Ήταν κάποτε μια ομάδα που την έλεγαν Μαρούσι

Τούτη εδώ η ιστορία, φίλε αναγνώστη, δεν είναι η τυπική ιστορία αθλητικής ακμής και παρακμής. Για όσους την έζησαν είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η ιστορία πολλών ζωών που έζησαν το ίδιο αθλητικό όνειρο, είναι η ιστορία ενός ολόκληρου προαστίου, είναι μια μικρογραφία της ιστορίας του ίδιου του ελληνικού μπάσκετ.

Και όλα δεν ξεκίνησαν στις 17 Απριλίου του 2001, τη βραδιά που μια μικρή συνοικιακή ομάδα στεφόταν Κυπελλούχος Ευρώπης στη Βαρσοβία, αποδεικνύοντας ότι και στη σύγχρονη εποχή υπάρχουν Σταχτοπούτες που βλέπουν τις χρυσές άμαξες να μένουν χρυσές και να μην γίνονται κολοκύθες όταν το ρολόι σημάνει μεσάνυχτα.

Όλα ξεκίνησαν πολύ πολύ νωρίτερα, κάπου πενήντα χρόνια πριν, όταν ο σπόρος του μπάσκετ φύτρωσε στο Μαρούσι. Σε ένα χωράφι που ποτέ δεν είχε καταφέρει να φυτρώσει το ποδόσφαιρο ή άλλο σπορ.

Οι παρέες έγραψαν ιστορία

Την ιστορία λένε τη γράφουν οι παρέες και παρέες βρέθηκαν πολλές και διαφορετικές στο Μαρούσι. Από τους πιονιέρους μέχρι τη νεότερη γενιά. Ο πατριάρχης του Μαρουσιώτικου μπάσκετ, ο Κώστας Κουτσούκος, που πάνω από μισό αιώνα υπηρετεί την ομάδα από όλα τα μετερίζια, ο Σεντούκας, ένας προπονητής που λάτρευε να δουλεύει με νέους παίκτες, ο Βασίλης ο Κωνταντίνου πριν γίνει "φίρμα" και αφήσει το μπάσκετ με εντολή Πούσκας για να γίνει ο βασικός τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού, ο Τσουκλείδης, ο Αραποστάθης και άλλοι πολλοί που ξεκίνησαν τον ΓΣΑ, τον Γυμναστικό Σύλλογο Αμαρουσίου από ένα μικρό ανοιχτό γηπεδάκι δίπλα στις γραμμές του τραίνου.

Και έφτασαν σιγά-σιγά την ομάδα μέχρι την Α' εθνική. Μαζί με την ομάδα μεγάλωσε και ο… χώρος, δίπλα στο ανοικτό γηπεδάκι κτίσθηκε το κλειστό του Σπύρου Λούη, που αντέχει ακόμη και σήμερα σε πείσμα δημοτικών αρχών και μεγαλοεργολάβων που κάθε τόσο εκπονούν και ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο για να το μετατρέψουν σε ένα μίνι mall ή σε ένα γιγαντιαίο πάρκο. Γενιές ολόκληρες παιδιών μεγάλωσαν με το όνειρο να παίξουν μια μέρα στο πλαστικό πάτωμα του Σπύρου Λούη, να φορέσουν τα κίτρινα μαύρα.

Μπασκετικός παράδεισος για κάποιους

Το μοναδικό γυμνάσιο της περιοχής ήταν πέντε βήματα από το κλειστό. Η κλασική κοπάνα δεν ήταν αναγκαστικά για καφέ στην Αλάσκα της Κηφισιάς ή για μια παρτίδα μπιλιάρδο στο υπόγειο Galaxy του Σωκράτη, αλλά τις περισσότερες φορές για ένα "μονό". Οι τοπικές σχολικές φίρμες ήταν ο Γιάννης Κουκής (αργότερα έπαιξε και σε Ολυμπιακό-Παναθηναϊκό) και ο Κώστας Κολοβέρος, μαθητές τότε στο 1ο (και μοναδικό) γυμνάσιο Αμαρουσίου, έστω και αν ήταν ακόμη στο ξεκίνημα της καριέρας του και απλά συμπλήρωναν τη δεκάδα της ομάδας.

Και κάθε Σάββατο, γινόταν το αληθινό πανηγύρι. Ερχόταν η ώρα του αγώνα με τους 300-400 τυχερούς που είχαν βρει εισιτήριο περιμένοντας σε ουρά στο μοναδικό χώρο διάθεσης τους, το γαλατάδικο του Αυγερόπουλου, να πιάνουν θέση στις μικρές ξύλινες εξέδρες. Τριάντα παλιές δραχμούλες, όσο πάνω κάτω το χαρτιζλίκι μιας εβδομάδας κόστιζε το εισιτήριο που οδηγούσε στον μπασκετικό παράδεισο.

Τετρακόσιοι μέσα και άλλοι τόσοι έξω να παρακαλάνε για ένα εισιτήριο ή να περιμένουν το ημίχρονο. Τότε, ο υπεύθυνος για τα εισιτήρια, ο παλαίμαχος υπάλληλος της ΕΟΚ Κώστας Σιμωνίδης, Μαρουσιώτης γέννημα θρέμμα, έδινε την εντολή να ανοίξουν οι πόρτες και να στριμωχτούν όλοι στις θέσεις των ορθίων πίσω από το καλάθι. Και ο ίδιος πάντα διακριτικός και ουδέτερος έλεγε μπαίνοντας στο γήπεδο: "Αντε να δούμε τι θα κάνει η ομάδα απόψε. Τουλάχιστον φέτος έκανε 1-2 νίκες". Ήταν από τη γενιά που κουβαλούσε το βίωμα της ομάδας που είχε υποβιβαστεί χωρίς νίκη (0-26) μερικά χρόνια νωρίτερα και πάντοτε φοβόταν την... επανάληψη!

Το ασανσέρ των '70s

Στη δεκαετία του '70 το Μαρούσι έμοιαζε με ασανσέρ. Ανέβαινε τη μια χρονιά στην Α' εθνική και έπεφτε την επόμενη. Μέχρι που ανέλαβε τις τύχες του ο Θανάσης Χριστοφόρου και η ομάδα απέκτησε δύο εν ενεργεία διεθνείς και… σπόνσορα. Ο Χριστοφόρου ήταν ακόμη παίκτης στην ΑΕΚ και έφτιαξε την ομάδα που ανέβηκε από την Β' εθνική και τερμάτισε την επόμενη σεζόν 6η στο πρωτάθλημα με τον Θέμη Χολέβα στον πάγκο.

Η ραχοκοκαλιά της ήταν ένας σέντερ, ο Δημήτρης Φωσσές και ένας πλέι μέικερ ο Νίκος Δαρίβας. Ο πρώτος ήταν "βαρύς", λιγομίλητος, λαϊκό παιδί, ο δεύτερος -που έφυγε δυστυχώς νεότατος σε ηλικία 49 ετών προδομένος από την καρδιά του- παιδί πλούσιας οικογένειας που εμφανιζόταν στο γήπεδο οδηγώντας Πόρσε και παρέα με μοντέλα της εποχής. Δίπλα τους, συμπλήρωσαν μια φοβερή ομάδα, ο Νυδριώτης και ο Σταύρος Κόντος (αδελφός του Αποστόλη) που είχαν αποκτηθεί από την ΑΕΚ, ο Γιώργος Σπανουδάκης, αδελφός του γνωστού μουσικοσυνθέτη, ο θρυλικός ''φαλακρός'' Μαραθιανάκης, ο σέντερ μικρογραφία του... Σχορτσανίτη, ο Πολυχρονόπουλος (2μ.05 και πάνω από 130 κιλά), ο Κοτζιάς και οι ''μικροί'' Κολοβέρος και Κουκής.

Υπήρχε και σπόνσορας. Η τοπική εταιρεία έτοιμου σκυροδέματος "Λατό" με τις φανέλες να γράφουν στο κέντρο τους  "Μαρούσι Λατό έτοιμο μπετό", φράση που έγινε ακόμη και αυτόνομο σύνθημα στις εξέδρες σε μια σπάνια περίπτωση που ο κόσμος φώναζε το όνομα του χορηγού αφού έκανε καλή ρίμα!

Η πρώτη διάκριση...

Το 1978 το Μαρούσι γνωρίζει την πρώτη μεγάλη του διάκριση. Παίζει στο Κύπελλο Κόρατς. Λεφτά για αμερικάνικη ενίσχυση δεν υπήρχαν, ίσα-ίσα βρέθηκε το ποσό του ταξιδιού και η αυστριακή Μίλντε Σόρτε έμοιαζε με μεγαθήριο για τα δόντια της ομάδας. Το Μαρούσι έχασε 114-77 στη Βιέννη, αλλά στη ρεβάνς μέσα σε αποθέωση κέρδισε με ένα πόντο διαφορά χάρη σε καλάθι του Φωσσέ.

Η πρώτη ευρωπαϊκή νίκη πανηγυρίστηκε περίπου με κατάκτηση τίτλου, το προάστιο φωταγωγήθηκε με εντολή του δημάρχου, σκηνικό που έμελλε να επαναληφθεί 24 χρόνια αργότερα, όταν οι νέοι εκείνης της εποχής είχαν γίνει μεσόκοποι και οι μεσόκοποι είχαν γεράσει.

... και η περίοδος παρακμής

Το 1981 έρχεται η πρώτη περίοδος παρακμής. Το Μαρούσι πέφτει στη Β' Εθνική, ο Φωσσές πουλιέται στον Πανιώνιο και δύο χρόνια αργότερα θα πουληθεί και ο Δαρίβας στον Ολυμπιακό.

Η ομάδα βολοδέρνει για τα επόμενα χρόνια κάπου μεταξύ Β' εθνικής και της νεοσύστατης Α2 αλλά το πάθος για το μπάσκετ δεν σβήνει. Την κρατάει ζωντανή ένας πρόεδρος, ο Μαργαρίτης Βολιώτης, που είχε μαγαζιά με εξοπλισμούς αυτοκινήτων και όπως έλεγε: "Έχω τρία μαγαζιά και τα λεφτά του ενός πάνε στην ομάδα". Έρχεται η νέα γενιά παικτών που δημιουργεί ελπίδες. Ο Κολοβέρος είναι πια ο ηγέτης και έχει δίπλα του τον Μπιρνιάκο, τον Θεοφανέλλη (μετέπειτα πρόεδρο της ένωσης δισκογραφικών εταιρειών της Ελλάδας), τον Καλοζύμη, τον Βρεττάκο (γιο του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Δημήτρη Βρεττάκου και σήμερα γενικό διευθυντή μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ), τον Σοφοκλή Τέιλορ και ένα δίδυμο ψηλών με τεράστιες προδιαγραφές. Ο Κώστας Πεππές και ο Γιώργος Μπαρτζώκας.

Είναι η αδικημένη γενιά που δεν μπόρεσε να παίξει ξανά στην Α1, αφού κάποια στιγμή ο Πεππές πουλήθηκε στον Ολυμπιακό και η καριέρα του Μπαρτζώκα καταστράφηκε από απανωτούς τραυματισμούς. Στο ξεκίνημα της με τα εφηβικά του Αμαρουσίου εκείνη η γενιά θα φτάσει πολύ κοντά στην κατάκτηση του πρωταθλήματος εφήβων, αλλά θα χάσει στον τελικό που γίνεται στο κλειστό της Νέας Σμύρνης από τον Πειραϊκό του Σταύρου Ελληνιάδη. Της κοστίζει ένα μοιραίο μπρος-πίσω που θα κάνει στην τελευταία επίθεση του αγώνα ο μετέπειτα δημοσιογράφος Γιάννης Ντεντόπουλος. Ακόμη τον κυνηγάει η κατάρα εκείνου του λάθους τον Γιάννη, χώρια όσων λέγονται κάθε φορά που θα συναντήσει σε κάποιο γήπεδο τον Ελληνιάδη.

Ο Βωβός που άλλαξε τα δεδομένα

Η ομάδα συνεχίζει την πορεία της μεταξύ Β' εθνικής και Α2 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '90. Τότε στο προσκήνιο εμφανίζεται η οικογένεια Βωβού που έχει ξεκινήσει να κτίζει θηρία από μπετόν στην Κηφισίας. Πολλοί λένε ακόμη ότι ο Άρης Βωβός ήθελε να εμπλακεί με το μπάσκετ για να δείξει ότι ανταποδίδει στην τοπική κοινωνία, άλλοι λένε ότι απλά ήταν ένα τέχνασμα της τότε δημοτικής αρχής που είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια εξ ου και η εξαγγελία του δήμαρχου Τζανίκου: "Το Μαρούσι σύντομα θα θυμίζει Μανχάταν".

Το Μαρούσι κτίζεται σε κάθε γωνία του, το πράσινο γίνεται πολυτέλεια, τα πάντα αλλάζουν αλλά η πιο δραστική αλλαγή γίνεται στην ομάδα. Ο Άρης Βωβός, ό,τι και αν λένε για την εμπλοκή του με το μπάσκετ, ήταν σπόρτσμαν, οδηγός σε ράλι ο ίδιος και την ομάδα την αγάπησε όσο λίγοι. Ξόδεψε λεφτά, πήρε παίκτες, την ξανάφερε στην Α1 και την είδε το μαγικό βράδυ της 17ης Απριλίου του 2001 στη Βαρσοβία να παίρνει το Κύπελλο Σαπόρτα (μετεξέλιξη του Κυπέλλου Κυπελλούχων) κερδίζοντας τη Σαλόν.

 

Η μαγική νύχτα της 17ης Απριλίου

Ποτέ ξανά δύο βολές, όπως αυτές που εκτέλεσε ο Σωτήρης Νικολαϊδης στα 15 δευτερόλεπτα δεν ήταν η ιστορία μιας ομάδας. Το Μαρούσι θα φωταγωγηθεί ξανά με εντολή του δημάρχου-βεβαίως, βεβαίως- και οι θριαμβευτές που επιστρέφουν μέσα στη νύχτα από την Πολωνία θα κάνουν τον γύρο του θριάμβου στο προάστιο που τους περιμένει ξάγρυπνο.

Το Μαρούσι θα συνεχίσει την αυτόνομη πορεία του. Από το 2001 και για μια πενταετία είναι ξεκάθαρα η τρίτη καλύτερη ελληνική ομάδα. Η μεγαλύτερη μικρή ομάδα της χώρας. Παίζει στα ημιτελικά του Κόρατς, στον τελικό του Eurochallenge, σε δύο τελικούς Κυπέλλου Ελλάδος και άλλες δύο φορές τερματίζει δεύτερο στο πρωτάθλημα. Παρόλα αυτά το παράπονο των "παλιών" παραμένει. Ο κόσμος δεν αγκαλιάζει την προσπάθεια, οι παραδοσιακοί φίλαθλοι δεν πηγαίνουν στο γήπεδο διαμαρτυρόμενοι που η έδρα μεταφέρθηκε από τον κλασικό "Σπύρο Λούη" στο νέο κλειστό του Άγιου Θωμά που έχει κτίσει ο Βωβός μακριά από το κέντρο της πόλης, οι εξέδρες γεμίζουν σπάνια, η άναρχη οικιστική επέκταση του Αμαρουσίου έχει φέρει φρέσκο κόσμο στην περιοχή που δεν ξέρει καλά-καλά ότι υπάρχει ομάδα μπάσκετ.

Η δύσκολη επιβίωση

Το Μαρούσι επιβιώνει χωρίς φιλάθλους, αλλά δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς Βωβό. Η κατάρρευση της οικογένειας και των επιχειρήσεων οδηγεί σταδιακά στη διάλυση της ομάδας που πέφτει με ρυθμό εξπρές. Φέτος, μόλις 14 χρόνια μετά τη μαγική βραδιά της Βαρσοβίας το Μαρούσι μόνο και έρημο, με λίγους πια να το ακολουθούν και ακόμη λιγότερους να το βοηθάνε είναι τελευταίο στη Β' εθνική. Του χρόνου θα παίξει για πρώτη φορά στην ιστορία του στη Γ' εθνική και μάλλον δεν είναι μακριά η εποχή που θα συναντήσει τους παλιούς "άσπονδους" εχθρούς της δεκαετίας του '70 όπως ο Σπόρτιγκ στην άγονη γραμμή του ελληνικού μπάσκετ.

Και θα περιμένει, πάλι με χρόνια και καιρούς, τον νέο Βωβό που θα έρθει για να ξαναφέρει τη μπασκετική άνοιξη. Μέχρι τότε για όποιον ανεβαίνει την Κηφισίας υπάρχουν τα κτίρια με την επωνυμία της οικογένειας και κάπου στα αριστερά, στις προθήκες ενός γηπέδου, το Κύπελλο Σαπόρτα για να θυμίζουν ότι σε αυτά τα μέρη "ήταν κάποτε μια ομάδα"...

YΓ. Υπάρχουν πολλοί ακόμη που μέσα σε αυτά τα εξήντα και βάλε χρόνια έβαλαν το λιθαράκι τους και ήταν κομμάτια αυτής της ωραίας ιστορίας. Ας με συμπαθάνε που δεν διάβασαν τα ονόματα τους... Οπως για παράδειγμα ο Βαγγέλης Νικητόπουλος, προπονητής της ομάδας για πολλά χρόνια τις δύσκολες εποχές που έπαιζε στη Β' εθνική στις δεκαετίες του '80 και του '90.

Face Control

Το bullying στον Φετφατζίδη

Ο Γιάννης Φετφατζίδης είναι ο Πάσπαλι του ποδοσφαιρικού Ολυμπιακού. Μία φάση που τον στιγμάτισε και η αναζήτηση της εξιλέωσής. Το γκολ με τη Λαμία ήταν το πρώτο βήμα, αναζητά το επόμενο.