα. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί δικαιολογία. Δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία μία ηλίθια άποψη που αντί να την αλλάξουμε, την υιοθετούμε από γενιά σε γενιά.

Από την άλλη, δεν είμαι υπέρ της “μασονίας”, της προστασίας και της αποφυγής της κριτικής για να τα έχουμε καλά με όλους. Τα έγραφα στο Μουντιάλ όταν μερίδα δημοσιογράφων “έγλυφε” σε απεχθές βαθμό τους Έλληνες διεθνείς μετά το 3-0 από την Κολομβία, το γράφω και τώρα όταν διαβάζω το ανήκουστο “η ομάδα βγάζει υγεία”, μετά το 90-72 από τους Σέρβους.

Καταλαβαίνω τι ακριβώς θέλουν να πουν, αλλά δεν είναι η ώρα να το πουν. Αυτό το κάνεις την επόμενη μέρα. Αντίθετα, τη μέρα της ήττας κριτικάρεις. Και δεν σημαίνει ότι επειδή κριτικάρεις δεν αγαπάς και δεν τιμάς την Εθνική ομάδα. Ναι, σας ευχαριστούμε για όσα έχετε προσφέρει, αλλά στο συγκεκριμένο ματς ήσασταν απογοητευτικοί. Τόσο απλά και ξεκάθαρα. Την επόμενη μέρα ας μιλήσουμε ξανά για την επίσημη αγαπημένη και ας σηκώσουμε ξανά την ασπίδα προστασίας.

Το ίδιο ισχύει και την Εθνική του ποδοσφαίρου. Ο Ρανιέρι τα έκανε θάλασσα. Ξεκάθαρα πράγματα. Το γράφεις, το καταγράφεις, το αναλύεις και τέλος. Κι όμως, στην Ελλάδα της απαξίωσης και του “εγώ τα ξέρω όλα”, η συνέχεια δίδεται στα social media. Ανάμεσα στους μπασκετικούς και τους ποδοσφαιρικούς. Σε αυτούς που στηρίζουν τον Κατσικάρη για το όμορφο χαμόγελό του και κράζουν τον Ρανιέρι για την κλαψομούνικη φάτσα του. Κι όμως! Αυτά είναι απόψεις δημοσιογράφων, δεν είναι παραδείγματα ή υπερβολές.

Δεν τους μάθαμε να αγαπούν και να σέβονται

Τα έγραφα και πριν από 8 χρόνια. Το 2006, τότε που η Εθνική του μπάσκετ έκανε ίσως τη μεγαλύτερη επιτυχία ελληνικού συγκροτήματος σε ομαδικό άθλημα. Μετά την ασύλληπτη νίκη επί των ΗΠΑ είχε αρχίσει η διαμάχη των μπασκετικών με τους ποδοσφαιρικούς, με τους πρώτους να ζητούν επιτακτικά να μη πανηγυρίζει ουδείς άλλος την επιτυχία εκτός από αυτούς. Αυτό θα γίνει και την επόμενη φορά, στην επόμενη σταβή μίας εκ των δύο Εθνικών.

Θα συνεχίσουμε να ταΐζουμε τον οπαδισμό και την αντίληψη του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους σε κάτι που κανονικά θα έπρεπε να είναι καθολικό. Στην Ελλάδα της δημοσιογραφίας των δημοσίων σχέσεων θα συνεχίσουμε να διαχωρίζουμε αυτά που κανονικά θα έπρεπε να είναι πρότυπα. Αντί να μαζεύουμε τους υγιείς φιλάθλους, τους διώχνουμε. Αντί να τους μαθαίνουμε να αγαπούν την Εθνική ομάδα, τους “εχθροποιούμε”.

Ένας λόγος που δεν αγαπάμε όλοι (ή όσο θα έπρεπε) τις Εθνικές ομάδες, είναι γιατί ποτέ δεν τους μάθαμε να το κάνουν. Εμείς που κληθήκαμε να διαχειριστούμε τις επιτυχίες σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ και αντ’ αυτού ρίξαμε κι άλλο κάρβουνο στην οπαδισμό της ελληνικής δημοσιογραφίας. Αντί να αναδείξουμε το “χρυσό” προτιμήσαμε το μαύρο και δείξαμε το επίπεδό μας. Όλοι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK