Αρχιτέκτονας Βαλβέρδε
Ο Βαλβέρδε λίγο-λίγο ξαναχτίζει στον Ολυμπιακό ό,τι έφτιαξε το 2008-2009, και τούτη η (5η) αγωνιστική ήταν άλλο ένα μικρό πειστήριο επ’ αυτού. Με την ελπίδα των γάβρων, ότι δεν θα τον πιάσουν πάλι, τον Ισπανό, οι νοσταλγίες. Ο Αλέξης Σπυρόπουλος σχολιάζει τα νέα ήθη και έθιμα στο λιμάνι...
Και δεν θα το αφήσει, έτσι, στη μέση. Όπως την προηγούμενη φορά. Ο Βαλβέρδε ξαναχτίζει (την κλονισμένη σχέση του Ολυμπιακού με) το σωστό ποδόσφαιρο. Όταν το ποδόσφαιρο είναι το σωστό, ο ποδοσφαιριστής δεν ξεχνά «κι αυτά που ξέρει». Το ακριβώς αντίθετο. Βρίσκει έδαφος να κάνει αυτά που ξέρει. Και νιώθει, είναι φυσιολογικό, καλά.
Το σωστό δεν θα ‘ναι, πάντοτε, και ωραίο. Το ωραίο εξαρτάται απ’ την «ημέρα», τον αντίπαλο, μια λεπτομέρεια του παιγνιδιού ίσως. Εξαρτάται απ’ τις στιγμές. Τις διακυμάνσεις. Αλλά το σωστό εξαρτάται από κάτι πολύ πιο στάνταρ. Εξαρτάται απ’ όλη την εβδομάδα στο προπονητήριο. Με το σωστό, με τη συγκέντρωση στο πλάνο σε όσο γίνεται (σταδιακά) μεγαλύτερη διάρκεια, έχεις τύχη νίκης ακόμη και την ημέρα που το ποδόσφαιρο δεν θα ‘ναι ωραίο.
Κι αν κάτι περισσεύει «εν αφθονία» στον Ολυμπιακό εφέτος, αυτό είναι οι ημέρες για δουλειά. Δευτέρα με Παρασκευή, η κάθε εβδομάδα μία γεμάτη εβδομάδα με αρχή-μέση-τέλος, ένας ολοκληρωμένος μικρόκυκλος. Δίχως περισπασμούς. Δίχως φθορά. Εφέτος στον Ολυμπιακό περισσεύουν, επίσης, οι παίκτες. Είναι πολλοί. Υπερβολικά πολλοί, για τον συγκεκριμένο αριθμό των ματς μπροστά. Για την προβλεπόμενη «κατανάλωση» της ομάδας σ’ αυτά τα ματς. Η γκρίνια δεν θα λείψει. Ενας τρόπος νοείται, για να τη διαχειριστεί ο κόουτς.
Ο ποδοσφαιρικός. Να σκέπτεται ποδοσφαιρικά. Να κάνει ό,τι κατεβάζει η ποδοσφαιρική κούτρα του. Πράγμα που, με την επανάληψη, θα γίνει συνείδηση στους παίκτες. Θα καταλάβουν, και θα νιώθουν ασφαλείς, ότι το μοναδικό κριτήριο του προπονητή είναι η κούτρα του. Όχι η εφημερίδα, όχι η εξέδρα, όχι το ράδιο, όχι η διοίκηση, όχι δεν-ξέρω-τι-άλλο. Μόνο το κεφάλι του.
Ο Βαλβέρδε το ‘δειξε αυτό, το Σάββατο. Με τον κοσμαγάπητο Πάντελιτς. Ενενήντα λεπτά πάγκο, σε αγώνα με Μήτρογλου και Νέμετ εκτός δεκαοκτάδος. Ετσι το είδε, έτσι έπραξε. Ο Μήτρογλου κι ο Νέμετ δεν έχουν κάτι να κερδίσουν, με το να στραβώνουν. Να χάσουν, ίσως. Ο Μήτρογλου έχασε (τη συμμετοχή σ’) ένα Μουντιάλ, όταν ο Ρεχάγκελ είδε τον Φεβρουάριο στο Μπορντό τον πανηγυρισμό του, μόλις σκόραρε, «μες στα μούτρα» του Μπάντοβιτς!
Εκτός απ’ το κριτήριο, με τον Πάντελιτς ο Βαλβέρδε έδειξε και την ευφυία του. Ανάμεσα σε Τομά και Σανκαρέ, δύο στόπερ-βουνά, ένα κλασικό εννιάρι στην αναμενόμενη πολυκοσμία του στενού χώρου πιθανότατα θ’ ασφυκτιούσε. Ενας ευκίνητος επιθετικός, που δεν είναι σέντερ-φορ αλλά παίζει σέντερ-φορ, θ’ άνοιγε τον χώρο και θ’ απεγκλώβιζε τη δράση. Μιραλάς. Κατάληξη; Προτεινόμενος MVP. Γιατί δεν μετρά τόσο, τι μπορεί να κάνει ο παίκτης. Αλλά με ποιους (συμπαίκτες) τον βάζεις να το κάνει. Σε ποια συνολική λογική παιγνιδιού.
Ο Βαλβέρδε, κατ’ ουσίαν, έκανε…αυτό που του ‘χαν κάνει (κι έζησε πώς είναι να χάνονται τ’ αυγά, μαζί και τα πασχάλια) οι Γάλλοι της Σεντ-Ετιέν στο Καραϊσκάκη. Οπου, εναντίον Αντζα και Αβραάμ, κράτησαν το εννιάρι Γκομίς στον πάγκο κι έστειλαν για σέντερ-φορ τον Ιλάν, ένα όχι εννιάρι, εννιαμισάρι. Οι στόπερ είχαν να μαρκάρουν…τον αέρα. Ο αέρας, ως γνωστόν, δεν πιάνεται. Μπήκαν τα γκολ, το ένα πίσω από το άλλο, κι έψαχναν να βρουν πώς.
Είναι σαν να παίξει ο Νιόπλιας στον Παναθηναϊκό, κάποια φορά, με «9» τον Λούις Γκαρσία! Μια ποδοσφαιρική βλασφημία κατά των ιερών και των οσίων. Ο Βαλβέρδε, στον πάγκο του Παναθηναϊκού, θα το ‘κανε. Και άνετα. Μπορεί να το ‘κανε, εξίσου άνετα, κι ο Νιόπλιας. Στον πάγκο μιας…Εσπανιόλ. Είναι το αβαντάζ του ξένου. Που δεν ακούει τα γύρω-γύρω, δεν διαβάζει, δεν μαθαίνει, δεν καταλαβαίνει. Και δεν μπερδεύεται. Αλλ’ ο Ελληνας, ακόμη, δεν έχει φτάσει στο επαγγελματικό επίπεδο, στο στάτους αν θέλετε, να μπορεί να προπονήσει στην Πριμέρα. Ενώ ο Ισπανός καλοπληρώνεται για να προπονήσει οπουδήποτε. Απ’ τη Λισσαβώνα και το Λονδίνο, ως τη Μόσχα και τον Δνείπερο.