Συνέντευξη Γιώργου Καλαϊτζη στο Contra.gr

O Γιώργος Καλαϊτζης βάζει τους τίτλους τέλους της καριέρας του στο Contra.gr με μία μεγάλη συνέντευξη. Η σχέση με τους Ιβκοβιτς και Ομπράντοβιτς, η φιλία του με τον Κάτας, οι πρώτες εμπειρίες στον Πανιώνιο, η καθιέρωση στον Παναθηναϊκό και το απωθημένο με το... μπουζούκι.

- Σταματάς μετά από 20 χρόνια επαγγελματικής καριέρας. Με τι συναισθήματα κρεμάς τα παπούτσια σου;

"Φεύγω με overdose από μπάσκετ (γελάει). Στα σοβαρά τώρα το μπάσκετ δεν το βαριέσαι ποτέ. Κοιτώντας τώρα όμως την καριέρα που αφήνω πίσω μου, την σχεδόν 20ετή σε επαγγελματικό επίπεδο, φεύγω γεμάτος. Εχω ζήσει τόσο έντονες καταστάσεις όλη αυτή την 20ετία που γυρίζοντας πίσω νιώθω πραγματικά πάρα πολύ καλά".

- Γιατί έπαιξες μπάσκετ και όχι ποδόσφαιρο ας πούμε;

"Θεωρώ πρώτα από όλα τον εαυτό μου τυχερό γιατί μπόρεσα να βιώσω όλο αυτό το πράγμα που έγινε το 1987, την ένωση όλων των Ελλήνων για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Είχα ήδη αρχίσει να παίζω μπάσκετ τότε μετά από παρακίνηση της οικογένειάς μου, ήμουν και πιο ψηλός από τα άλλα παιδιά και έτσι άρχισαν όλα. Μου άρεσε η πειθαρχία και η προπόνηση ενώ οι γύρω μου κατάλαβαν ότι είχα πολύ καλή αντίληψη του παιχνιδιού".

- Πότε συνειδητοποίησες ότι το μπάσκετ θα γίνει το επάγγελμά σου;

"Να σου πω την αλήθεια στην αρχή δεν το είχα συνειδητοποιήσει καν. Κάποια στιγμή σε ένα καμπ έμαθα ότι είχα μία πρόταση από τον Πανιώνιο για να παίξω στα εφηβικά του τμήματα. Πήγα τελικά μετά από ένα χρόνο, έπαιξε δύο σεζόν στο εφηβικό που τότε ήταν μία ομάδα σχεδόν επαγγελματική. Ηταν τόσες πολλές οι ώρες προπόνησης που θα έλεγε κανείς ότι το σχολείο μας απασχολούσε από το μπάσκετ και όχι το αντίθετο. Στα 18 μου ήρθε ο Ντούσαν Ιβκοβιτς στον Πανιώνιο και εν συνεχεία κλήθηκα στην Εθνική ομάδα των Εφήβων. Εκανα συμμετοχές στην 12άδα του Πανιωνίου με τον Ντούντα και το καλοκαίρι του 95 κατέκτησα το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα με την Εθνική ομάδα. Οι συμπαίκτες μου τότε, ο Ρεντζιάς, ο Παπανικολάου, ο Καράγκουτης, ο Χατζής ήταν πιο μπροστά από μένα, ήταν ήδη γνωστοί. Εγώ ακόμη το πάλευα. Όταν άκουσα όμως τον Ντούσαν Ιβκοβιτς να μας λέει ότι αυτό που έχουμε καταφέρει είναι το πιο σημαντικό επίτευγμα στην καριέρα μας και ότι θα το καταλάβουμε όταν τελειώσουμε, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι το χόμπι που γουστάρω πολύ θα το κάνω επάγγελμα".

- Η σεζόν 1995-96 είναι ουσιαστικά αυτή που σε καθιέρωσε...

"Τη σεζόν εκείνη κατάλαβα ότι είναι καλύτερο να είσαι 7ος και 8ος παίκτης σε μία ομάδα που πρωταγωνιστεί παρά να είσαι ο καλύτερος παίκτης σε μία ομάδα 11η ή 12η. Σου ανοίγονται τελείως διαφορετικοί δρόμοι. Σε εκείνη την ομάδα δεν ήμουν παίκτης πεντάδας, είχα απλώς ένα ρόλο. Δύο χρόνια με τον Ντούντα και τον Μίνιτς όμως κάναμε εκπληκτική προπόνηση και έβαλα πολύ γερές βάσεις. Εν τω μεταξύ, είχα γίνει γνωστός με την κατάκτηση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος ενώ και ο Πανιώνιος βρισκόταν στις δόξες του στηριζόμενος στα δικά του παιδιά, στα πιτσιρίκια του".

Νεαρός παίζοντας ακόμα στον Πανιώνιο

- Αρα, καλώς και απολύτως δίκαια θεωρείσαι παιδί του Πανιωνίου...

"Μπασκετικά είμαι καθαρά ένα παιδί του Πανιωνίου. Εφυγα από το Βόλο ως ένα ταλαντούχο παιδί και τίποτα περισσότερο. Στον Πανιώνιο τότε δούλευαν ο Σορώτος, ο Βλάχος, ο Ζούρος με αρχιπροπονητή τον Μίσσα στα τμήματα υποδομής, μία πλειάδα ανθρώπων που μου έδωσαν ένα τρόπο σκέψης που με ακολουθεί ακόμα. Ο Ντούντα ήταν ένας δάσκαλος, μας μιλούσε και χαμηλώναμε το βλέμμα μας. Μέσα από τον Πανιώνιο έμαθα μπάσκετ και διαμόρφωσα τον μπασκετικό αλλά και τον προσωπικό χαρακτήρα μου. Πριν πάω είχα απλά τις βάσεις από την οικογένειά μου και ένα ταλέντο αναξιοποίητο".

- Στην Ιταλία κάτω από ποιες συνθήκες βρέθηκες το 1997;

"Αρχισε η τότε σεζόν στην Ευρωλίγκα αλλά η ομάδα έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Ο χρόνος μου μειώθηκε σημαντικά και η κοροϊδία τον τότε παραγόντων του Πανιωνίου με οδήγησε στην απόφαση να αναζητήσω αλλού την τύχη μου. Ηρθε αρχικά μία πρόταση από την Σκαβολίνι πριν τα Χριστούγεννα αλλά τότε πήρα τη διαβεβαίωση ότι εφόσον τελείωσε η περιπέτεια της Ευρωλίγκα οι ξένοι θα φύγουν και οι μικροί Ελληνες θα αρχίσουν και πάλι να παίζουν, θα γινόταν η ομάδα και πάλι Πανιώνιος κοντολογίς. Οι υποσχέσεις όμως αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν. Δεν με ενδιέφερε τότε το χρήμα, για το χρόνο συμμετοχής μου ανησυχούσα καθώς ήθελα να βάλω τις βάσεις μίας καριέρας. Περιμέναμε θυμάμαι ένα ψηλό και τελικά ήρθαν δύο κοντοί. Ενιωσα προδομένος να σου πω την αλήθεια από αυτήν την εξέλιξη. Τότε ήρθε η πρόταση της Μιλάνο. Είχε χτυπήσει ο Νάντο Τζεντίλε και επειδή είχα παίξει καλά στα μεταξύ μας παιχνίδια στην Ευρωλίγκα με προτίμησαν. Ημουν ο πρώτος Ελληνας παίκτης που μεταγράφηκε μεσούσης της σεζόν σε ξένο σύλλογο".

- Πως τη βίωσες αυτή την εμπειρία;

"Πήγα σ ένα πρωτάθλημα που φυσικά δεν το ήξερα και σε μία ομάδα πάρα πολύ μεγάλη. Γνώρισα έναν άλλο κόσμο και μια άλλη κουλτούρα. Η εμπειρία εκείνη με σκλήρυνε πολύ μέσα μου. Εφυγα από τους ανθρώπους που αγαπούσα, την οικογένειά μου και τους γονείς μου και πήγα σε μία ξένη χώρα να παίξω μπάσκετ. Η ομάδα δεν προκρίθηκε στο φάιναλ φορ του ιταλικού πρωταθλήματος, εγώ όμως, γυρίζοντας πίσω, πήρα δύο χαρμόσυνα μηνύματα. Είχα πρόταση από τον Παναθηναϊκό και με κάλεσε ο Παναγιώτης Γιαννάκης στην Εθνική ομάδα για το Ευρωμπάσκετ του 1997".

- Εκείνο το καλοκαίρι ο Σούμποτιτς σου εμπιστεύτηκε την οργάνωση του παιχνιδιού του Παναθηναϊκού. Πως ένιωσες;

"Ο Παναθηναϊκός ερχόταν από μία δύσκολη σεζόν, είχε δωδεκάδα που έμοιαζε με Πύργο της Βαβέλ. Η ομάδα λοιπόν ήθελε και πάλι να εμπιστευτεί το ελληνικό στοιχείο. Εγώ από την πλευρά μου έπρεπε να περιμένω τη σειρά μου αλλά τελικά έπαιξα βασικός διότι ο Ντίνκινς δεν κατάφερε να πάρει κοινοτικό διαβατήριο και έφυγε από την ομάδα. Εμειναν στο ρόστερ ο Κώστας Παταβούκας, ο Τζόνι Μπραντς και εγώ. Επρεπε να κάνω ένα πολύ μεγάλο αγώνα για να πείσω τους Σούμποτιτς, Παπαχατζή και Γκέκο ότι ήμουν καλός και ότι άξιζα να παίξω. Όταν έφυγε ο Ντίνκινς, με κάλεσε το τιμ και μου είπε "κοίταξε να δεις, Ντίνκινς δεν υπάρχει. Θα στηριχθούμε λοιπόν σε σένα γιατί βλέπουμε ότι μπορείς να παίξεις". Αυτομάτως γέμισα άγχος και ευθύνες αλλά παράλληλα έφτιαξα και την αυτοπεποίθησή μου. Είπα από μέσα μου, είμαι στον πρωταθλητή Ευρώπης του 1996, με καλούν να παίξω 30 λεπτά, πρέπει να κάνω δύο τρία πράγματα σωστά για να γίνει η ομάδα και πάλι επιτυχημένη. Και έτσι πορεύτηκα εκείνη τη σεζόν".

- Τα μεγάλα ονόματα του τότε ροστερ σου δημιούργησαν έξτρα πίεση;

"Πράγματι, στον Παναθηναϊκό βρέθηκα σε αποδυτήρια μαζί με παίκτες που τους είχα αφίσα στο δωμάτιό μου. Είδα τι παπούτσια φοράει ο Μπάιρον Σκοτ, πως μιλάει ο Ντίνο Ράτζα, πως συμπεριφέρεται ο Κώστας Παταβούκας, ο Φάνης Χριστοδούλου. Ηταν ένα μεγάλο σχολείο. Με βοήθησε πάρα πολύ και ο κόουτς Σούμποτιτς ο οποίος είναι εξαιρετικός στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η ομάδα πράγματι πέτυχε, πήρε δύο σερί πρωταθλήματα και εγώ ήμουν ο 7ος-8oς παίκτης σε ένα σύλλογο που ήταν πλέον πρωταθλητής".

- Συμβιβάστηκες πάντως από μικρός με τους ειδικούς ρόλους που σου ανέθεταν οι προπονητές...

"Ηξερα ότι δεν είχα το μεγάλο επιθετικό ταλέντο για να βάζω σε κάθε παιχνίδι 20 και 30 πόντους. Ηταν και ο χαρακτήρας μου τέτοιος, δεν με ενδιέφερε. Οι προπονητές μου είπαν ότι από σένα θέλουμε να κατεβάζεις γρήγορα την μπάλα, να παίζεις καλή άμυνα και όταν είσαι ελεύθερος να σουτάρεις. Και αν χάνεις τα σουτ, η ευθύνη είναι δική μας. Τα  πράγματα άρα ήταν ξεκάθαρα και ήξερα πολύ καλά τι πρέπει να κάνω για να παίζω. Αλλοι έβαζαν 10 πόντους και ήταν απογοητευμένοι, εγώ όταν έβαζα τόσους ήξερα ότι έχω παίξει πολύ καλά. Ημουν πολύ ευχαριστημένος με το ρόλο μου".

- Η συνεργασία σου με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς πως ήταν;

"Το καλοκαίρι του 1999 ήρθε στην ομάδα ένας από τους κορυφαίους προπονητές όλων των εποχών στην Ευρώπη. Ο Ομπράντοβιτς κράτησε ένα κορμό παικτών μέσα στον οποίο βρισκόμουν και εγώ. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο παράσημο για μένα. Ο Ζοτς εμπλούτισε τον μπασκετικό μου κόσμο με παραστάσεις και εικόνες που μέχρι τότε δεν είχα γνωρίσει ενώ μου έδωσε ένα ρόλο που μου ταίριαζε απόλυτα. Αυτός ο άνθρωπος θα έλεγα ότι μου έφτιαξε τη ζωή, ήταν πολύ μεγάλη η επιρροή του πάνω μου. Μου έδωσε να καταλάβω πως πρέπει να είμαι μέσα και έξω από τις γραμμές. Ο Ομπράντοβιτς σε έπειθε να κάνεις το ακατόρθωτο, παίζαμε παντού για τη νίκη".

- Δεν φοβήθηκες ποτέ από το μεγάλο ανταγωνισμό στη θέση σου;

"Πάντα υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός στη θέση μου. Κοχ, Παταβούκας, Τζεντίλε, Κάτας στη συνέχεια Λάκοβιτς. Ηξερα όμως ότι είχα να κάνω με ανθρώπους δίκαιους. Επίσης δεν φοβήθηκα ποτέ την προπόνηση. Οσοι ώρα έκανα με την ομάδα άλλη τόση ώρα και πιο πολύ γυμναζόμουν μόνος μου. Δεν είχα να φοβηθώ κάτι. Ηξερα ότι όσο πιο πολύ προσπαθούσα τόσο περισσότερο θα έπαιζα".

- Το 2000 ήρθε και ο πρώτος ευρωπαϊκός τίτλος σου...

"Πριν το φάιναλ φορ της Θεσσαλονίκης έκανα επέμβαση μηνίσκου και έχασα τους αγώνες. Μέχρι τότε όμως είχα μεγάλη συμμετοχή και ήμουν πραγματικά πολύ ευχαριστημένος γι΄αυτό. Εκείνη η ομάδα ήταν μία από τις πιο δεμένες εκτός γραμμών στις οποίες έχω παίξει ποτέ. Οι σταρ της ομάδας ήταν ταυτόχρονα πολύ απλά παιδιά και ακομπλεξάριστα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση τότε, το πώς χειρίζονταν τις καταστάσεις. Ανέπτυξα μία ιδιαίτερη σχέση με τον Κάτας, του έδωσα το πουκάμισό του και μου έδωσε τη φανέλα του".

- Αλήθεια, πως "κόλλησες" με τον Κάτας;

"Ταιριάζαμε σαν χαρακτήρες, κάναμε πολλή παρέα εκτός γηπέδου, με βοηθούσε πολύ, τον βοηθούσα πολύ. Εγινε εν τέλει νονός της πρώτης μου κόρης. Θρησκευτικά αυτό απαγορεύεται αλλά ήθελα πολύ να τον κάνω πνευματικό πατέρα του παιδιού μου. Στην τελετή απλώς ανοιγόκλεινε το στόμα, τα υπόλοιπα τα έκανε η κουμπάρα. Ο παπάς το έμαθε από τις εφημερίδες στη συνέχεια. Εχουμε ακόμα μια καλή επαφή όπως και με άλλα παιδιά, τον Μποντιρόγκα, τον Κουτλουάι, τον Ρέμπρατσα, τον Ρότζερς. Μας συνδέουν πολλά και αισθάνομαι ότι ο χρόνος δεν έχει περάσει".

Ο Γιώργος Καλαϊτζης φορώντας τη φανέλα του Κάτας μετά το τέλος του τελικού με τη Μακάμπι

- Ο Κάτας όμως δεν είχε το μπασκετικό τέλος που άξιζε. Ετσι δεν είναι;

"Είχε ένα θέμα με την επιγονατίδα του. Εκανε την πρώτη εγχείριση αλλά πάνω που ήταν έτοιμος να επιστρέψει έπαθε μόλυνση και ξαναμπήκε στο χειρουργείο. Του παρουσιάστηκε επίσης και μία τενοντίτιδα και από τότε άρχισαν τα πολύ μεγάλα προβλήματα. Χάθηκε έτσι ένας μεγάλος παίκτης που μάλιστα είχε συμφωνήσει με τους Νικς στο ΝΒΑ. Αν συνέχιζε, θα έγραφε ιστορία. Ηταν αθλητής επιπέδου Τζόρτζεβιτς, Γιασικεβίτσιους και Διαμαντίδη".

- Η κατάκτηση του ευρωπαϊκού τροπαίου του 2002 συνδυάστηκε με την.... ανακοίνωση του γάμου σου. Τι ακριβώς έγινε;

"Ναι, είχε έρθει η ώρα να το επισημοποιήσω το πράγμα. Είχαμε ήδη κανονίσει ημερομηνίες. Για να το μάθει η ομάδα έπρεπε να το κοινοποιήσω σε όλους. Θυμάμαι ότι είχα το μικρόφωνο στα χέρια ενώ ο οδηγός του πούλμαν μας τραγουδούσε όπερα. Ημασταν όλη μέσα στην καλή χαρά και ήταν φυσικά η κατάλληλη στιγμή να τους πω ότι παντρεύομαι στη Σαντορίνη όπου θα μπορούσαν να κάνουν και τις διακοπές τους. Στο γυρισμό μου στο πίσω μέρος του πούλμαν είδε ότι οι γυναίκες είχαν συγκινηθεί ενώ οι άντρες είχαν ένα ερωτηματικό στο βλέμμα τους!"

- Το κατόρθωμα της Μπολόνια πως προέκυψε; Το περιμένατε τότε;

"Να σου πω την αλήθεια η ομάδα πήγε στην Μπολόνια πολύ χαλαρή. Δεν είχαμε καλά καλά καταλάβει ότι παίζαμε σε φάιναλ φορ. Πήγαμε να παίξουμε δύο παιχνίδια και ότι γίνει. Το τιμ είχε όμως μεγάλη πίστη σε όλους μας ενώ τη διαφορά την έκανε ο Μποντιρόγκα. Επαιξαν βέβαια και άλλα παιδιά εξαιρετικά, ο Κουτλουάι, ο Παπαδόπουλος, ο Ρότζερς. Πάντα όμως θα βρίσκεται κάποιος που θα παίρνει τα φώτα πάνω του. Ηταν μεγάλη τιμή που έπαιξα με τον Ντέγιαν και είναι μεγάλη τιμή που είναι ακόμη φίλος μου".

- Εν τέλει τι κάνει ο Ομπράντοβιτς πριν τα φάιναλ φορ; Υπάρχει κάτι σπέσιαλ στο τρόπο που προετοιμάζει τις ομάδες του;

"Ακριβώς επειδή δεν κάνει κάτι σπέσιαλ οι ομάδες του είναι πάντα έτοιμες. Δεν υπάρχει καμία ιδιαίτερη φόρμουλα. Σε κρατάει σε εγρήγορση όλο το χρόνο κάνοντας διάφορα τρικ ανάλογα τον αντίπαλο, την εποχή και το χαρακτήρα κάθε παίκτη. Αλλοτε σε πιέζει πολύ, άλλοτε σε αφήνει πιο χαλαρό. Και όταν φτάνει η κρίσιμη στιγμή, αισθάνεσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις τους πάντες και τα πάντα".

Με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς σε στιγμές...ηρεμίας

- Υπήρξε στιγμή που ο Ομπράντοβιτς, με κάποια απαίτησή σου, σ' έφερε στα όριά σου;

"Κάθε μέρα (γέλια). Κάθε μέρα είσαι στα όριά σου με τον Ομπράντοβιτς. Δεν έχεις το δικαίωμα να μην είσαι στα όριά σου κάθε μέρα. Αν δεν ήμουν έτσι, θα αισθανόμουν ότι κλέβω τον εαυτό μου και τους συμπαίκτες μου. Η ομάδα πάντα ήταν στα κόκκινα και λίγο παραπάνω. Αλλιώς δεν μπορείς να πετύχεις κάτι στο υψηλό επίπεδο. Ακούγεται επίφοβο,  είχε όμως μεγάλη υγεία μέσα του αυτό. Το καταλάβαινες στο τέλος της σεζόν όταν έκανες φλας μπακ".

- Το 2004 στον Παναθηναϊκό ήρθε ο Δημήτρης Διαμαντίδης. Περίμενες ότι θα έχει μία τόσο επιτυχημένη πορεία;

"Όταν παίζαμε εναντίον του στα παιχνίδια κόντρα στον Ηρακλή νομίζαμε ότι είχαμε να αντιμετωπίσουμε επτά αντιπάλους. Πάσαρες, ήταν ο Διαμαντίδης μπροστά, έτρεχες, ήταν πάλι μπροστά σου. Πήγαινες για λέι απ ήταν εκεί, στο αμυντικό ριμπάουντ εκεί, στο επιθετικό επίσης. Εκανε τα πάντα από τότε. Είναι ένας παίκτης που έκανε τους άλλους καλύτερους. Και αυτήν την ιδιότητα την κορύφωσε στον Παναθηναϊκό. Ηταν και θέμα χαρακτήρα, τον ενδιέφερε μόνο το μπάσκετ. Ο χαρακτήρας του απογείωσε την ομάδα".

- Η σχέση με τον Φραγκίσκο Αλβέρτη ποια ήταν;

Ο "Φράνκι" όταν πήγα στον Παναθηναϊκό ήταν ήδη ηγετική φιγούρα. Ημουν μαζί του χειμώνα καλοκαίρι. Ηταν πολύ ιδιαίτερος παίκτης και φυσικό πολύ καλό παιδί. Όταν πασάρεις στον Αλβέρτη που κάθε μπάλα την βάζει στο διχτάκι νιώθεις μια ασφάλεια. Μαζί του αισθανόμουν ασφάλεια και εκτός γηπέδου γιατί χειριζόταν ώριμα τις καταστάσεις με τα όποια λάθη του βέβαια. Είχε χαρακτήρα αρχηγού".

- Η σταδιοδρομία σου στην Εθνική ομάδα σταμάτησε μάλλον νωρίς. Γιατί συνέβη αυτό;

"Επαιξα στη Ντιζόν και στην Αττάλεια που ήταν απογοητετυικά τουρνουά για την Εθνική. Η απόφαση να μην είμαι πια στην ομάδα ήταν δίκαιη γιατί πιο μπροστά από μένα βρίσκονταν άλλα παιδιά και έτσι το υλικό ανανεώθηκε πολύ. Ο Σπανούλης και ο Διαμαντίδης για παράδειγμα ήταν πολύ πιο μπροστά από μένα. Ηταν μία σωστή επιλογή. Η κλήση στην Εθνική σου έφτιαχνε το καλοκαίρι. Επρεπε όμως να αλλάξουν τα πράγματα και καλώς άλλαξαν άσχετα αν εγώ στενοχωρήθηκα. Θα ήθελα ας πούμε να είμαι στο Βελιγράδι το 2005 και να πάρω το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ αλλά δεν γινόταν".

- Το 2006 ήρθε το διαζύγιό σου με τον Παναθηναϊκό. Ηταν δύσκολη στιγμή;

"Ημουν ήδη 9 χρόνια στην ομάδα. Στην τελευταία μου σεζόν, το 2005-06, δεν είχα μεγάλη συμμετοχή. Και εγώ και η ομάδα είχαμε κουραστεί, ο γάμος μας περνούσε μία κρίση. Η κρίση οδήγησε στο διαζύγιο. Αυτός που αποφάσισε το χωρισμό ήταν σαφώς ο Παναθηναϊκός. Εγώ είχα κάποια παράπονα από την πλευρά μου αλλά δεν ήμουν έτοιμος να φύγω. Δεν κατηγορώ κανέναν πάντως παρά μόνο τον εαυτό μου".

- Εν συνεχεία ήρθε το πέρασμά σου από τον Αρη...

"Πήγα στον Αρη όταν απέκτησε το δικαίωμα να παίξει στην Ευρωλίγκα μετά από 14 χρόνια. Το πρώτο μας παιχνίδι στο Αλεξάνδρειο για τη διοργάνωση με τη Φενέμπαχτσε ήταν ορόσημο. Επί 15 λεπτά ο κόσμος έριχνε χαρτάκια. Ηταν φοβερό, όλα αυτά που είχα δει στο youtube από την εποχή του Γκάλη και του Γιαννάκη, γίνονταν μπροστά μου. Εφυγα από μία μεγάλη ομάδα και πήγα σε ένα σύλλογο με πολύ μεγάλη ιστορία. Εγινα μέρος της σύγχρονης ιστορίας του Αρη στην Ευρωλίγκα, προκριθήκαμε δύο φορές στο 16 και διατηρήθηκα σε πολύ υψηλό επίπεδο".

- Επαιξες στον Πανελλήνιο και έκλεισες στην καριέρα σου στον Κολοσσό. Περίμενες κάτι άλλο για το τέλος της σταδιοδρομίας σου;

"Και ο Πανελλήνιος και ο Κολοσσός ήταν πολύ καλές ομάδες. Με τον Πανελλήνιο παίξαμε στο φάιναλ φορ του Euro Cup, είχαμε πολύ καλό σύνολο. Ο Πανελλήνιος έχει πολύ μεγάλη ιστορία αλλά στα νεώτερα χρόνια δεν είχε κάνει κάτι σημαντικό. Ο Κολοσσός ήταν σοβαρή ομάδα και βγήκαμε τρίτοι. Ηταν πολύ ωραία στη Ρόδο. Σε όλες τις ομάδες μου υπήρχαν πολύ υψηλοί στόχοι και αυτό ήταν κάτι που με βόλευε γιατί πάντα λειτουργούσα μέσα από το ομαδικό πνεύμα".

- Μετάνιωσες για κάτι όλα αυτά τα χρόνια;

"Εχω μετανιώσει που δεν τελείωσα το Πανεπιστήμιο, ήμουν στο τμήμα των ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών και οι καθηγητές είχαν όλη την καλή διάθεση να με βοηθήσουν. Είχα περάσει κάποια μαθήματα αλλά δεν συνέχισα. Θα έπρεπε να προσπαθώ περισσότερο να βρω το χρόνο να παρακολουθώ. Επίσης δεν συνέχισα τις σπουδές κιθάρας που έκανα και μετάνιωσα που δεν έμαθα μπουζούκι. Για το μπασκετικό κομμάτι δεν έχω απωθημένα. Είμαι υπερήφανος ακόμα και για τα λάθη μου".

- Είχες τη φήμη του ευέξαπτου όλα αυτά τα χρόνια. Αποδέχεσαι αυτό το χαρακτηρισμό;

"Στο γήπεδο βγάζεις πάντα ένα διαφορετικό εαυτό. Ημουν ευέξαπτος, προσπαθούσα να χαλάσω το παιχνίδι του αντιπάλου γι αυτό δεν ήμουν αρεστός απ' αυτόν. Έναν παίκτη για παράδειγμα που έβαζε 20 πόντους έπρεπε να τον κατεβάσω στους 10. Δεν ήθελα όμως να προβοκάρω ούτε να χτυπήσω αντιαθλητικά. Αν ο άλλος έπαιζε με τους ίδιους όρους, εγώ ήμουν εντάξει. Αν όμως ο αντίπαλος άρχιζε να βρίζει και να χτυπάει, εγώ, στην προσπάθειά μου να προασπίσω τον εαυτό μου και την ομάδα, προσαρμοζόμουν".

- Εξασφαλίστηκες οικονομικά από το μπάσκετ;

"Από τους γύρω μου είχα τον πιο χαμηλό μισθό. Εννοώ στον Παναθηναϊκό. Στη σημερινή κοινωνία, στην Ελλάδα της κρίσης, δεν μπορώ να πω ότι έχω εξασφαλιστεί. Ενας αθλητής όσο εύκολα παίρνει χρήματα τόσο εύκολα τα ξοδεύει. Δεν αποτελώ εξαίρεση σ αυτόν τον κανόνα. Είχα φτιάξει έτσι τη ζωή μου με βάση τα πολλά χρήματα που έπαιρνα. Απλώς τελευταία αναθεώρησα τις ανάγκες μου, όπως όλοι".

Ο συντάκτης του Contra.gr Νίκος Γιαννόπουλος με τον Γιώργο Καλαϊτζή

- Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα που σταμάτησες;

"Θα μείνω στο μπάσκετ από το κομμάτι της διαχείρισης παικτών, προπονητών και ομάδων. Εχω δώσει εξετάσεις και έχω πάρει το ελληνικό δίπλωμα ατζέντη. Η λέξη αυτή βέβαια δεν μου ακούγεται καλά στην αυτιά. Όπως και η λέξη δημοσιογράφος. Νομίζω ότι θα ακολουθήσω αυτό το δρόμο για να δω αν μου αρέσει κιόλας. Πιστεύω ότι μπορώ να πετύχω, αλλά χρειάζομαι ένα διάστημα προσαρμογής. Σέβομαι πρώτα από όλα τον εαυτό μου. Όλα είναι θέμα επιλογών. Το αν θα πετύχω δεν είμαι έτοιμος να το πω".

- Είπες ότι δεν σου αρέσει να ακούς τη λέξη δημοσιογράφος. Γιατί;

"Με το δημοσιογραφικό χώρο είχα πολύ καλή σχέση χωρίς να είμαι μαϊντανός. Με τους περισσότερους τουλάχιστον. Στο χώρο όμως ήρθαν και άνθρωποι που δεν ταίριαζαν σ αυτόν. Είδαν φως και μπήκαν. Οι δημοσιογράφοι επηρεάζουν πολύ την κοινή γνώμη. Κάποιοι έδιναν λοιπόν κατευθύνσεις. Και ο κόσμος που διαβάζει και ακούει δεν είναι έτοιμος να τα φιλτράρει όλα αυτά. Καλό αυτοί οι άνθρωποι δεν έκαναν.  Ελεγαν ότι ο τάδε παίκτης ήταν φίλος μου, ή ότι έμαθα πρώτος αυτή τη μεταγραφή. Αυτό που με εξοργίζει είναι ότι δεν σέβονται ότι χρωστούν την ύπαρξή τους στο μπάσκετ. Τώρα γίνεται ξεσκαρτάρισμα, σ' αυτό η κρίση είναι ευκαιρία. Εγώ έμαθα να τους ξεχωρίζω. Αυτόν που θα του πεις ένα πράγμα και θα γράψει ένα και αυτόν που θα του πεις μισό και θα γράψει δέκα. Πολλά πράγματα γράφτηκαν για μένα και με έβγαλαν από τα ρούχα μου. Δεν μπορούσαν να με πλήξουν αγωνιστικά αλλά μιλούσαν για τη συμπεριφορά μου. Στον Πανιώνιο, στην Εθνική, στον Παναθηναϊκό. Δεν μένει τίποτα κρυφό κάτω από τον ήλιο όμως. Δεν συνέδεσα ποτέ το όνομά μου με κάτι μεμπτό. Οσοι ήρθαν κοντά μου με ειλικρίνεια, είναι ακόμα κοντά μου. Οσοι ήρθαν για να ζήσουν το δικό τους το όνειρο, όχι. Δεν τους μιλάω καν.  Παλιά υπήρχαν παίκτες που θεωρούσαν ότι έπρεπε να έχουν κολλητό ένα δημοσιογράφο για να πορευτούν. Τα νέα παιδιά ευτυχώς είναι διαφορετικά".

- Βλέπουμε ένα τατουάζ με τέσσερα γυναικεία ονόματα του στο χέρι σου. Θα μας...  εξηγήσεις;

"Είναι η οικογένειά μου. Η σύζυγός μου και οι τρεις κόρες μου. Οφείλω πάρα πολλά σ αυτά τα πρόσωπα και στους γονείς μου. Μέσα από το μπάσκετ, δημιούργησα τη δική μου οικογένεια που μου έδωσε μόνο χαρές. Τους έχω ανάγκη. Αγαπούσα ανέκαθεν τα παιδιά, γι αυτό έκανα και τρία. Στη ζωή του αθλητή παίζει μεγάλο ρόλο το οικογενειακό περιβάλλον. Στην καριέρα μου οφείλω πολλά στον άνθρωπό μου που με ήταν δίπλα μου και με στήριζε πάντα".

Longread

Οι 11 κορυφαίοι Βραζιλιάνοι της Ελλάδας

Το Contra.gr επέλεξε και σας παρουσιάζει τους 11 καλύτερους Βραζιλιάνους που έχουν αγωνιστεί στην Ελλάδα. Χωρίς σύστημα, με τον Πάουλο Κάμπος στον πάγκο! Ψηφίστε τον κορυφαίο κατά τη γνώμη σας!