Ο Φορντ που έπαιζε για... εμάς

Υπάρχει αλήθεια στο "εσύ έφυγες νωρίς". Ο Αλφόνσο Φορντ όμως "έφυγε" όπως ήθελε εκείνος. Είχε την επιλογή του μυθικού Αχιλλέα κι έκανε το ίδιο λάθος. Ή μήπως όχι; Προτίμησε τα λίγα χρόνια κάνοντας αυτό που αγαπάει, παρά να ζήσει την ίδια του την ζωή μέχρι σήμερα και ακόμα περισσότερο.

Οι γιατροί του είχαν πει ότι αν αποσυρόταν το 2000 το πιο πιθανό είναι να ζούσε ακόμα, αλλά θα είχε... πεθάνει μέσα του. Ήθελε να παίζει μέχρι το τέλος της ημέρας. Αυτό έκανε.

Ο Φορντ μπορεί να έλαμψε στο Περιστέρι, να γιγαντώθηκε στον Ολυμπιακό, αλλά πριν τον αγαπήσει όλη η Ελλάδα, πριν αφιερώσουν πηχυαίους τίτλους συνάδελφοι που συνήθως περιγελούσαν τον μικρό μας Παπάγο, ο Αλ ήταν το δικό μας παιδί. Γιατί αυτό που υπήρξε κάποτε ο συγκεκριμένος σύλλογος ήταν ο Φορντ: ένας Δαυίδ που έπαιρνε στο κυνήγι τον Γολιάθ. Δεν του αρκούσε να νικήσει, δεν του αρκούσε να βάλει 30 πόντους, έπρεπε ο μεγάλος αντίπαλος να σκύψει το κεφάλι. Το πονηρό χαμόγελο πριν από τους αγώνες με Ολυμπιακό, Άρη, ΠΑΟΚ, ΑΕΚ, Παναθηναϊκό, τα έλεγε όλα.

Ειλικρινά δεν υπήρξε ούτε και θα υπάρξει μεγαλύτερος μαχητής ξένος. Καλύτεροι παίκτες σίγουρα, αλλά Αμερικανοί (κι Ευρωπαίοι) με πραγματική ελληνική αθλητική καρδιά δεν ήρθαν, ούτε θα έρθουν ποτέ.

Μακάρι ο Αλ να ζούσε ακόμα για να τα βάλει με όλους αυτούς που έχουν καταστρέψει εκείνα για τα οποία επέλεξε να ζήσει λίγα αλλά έντονα χρόνια. Ποιο είναι αυτό; Μα το μπάσκετ. Ο Φορντ έπαιζε για το ίδιο το σπορ και για τον κόσμο. Έτσι έμαθε το μπάσκετ, αυτό τον οδηγούσε. Δεν τον ένοιαζαν ούτε οι αριθμοί ούτε οι προπονητές ούτε οι αντίπαλοι. Έπαιζε για την χαρά του παιχνιδιού και τους φιλάθλους, λίγοι ή πολλοί δεν τον ένοιαζε. Στις ημέρες μας πιθανότατα θα ήταν άνεργος διότι οι προπονητές αποκτούν παίκτες "επειδή είναι παίκτες του προπονητή" και γι' αυτό στο γήπεδο πηγαίνουν τα τελευταία χρόνια μόνο οι συγγενείς των προπονητών.

Ο Φορντ έπαιζε για την ουσία του μπάσκετ: τη νίκη, το θέαμα, την ικανοποίηση του κόσμου, ό,τι άξιζε να πληρώσει εισιτήριο για να τον δει.

 

Και μην νομίζετε ότι το 1996 ο Φορντ ήταν μεγάλο όνομα. Ο Κώστας Μίσσας αρχικά δεν ήταν σίγουρος ότι θα έπρεπε να τον πάρει για την δεύτερη χρονιά του Παπάγου στην Α1. Όταν έπαιξε τα πρώτα του παιχνίδια η... μασονία της εποχής, έλεγε, περισσότερο, ότι "δεν είναι παίκτης για μεγάλη ομάδα, μέχρι Παπάγο, Σπόρτιγκ". Ακόμα και στον Ολυμπιακό δεν... έπειθε τους επαΐοντες.

Ο Αλ κάθε χρόνο αποδείκνυε, κάθε χρόνο είχε κίνητρο και βεβαίως αργότερα μάθαμε πως το βασικό κίνητρο ήταν να νικήσει το χρόνο που περιοριζόταν επικίνδυνα.

Ο ορισμός του σεμνού και... ωραιοπαθούς αθλητή, ο οποίος πάντα έβγαινε από τα αποδυτήρια με μία τσατσάρα στο χέρι προσπαθώντας να χτενίζει ότι υπήρχε από μαλλί στο κεφάλι του. Χνούδι είχε, αλλά δεν εγκατέλειπε την χτένα.

Στην προετοιμασία έβαζε 150 κιλά στην μπάρα και σταματούσε η προπόνηση για να μετρήσει όλη η ομάδα της επαναλήψεις. Μόλις άρχισε να γίνεται γνωστός, μαζεύονταν έξω από τα αποδυτήρια του Παπάγου οι... groopies του μπάσκετ της εποχής. Γνωστές και μη εξαιρετέες. Οργανώναμε πλάνο διαφυγής, διότι αν έπεφτε ο Αλ στα χέρια τους, στον επόμενο αγώνα θα ζητούσε αλλαγή στο 5'.

Δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ συμβόλαιο, απαιτούσε όμως να πληρώνεται κανονικά σε ό,τι συμφωνούσε.

Όταν πια το σώμα του δεν άντεξε, στις ημέρες που πέρασε με υψηλό πυρετό λίγο πριν το τέλος στο παραλήρημά του ένα πράγμα φώναζε: "yo ref, foul. Foul". Διότι η απίστευτη σωματική δύναμή του και το γεγονός ότι δεν έπαιζε στα... τζάκια της Α1, έδιναν την εντύπωση ότι ποτέ δεν του έκαναν φάουλ κι ας κρέμονταν δύο και τρεις από τα χέρια του σε κάθε σουτ.

 

Αυτό ήταν και το παράπονό του, ότι στην Ελλάδα δεν κέρδισε ποτέ το σεβασμό από τους διαιτητές. Βλέπετε δεν αποδεχόταν ότι και αυτοί είναι... άνθρωποι με καρδιά και συμπάθειες.

Κοιτώντας πίσω, στα χρόνια που έπαιζε ο Φορντ και προσπαθώντας να προβλέψουμε το μέλλον, η ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο Αμερικανός, θα τιμάται όλο και από περισσότερους ανθρώπους. Όχι μόνο επειδή θέλουμε να θυμόμαστε το χαμογελαστό κοντό με την τσατσάρα, που έβαζε καλάθι και μετά έκανε τζόκινγκ με το ένα μάτι στο διαιτητή που δεν του είχε δώσει φάουλ και το άλλο στον αντίπαλο, αλλά γιατί κάθε χρόνο τιμούμε στην ανάμνησή του το μπάσκετ που μας έχουν στερήσει. Ο Αλφόνσο Φορντ υπήρξε ο καλύτερος υπηρέτης του.

Ολυμπιακός

Ξορκίζοντας τον Κόντε

Ο Γιάννης Φιλέρης θυμάται το γκολ του Κόντε και πιστεύει ότι το φάντασμα του προ 20ετίας αποκλεισμού ξορκίστηκε οριστικά από το ευτυχισμένο Καραϊσκάκη στο 3-1 του Φορτούνη.