Οι κορυφαίες μεταγραφές ελληνικών ομάδων

Ζάετς, Σόουζα, Καρεμπέ, Ριβάλντο και τώρα Ζιλμπέρτο Σίλβα. Ο Βραζιλιάνος αμυντικός μέσος ετοιμάζεται να φορέσει τη φανέλα του Παναθηναϊκού και να πάρει κι αυτός τη θέση του στο κλαμπ των κορυφαίων ξένων ποδοσφαιριστών που τίμησαν το ελληνικό ποδόσφαιρο με την παρουσία τους.
Αλλοτε με επιτυχία, άλλοτε απλώς με «δάφνες» να τους συνοδεύουν μα χωρίς ουσία, αρκετοί είναι οι ποδοσφαιριστές που έκαναν σπουδαία καριέρα στο εξωτερικό και που σε κάποια στιγμή της πορείας τους αποφάσισαν να ενταχθούν σε κάποια ελληνική ομάδα.

Το contra.gr «σκάλισε» το παρελθόν, θυμήθηκε (αν και κάποιοι είναι αξέχαστοι) τις μεγαλύτερες μεταγραφές ξένων ποδοσφαιριστών που έχουν πραγματοποιηθεί και σας παρουσιάζει την κορυφαία ενδεκάδα. Φυσικά, η επιλογή ήταν δύσκολη και ως εκ τούτου το τοπ-11 συμπληρώνεται με μία λίστα με ορισμένους ακόμα αξιόλογους ποδοσφαιριστές που απλώς δεν χώρεσαν…


Ρενέ φαν ντε Κέρκοφ (Απόλλων Αθηνών, 1983)

Ολλανδός μέσος, μέλος των «οράνιε» που έφτασαν μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1974 (αγωνίστηκε για 45 λεπτά στον αγώνα με τη Γερμανία) και βασικό στέλεχος της ομάδας του Ερνστ Χάπελ που ήταν και πάλι φιναλίστ τέσσερα χρόνια αργότερα στον ίδιο θεσμό. Μαζί με τον δίδυμο αδερφό του Βίλι δέσποζαν στο χώρο του κέντρου σε εθνική Ολλανδίας, Τβέντε και Αϊντχόφεν, ωστόσο ο Ρενέ αποφάσισε το 1983 να ενταχθεί στον Απόλλωνα Αθηνών. Η μεταγραφή αυτή προκάλεσε πάταγο για τα δεδομένα της εποχής, με τον τότε 33χρονο ποδοσφαιριστή να αγωνίζεται σε 23 παιχνίδια και να σημειώνει 3 γκολ. Την επόμενη σεζόν αποχώρησε για το Χονγκ Κονγκ και τη Σέικο.


Βέλιμιρ Ζάετς (Παναθηναϊκός, 1984)

Ο Παναθηναϊκός πραγματοποιεί μόλις δύο μεταγραφές το καλοκαίρι του 1984. Η μία είναι ο Βέλιμιρ Ζάετς, αρχηγός της (ενιαίας) εθνικής Γιουγκοσλαβίας, στέλεχος των «πλάβι» στην παρουσία τους στα τελικά του Μουντιάλ 1982 και του Euro 1984. Ο άλλος είναι ο Δημήτρης Σαραβάκος. Πρώτο φιλικό της σεζόν με τη Μπόκα Τζούνιορς και το ΟΑΚΑ έχει 60.000 κόσμο να περιμένει «μαγικά» από τους δύο παίκτες. Ο Κροάτης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μεσοαμυντικούς της εποχής του. Παρέμεινε τέσσερις σεζόν στον Παναθηναϊκό, μετρώντας 67 συμμετοχές και σημειώνοντας 11 γκολ στο πρωτάθλημα. Με τους «πράσινους» κατέκτησε ένα πρωτάθλημα και δύο κύπελλα, έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, αλλά η καριέρα του τερματίστηκε άδοξα στα 32 του ύστερα από ένα σκληρό μαρκάρισμα του Γιώργου Παπαδόπουλου του Ηρακλή.


Λάγιος Ντέταρι (Ολυμπιακός, 1987)

Ηρθε στον Πειραιά από την Αϊντραχτ Φρανκφούρτης το 1987 παρά τη θέλησή του, αλλά με τις ευλογίες της ουγγρικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας που θα ξεπλήρωνε αρκετά χρέη από τα 8,7 εκατομμύρια ευρώ στα οποία αντιστοιχούσε το ποσό της μεταγραφής (που έκανε αίσθηση στην Ευρώπη). Κατά την άφιξή του, ο δήμαρχος Πειραιά Ανδρέας Ανδριανόπουλος οργάνωσε θριαμβευτική υποδοχή στην πλατεία Κοραή. Εξαιρετικός οργανωτής, με δυνατότητες να αγωνιστεί σε κορυφαία ομάδα της Ευρώπης. Πέρασε δύο χρόνια στον Ολυμπιακό (65 εμφανίσεις, 37 γκολ συνολικά), είχε την ατυχία να πέσει στα «πέτρινα» χρόνια του συλλόγου και κατέκτησε μόλις ένα κύπελλο. Πρόλαβε να γίνει είδωλο, να επιβάλει για προπονητή τον πεθερό του Ιμρε Κόμορα και να... καταλήξει ανεπιθύμητος από τον τότε πρόεδρο της ομάδας, Αργύρη Σαλιαρέλη, ο οποίος πρώτα έδιωξε τον Κόμορα και στη συνέχεια τον Ντέταρι (πήγε στη Μπολόνια με μεταγραφή). Προφασίστηκε ότι νέος προπονητής της ομάδας, Ολεγκ Μπλαχίν, είναι Σοβιετικός και δεν συμπαθεί έναν Μαγυάρο!

Ο Ντέταρι στον Ολυμπιακό


Ολεγκ Προτάσοφ (Ολυμπιακός, 1990)

Η υπό κατάρρευση Σοβιετική Ενωση δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για τον Αργύρη Σαλιαρέλη, ώστε να κάνει ρελάνς για την πώληση του Ντέταρι. Απέκτησε έναν από τους κορυφαίους επιθετικούς της εποχής, τον Ουκρανό Ολεγκ Προτάσοφ, ο οποίος χαρακτηριζόταν «νέος Μπλαχίν», χάρη στις εμφανίσεις του με την ΕΣΣΔ και τη Ντιναμό Κιέβου. Οταν έφτασε στον Πειραιά, στον πάγκο των «ερυθρολεύκων» καθόταν ο... αυθεντικός Μπλαχίν. Το σπουδαιότερο γρανάζι των «υπερηχητικών» του Βαλερί Λομπανόφσκι, με συμμετοχές σε Μουντιάλ και Euro πάσχιζε να φύγει στο εξωτερικό και τα κατάφερε μέσω του Ολυμπιακού. Σε τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα είχε 83 αγώνες και 48 γκολ, ενώ κατέκτησε το κύπελλο του 1992


Ζούλιο Σέζαρ (Παναθηναϊκός, 1999)

Παγκόσμιο Κύπελλο 1986, Μεξικό. Κατακτά τον τίτλο του κορυφαίου αμυντικού της διοργάνωσης. Αναδεικνύεται δις πρωταθλητής Γερμανίας (Ντόρτμουντ), κυπελλούχος Γαλλίας (Μαρσέιγ) και νικητής του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ (Γιουβέντους), του νικητής του σούπερ καπ Γερμανίας (Ντόρτμουντ), του Τσάμπιονς Λιγκ (Ντόρτμουντ) και του Διηπειρωτικού (Ντόρτμουντ). Τον Ιανουάριο του 1999 παίρνει μεταγραφή στον Παναθηναϊκό. Μία από τις σπουδαιότερες, βάσει ονόματος και ιστορίας που έχει κάνει το «τριφύλλι». Μία από τις χειρότερες όπως αποδείχθηκε, που θα μπορούσε να πάρει το... «βατόμουρο» του αιώνα. Ο Ζούλιο Σέζαρ, περί ου ο λόγος, έφτασε στη χώρα μας σε ηλικία 36 χρονών μόνο και μόνο για να κολλήσει τα τελευταία... ένσημα. Τέσσερις μόλις συμμετοχές, η μία στο κύπελλο, δύο ενενηντάλεπτα και αποχώρηση χωρίς να το καταλάβει κανείς. Το καλύτερο; Μετά τον Παναθηναϊκό ακολούθησε μία σεζόν στη Βέρντερ Βρέμης!


Ζιοβάνι (Ολυμπιακός, 1999)

Αναμφίβολα ο πιο αγαπητός ξένος ποδοσφαιριστής που έχει περάσει από τον Πειραιά, μιας και η αποχώρηση του Ριβάλντο από τον Ολυμπιακό έγινε με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε. Ο Ζιοβάνι Σίλβα ντε Ολιβέιρα φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα του Ολυμπιακού το 1999, έχοντας παρακαταθήκη ένα Κόπα Αμέρικα το 1997, συμμετοχή στο Μουντιάλ του 1998, τρία χρόνια στη Μπαρτσελόνα και την ιδιότητα του... δήμιου της Ρεάλ Μαδρίτης. Τα 12 εκατομμύρια ευρώ που δαπανήθηκαν για την απόκτησή του σίγουρα έπιασαν τόπο, με τον Βραζιλιάνο μεσοεπιθετικό να γίνεται αντικείμενο λατρείας έχοντας προσφέρει τα μέγιστα ώστε οι «ερυθρόλευκοι» να κατακτήσουν πέντε πρωταθλήματα κι ένα κύπελλο στη θητεία του. Η αποχώρησή του εν μέσω δακρύων έγινε ύστερα από μία σωρεία θεαματικών φάσεων, τραυματισμών και άσχημων στιγμών και συνολικά 209 αγώνων και 98 γκολ (το 2004 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ με 21 γκολ).

Ο «μάγος» Ζιοβάνι


Πάουλο Σόουζα (Παναθηναϊκός, 2000)

Μέλος της «χρυσής γενιάς» της Πορτογαλίας μαζί με τους Λουίς Φίγκο, Ζοάο Πίντο και Μανουέλ Ρουί Κόστα, ο Πάουλο Σόουζα είναι ένας από τους λίγους ποδοσφαιριστές που κατέκτησαν το Τσάμπιονς Λιγκ με δύο διαφορετικές ομάδες (1996 με τη Γιουβέντους, 1997 με την Ντόρτμουντ). Αν δεν ήταν, μάλιστα, οι τραυματισμοί που άρχισαν να τον ταλαιπωρούν στη Γερμανία, η καριέρα του θα είχε διαφορετική τροπή. Οπως και να έχει, το 2000 αποκτήθηκε από τον Παναθηναϊκό έναντι 9 εκατομμυρίων ευρώ που πήγαν στα ταμεία της Ιντερ. Ο Πορτογάλος μέσος μπορεί να μην έγραψε ιστορία με την πράσινη φανέλα, ωστόσο χαράχθηκε για πάντα στις καρδιές των φίλων της ομάδας χάρη στην απόδοσή του και το φάουλ-γκολ κόντρα στη Γιουβέντους στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ το 2000-01. Εφυγε με αφορμή ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον ίδιο, τον τότε βοηθό προπονητή Στράτο Αποστολάκη και ένα ποτήρι... κρασί. Ο απολογισμός του στην Παιανία ήταν 32 συμμετοχές και 1 γκολ, σε δύο σεζόν συνολικά.

Ο Σόουζα «σκοτώνει» τη Γιουβέντους


Κάρλος Γκαμάρα (ΑΕΚ, 2001)

Το 2001 η ΑΕΚ βρισκόταν εν μέσω διαρκών διοικητικών εξελίξεων, ωστόσο κατάφερε να εντάξει στο δυναμικό της έναν ποδοσφαιριστή που λίγοι διέκριναν εκείνη την πολυτάραχη περίοδο την ποιότητά του. Ο Κάρλος Γκαμάρα ήταν κοντός για κεντρικός αμυντικός (1,78μ.), είχε δύο αποτυχημένα περάσματα από την Ευρώπη (από μία χρονιά σε Μπενφίκα και Ατλέτικο Μαδρίτης), όμως η μόνιμη θέση που κατείχε στην άμυνα της εθνικής Παραγουάης και το γεγονός ότι είχε αναδειχθεί μέλος της κορυφαίας ενδεκάδας του Μουντιάλ 1998 και της κορυφαίας ενδεκάδας της Νότιας Αμερικής το 1995, το 1996, το 1998 και το 2000, μόνο τυχαία δεν ήταν. Με την κιτρινόμαυρη φανέλα αγωνίστηκε 40 φορές και σημείωσε 1 γκολ τη σεζόν 2001-02. Η επόμενη σεζόν τον βρήκε στην Ιντερ, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια.


Κριστιάν Καρεμπέ (Ολυμπιακός, 2001)

Μετά από δύο Τσάμπιονς Λιγκ με τη Ρεάλ Μαδρίτης (1998, 2000), ένα Παγκόσμιο Κύπελλο (1998), ένα Euro (2000) κι ένα Κύπελλο Συνομοσπονδιών (2001) με τη Γαλλία, ο Κριστιάν Καρεμπέ αποδέχθηκε την πρόταση του Ολυμπιακού και το 2001 μετακόμισε στον Πειραιά, μετά από μία χρονιά όχι και τόσο καλή στην Μίντλεσμπρο. Επί τρία χρόνια αποτέλεσε το βασικό «πνεύμονα» στο χώρο της μεσαίας γραμμής των «ερυθρολεύκων» και με την εμπειρία του, τις διασυνδέσεις και την αίγλη του ονόματός του προσέφερε αρκετά πράγματα στην ομάδα και εκτός αγωνιστικών χώρων. Μετά από 99 συμμετοχές, 4 γκολ και κάποια προβλήματα τραυματισμών άφησε το λιμάνι για την ελβετική Σερβέτ έχοντας κατακτήσει δύο πρωταθλήματα.


Τζιουζέπε Σινιόρι (Ηρακλής, 2004)

Ο τρεις φορές πρώτος σκόρερ της Serie A (1993, 1994, 1996) και έβδομος σκόρερ όλων των εποχών στο κορυφαίο ιταλικό πρωτάθλημα, σε ηλικία 36 ετών φόρεσε τη φανέλα του Ηρακλή. Ο Μπέπε Σινιόρι υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Ιταλούς επιθετικούς αλλά το γεγονός ότι υπήρξε δέσμιος της ομάδας του, της Λάτσιο, του στέρησε την ευκαιρία να κάνει ακόμα θεαματικότερη καριέρα. Το 1995, κάποιες φήμες που ήθελαν τους «λατσιάλι» να πωλούν τον Σινιόρι στην Πάρμα εξαγρίωσαν τους φιλάθλους του συλλόγου κι έτσι αποφασίστηκε να παραμείνει. Με 188 γκολ στη Serie A, έναν τελικό Μουντιάλ το 1994 (αν και στην εθνική Ιταλίας είχε προβλήματα αφού χρησιμοποιούνταν ως μέσος), η Ελλάδα αποδείχθηκε ταξίδι αναψυχής για τον Σινιόρι, έστω κι αν μόνο το άκουσμα του ονόματός του ήταν αρκετό να προκαλέσει ντελίριο στους φιλάθλους του «γηραιού». Με 7 συμμετοχές και ένα γκολ, η προσφορά του ήταν αντιστρόφως ανάλογη της αξίας του, ενώ ούτε η αποχώρησή του από την ομάδα ήταν η καλύτερη, αφού τη λύση έδωσαν τα δικαστήρια.

Ο Σινιόρι εν δράσει


Ριβάλντο (Ολυμπιακός, 2004)

Η είδηση πως ο Ολυμπιακός προσπαθεί να εντάξει στο δυναμικό του τον Ριβάλντο δεν έπεισε πολλούς. Ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του κόσμου το 1999, ο παγκόσμιος πρωταθλητής του 2002, ο κορυφαίος μέσος της δεκαετίας του ’90 μαζί με τον Ζινεντίν Ζιντάν, ένας από τους καλύτερους Βραζιλιάνους όλων των εποχών, ήταν δυνατόν να καταλήξει στο ελληνικό πρωτάθλημα; Κι όμως συνέβη, μιας και εκείνη την εποχή βρισκόταν χωρίς ομάδα και έκανε συζητήσεις με αρκετούς συλλόγους για την επιστροφή του στην ενεργό δράση. Η προσφορά των περίπου 2 εκατομμυρίων ευρώ το χρόνο συν τα αρκετά περισσότερα που θα είχε λαμβάνειν από εμπορικές συμφωνίες, σε συνδυασμό με τη «νωπή» κατάκτηση του πρωταθλήματος Ευρώπης από την Ελλάδα, έπεισαν τον Ρίμπο. Τρία χρόνια στον Ολυμπιακό, τρία πρωταθλήματα και δύο κύπελλα, με τον ίδιο να έχει καθοριστική συμβολή σε αυτήν την πορεία. Μετά από 101 εμφανίσεις και 44 γκολ το διαζύγιο δεν ήρθε με τον καλύτερο τρόπο (κάθε άλλο), ωστόσο το βιβλίο της ιστορίας κατέγραψε την πορεία ενός από τους κορυφαίους παίκτες της γενιάς του στα ελληνικά γήπεδα.

Ο Ριβάλντο με την φανέλα του Ολυμπιακού


Ονόματα που επίσης ξεχώρισαν

Οι ενστάσεις είναι πιθανόν αρκετές, αφού δεν είναι μόνο οι παραπάνω έντεκα ποδοσφαιριστές που έφτασαν στη χώρα μας κουβαλώντας ένα εντυπωσιακό βιογραφικό. Υπάρχουν πολλοί ακόμα, απλώς αναφερθήκαμε στις περιπτώσεις που κρίναμε ότι έχουν -λόγω ονόματος και συγκυρίας- μεγαλύτερη βαρύτητα. Δεν λησμονούμε κάποιες άλλες.

Για παράδειγμα, στον Ολυμπιακό αίσθηση έκανε ο αδικοχαμένος Χουάν Γκιλμπέρτο Φούνες, νικητής του Κόπα Λιμπερταδόρες με τη Ρίβερ Πλέιτ το 1986, ο ΓκενάντιΛιτόφτσενκο, ο οποίος ήρθε στη «σκιά» του Προτάσοφ, ωστόσο ήταν ένας από τους κορυφαίους Σοβιετικούς μέσους, ο Ζλάτκο Ζάχοβιτς, ο οποίος παρά τα προβλήματα που δημιούργησε είχε σπουδαίο παλμαρέ με την Πόρτο και αποτέλεσε την ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία με 13,5 εκατομμύρια ευρώ. Προβλήματα δημιούργησε και ο Μοεντίμ ΖεΕλίας, ωστόσο η παρουσία του σε Λεβερκούζεν, Ιντερ και εθνική Βραζιλίας ήταν αρκετή για να οδηγήσει τον Ολυμπιακό στην απόκτησή του.

Στον Παναθηναϊκό, η ανοιχτή… δίοδος που υπήρχε με την εθνική Κροατίας στάθηκε αρωγός ώστε ο Αλιόσα Ασάνοβιτς, μετά το εκπληκτικό Μουντιάλ της Κροατίας το 1998, να φορέσει τα πράσινα. Η αποχώρησή του συνδυάστηκε με την έλευση ενός συμπαίκτη του στα γήπεδα της Γαλλίας, του Γκόραν Βλάοβιτς, ενώ για ένα διάστημα τη φανέλα του Παναθηναϊκού φόρεσε και ο πρώην αρχηγός της εθνικής Κροατίας, Ρόμπερτ Γιάρνι.

Παρά την ελάχιστη προσφορά τους και τα πολλά χρήματα που αποκόμισαν από το «τριφύλλι», η μεταγραφή των πρωταθλητών Ευρώπης Φλάβιο Κονσεϊσάο (με Ρεάλ Μαδρίτης το 2002) και ΙγκόρΜπίσκαν (με Λίβερπουλ το 2005) ήταν κάτι το ξεχωριστό. Ο Χουάν Ραμόν Βερόν (πατέρας του Σεμπάστιαν Βερόν) αγωνίστηκε από το 1972 μέχρι το 1974 στον Παναθηναϊκό έχοντας σπουδαίες συστάσεις από την Εστουδιάντες και τρία Κόπα Λιμπερταδόρες, ενώ και οι Βίκτορ Σάντσεθ και Χέλντερ Ποστίγκα μπορεί να μην απέδωσαν τα αναμενόμενα, ωστόσο είχαν αξιόλογο background.

Η σχέση του Ντούσαν Μπάγεβιτς με την ΑΕΚ άρχισε από τον καιρό που ο Σέρβος ήταν στην καλύτερη φόρμα της ποδοσφαιρικής καριέρας του (με χατ τρικ στο Μουντιάλ του 1974 κόντρα στο Ζαΐρ) και ως επιθετικός οδήγησε τους «κιτρινόμαυρους» στην κατάκτηση δύο πρωταθλημάτων κι ενός κυπέλλου. Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της Ελλάδας το 1981. Ως προπονητής, έφερε στη Νέα Φιλαδέλφεια τον ΡέφικΣαμπανάτζοβιτς, πρωταθλητή Ευρώπης με τον Ερυθρό Αστέρα το 1991.

Ακόμα ένας εκπρόσωπος της Γιουγκοσλαβικής σχολής έκανε αίσθηση με τη μεταγραφή του το 2001, ο Ντράγκαν Τσίριτς, ο οποίος προερχόταν από τη Μπαρτσελόνα και για τον οποίο συγκεντρώθηκαν χιλιάδες φίλοι της ομάδας στο αεροδρόμιο για να τον υποδεχθούν. Αξιοσημείωτη επίσης και η παρουσία του κορυφαίου Βούλγαρου ποδοσφαιριστή πριν την εμφάνιση του Χρίστο Στόιτσκοφ, του Χρίστο Μπόνεφ στη δεκαετία του ’70, έχοντας συμμετοχές ήδη στα Μουντιάλ του 1970 και του 1974.

Τον χειμώνα που μας πέρασε ο Αρης έκανε την πιο σπουδαία μεταγραφή της ιστορίας του, αποκτώντας τον πρώην διεθνή Βραζιλιάνο επιθετικό Μάρσιο Αμορόζο, ο οποίος μπορεί να μην προσέφερε τα αναμενόμενα, ωστόσο έδωσε ένα λόγο σε πάρα πολλούς φίλους της ομάδας να ξενυχτήσουν για να τον υποδεχθούν.

Το 1990 ο ΠΑΟΚ είχε αποκτήσει για ένα χρόνο έναν από τους κορυφαίους Αφρικανούς ποδοσφαιριστές και τον ρέκορντμαν συμμετοχών της Αιγύπτου, Χοσάμ Χασάν. Το 1999 τη φανέλα του «δικεφάλου του βορρά» φόρεσε ο Κολομβιανός επιθετικός Αντόλφο Βαλέντσια, βασικό στέλεχος της εθνικής ομάδας της χώρας του στα Μουντιάλ του 1994 και του 1998, ενώ τον φετινό χειμώνα ο Σέρζιο Κονσεϊσάο έγινε κι αυτός μέλος της ομάδας, ύστερα από σημαντική πορεία σε Πόρτο, Λάτσιο, Πάρμα και Ιντερ.

Το 1982 ο ΟΦΗ απέκτησε τον Ανχελ Ιορντανέσκου, τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία της Στεάουα Βουκουρεστίου και έναν από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές που ανέδειξε το ρουμανικό ποδόσφαιρο. Ο μετέπειτα ομοσπονδιακός τεχνικός της Ελλάδας κάθισε για δύο χρόνια στην Κρήτη κι επέστρεψε στην πατρίδα του χωρίς ιδιαίτερες διακρίσεις. Αρκετά χρόνια μετά, το 1999, οι Κρητικοί ενέταξαν στο δυναμικό τους έναν από τους επιφανείς ποδοσφαιριστές της Φέγενορντ, τον Γκαστόν Τάουμεντ, ο οποίος είχε λάβει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 (είχε σκοράρει το νικητήριο γκολ κόντρα στη Σαουδική Αραβία) και στο Euro 1996. Μετά από 23 συμμετοχές και 2 γκολ σε πρωτάθλημα και κύπελλο αποχώρησε.

Η Λάρισα έκανε το "κόλπο γκρόσο" στη χειμερινή μεταγραφική περίοδο της προηγούμενης σεζόν, αποκτώντας τον αρχηγό της εθνικής Πολωνίας Ματσέι Ζουράφσκι, ο οποίος λίγο αργότερα ταξίδεψε στα γήπεδα της Αυστρίας και της Ελβετίας για το Euro 2008. Κάτι ανάλογο προσπάθησε να πράξει και ο Ατρόμητος το καλοκαίρι του 1999 (όταν μάλιστα αγωνιζόταν στη Γ’ Εθνική), αποκτώντας τον πρώην άσο της Οσέρ του Γκι Ρου και της εθνικής Γαλλίας, τον (τότε) 33χρονο επιθετικό Πασκάλ Βαϊρουά ή… Πασχάλη, όπως τον φώναζαν στο Περιστέρι!

Face Control

Το bullying στον Φετφατζίδη

Ο Γιάννης Φετφατζίδης είναι ο Πάσπαλι του ποδοσφαιρικού Ολυμπιακού. Μία φάση που τον στιγμάτισε και η αναζήτηση της εξιλέωσής. Το γκολ με τη Λαμία ήταν το πρώτο βήμα, αναζητά το επόμενο.