Ελλάς United
Δεν θα πανηγυρίσω γιατί μπορεί πάλι κάποιος να παρεξηγηθεί. Βλέπετε ο δημοσιογράφος δεν έχει -ως φαίνεται- την ευκαιρία να γράψει πιο ελεύθερα στο πλαίσιο ενός blog, ακόμη κι αν όσα γράφει δεν αφορούν στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά μια ομάδα που συμπαθεί στο εξωτερικό.
Λίγη σημασία έχει η υποδοχή της οποίας έτυχε μία προηγούμενη καταχώρηση με τίτλο «Come on United», στον πρόλογο άλλωστε της οποίας ξεκαθάριζα ότι δεν ήταν μία δημοσιογραφική άποψη, αλλά μία οπαδική -αν θέλετε- τοποθέτηση υπέρ των αγαπημένων μου «μπέμπηδων».
Δεν με πρόδωσαν ούτε το βράδυ της Τετάρτης. Αντίθετα αποδείχθηκε αυτό που υποστηρίζω, ενοχλώντας την «νουβέλ βαγκ» του αγγλικού ποδοσφαίρου, ότι οι φανέλες της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και της Λίβερπουλ είναι μακράν οι βαρύτερες στη «Γηραιά Αλβιόνα» και ίσως οι μόνες που μπορούν ακόμη να συμβάλλουν αποφασιστικά στο τελικό αποτέλεσμα.
Μπορεί οι «κόκκινοι διάβολοι» να μην ήταν καλύτεροι συνολικά στο ενενηντάλεπτο, αν και θα μπορούσαν να καθαρίσουν τον τελικό από το πρώτο σαρανταπεντάλεπτο στο οποίο σαφώς υπερείχαν, μπορεί να στάθηκαν και τυχεροί στις φάσεις των δοκαριών της Τσέλσι, αν και η τύχη προτιμά τους ισχυρούς από τους τολμηρούς, η ιστορία όμως δεν ξεγράφει και αυτό που έγραψε ήταν: Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, πρωταθλήτρια Ευρώπης 2008.
Ως Ελληνάρας δεν έμεινα φυσικά ευχαριστημένος από την Γιουνάιτεντ κι ας είχε ένα από τα πιο «γεμάτα» ημίχρονα σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, δεδομένου και του αντιπάλου. Ως γνησιότατος δε Ελληνάρας έχω και πολλές αναστολές για διάφορες επιλογές του σερ Άλεξ, που όμως βάσει συνολικής προσφοράς απολαμβάνει ασυλία Ρεχάγκελ στο «Όλντ Τράφορντ».
Για παράδειγμα, ποτέ μου δεν χώνεψα πως υπάρχουν στο δυναμικό του πλουσιότερου συλλόγου στον κόσμο (άντε, δεύτερου πλουσιότερου μετά τη Ρεάλ Μαδρίτης) παίκτες όπως ο Γουές Μπράουν και ο Σιλβέστρ ή πως δαπανώνται ένας σκασμός εκατομμύρια λίρες για την απόκτηση των ελπιδοφόρων Νάνι και Άντερσον, αντί κάποιου πιο έτοιμου ποδοσφαιριστή.
Φυσικά, ένας προπονητής της κλάσης του Φέργκιουσον γνωρίζει καλύτερα από τον καθέναν την ακριβή δοσολογία ταλέντου, πάθους, αγωνιστικής πειθαρχίας και άλλων πολύτιμων συστατικών, που απαιτείται για να δέσει το γλυκό. Και μ’ αυτή την συλλογιστική πορεύεται και όχι τις επιθυμίες και τις εμμονές του καθενός μας.
Έχει βέβαια κι αυτός τις δικές του εμμονές, αλλά και ποιος δεν έχει;
Για να πατάει ήδη στην τρίτη δεκαετία του στον πάγκο της Γιουνάιτεντ χρειάστηκε ασφαλώς πέραν των αποτελεσμάτων και την διαχρονική εμπιστοσύνη διοικούντων και φίλων της Γιουνάιτεντ, διότι υπήρξαν και περίοδοι που η Γιουνάιτεντ όχι μόνο δεν έφτανε στους τίτλους, αλλά και έδειχνε σημάδια προχωρημένης κόπωσης στον πρωταθλητισμό.
Ο Σκοτσέζος όμως έβρισκε πάντα τον τρόπο να την αναγεννά, με όχι περισσότερες από 2-3 ουσιαστικές κινήσεις και βέβαια κέρδισε το μεγάλο στοίχημα του διχασμού που έφερε στις τάξεις του συλλόγου η αλλαγή ιδιοκτησίας (οικογένεια Γκλέηζερ).
Και λέμε στοίχημα, γιατί ήταν πολύ ευαίσθητες οι ισορροπίες εκείνη την περίοδο, με τους οργανωμένους φίλους των «μπέμπηδων» να επιδίδονται σ’ έναν ανένδοτο κατά των Αμερικανών ιδιοκτητών και να ιδρύουν την «FC United of Manchester».
Μία ομάδα που ξεκίνησε από την τελευταία τοπική κατηγορία, κέρδισε τρεις ανόδους σε τρία χρόνια, αλλά στην τελευταία -προ τριών εβδομάδων- φιέστα δεν συγκέντρωσε περισσότερους από 3.268 υποστηρικτές στο χωρητικότητας 11.840 θεατών «Gigg Lane» της Bury, το οποίο και χρησιμοποιεί ως έδρα (ηλεκτρονική διεύθυνση www.fc-utd.co.uk).
Ως φίλος της Μάντσεστερ νιώθω απεριόριστο σεβασμό και ακουμπώ με σιγουριά στο τεχνικό επιτελείο (κόουτς Κεϊρόζ, προπονητής Φέργκιουσον – είναι κατανοητή ελπίζω η διαφορά), αλλά ως Ελληνάρας αναρωτιέμαι: γιατί να μην υπάρχουν όρια συνταξιοδότησης στους προπονητές και ως πότε θα ανεχόμαστε πια τον παππού με τις εμμονές και τους Γουές Μπράουν…