Ανηφόρες και χρονόμετρα

Μερικές σκέψεις για τους τρεις μεγάλους ποδηλατικούς γύρους (Tour, Giro & Vuelta). Η "προαιώνια" κόντρα ανάμεσα στους all-rounders και τους ανηφορίστες, η απόλυτη κυριαρχία του χρονόμετρου, το αναμενόμενο μπραντεφέρ ανάμεσα στην παλιά και τη νέα γενιά, οι αλλαγές και οι προθέσεις της UCI.

Τους τελευταίους μήνες παρουσιάστηκαν επίσημα οι διαδρομές του Giro, του Tour και της Vuelta για το 2019. Έτσι λοιπόν, τόσο εμείς, οι φίλοι της ποδηλασίας, όσο και οι ομάδες, έχουμε μια συνολική εικόνα για τον σχεδιασμό των τριών μεγάλων γύρων της φετινής χρονιάς. Είναι προφανές ότι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές του αθλήματος, εκείνοι που διεκδικούν τη διάκριση στους αγώνες των τριών εβδομάδων, βρίσκονται σε διαδικασία ανάλυσης των συγκεκριμένων διαδρομών, ώστε να αποφασίσουν σε ποιους θα συμμετάσχουν. Παράλληλα, στα πρώτα προπονητικά καμπ της σεζόν που παραδοσιακά έγιναν μέσα στον Δεκέμβριο, οι μάνατζερ, σε συνεργασία με τους αθλητικούς διευθυντές αλλά και τους αθλητές, έκαναν τον προγραμματισμό τους μοιράζοντας τις αγωνιστικές υποχρεώσεις της νέας χρονιάς.

Κάθε φορά που παρουσιάζεται ένας μεγάλος γύρος, όλοι, ομάδες, δημοσιογράφοι και φίλαθλοι, προσπαθούν να προσεγγίσουν - ο καθένας με τον δικό του τρόπο - τη "λογική" του εκάστοτε αγώνα, αλλά και τις απαιτήσεις του. Στο πρώτο - το θεωρητικά πιο εύκολο - επίπεδο, ο αρχικός χαρακτηρισμός που δίνεται σε έναν μεγάλο γύρο, είναι αν ευνοεί τους ανηφορίστες ή τους all rounders. Από εκεί και μετά, η ανάλυση πάει πιο βαθιά, εξετάζοντας πολύ περισσότερες παραμέτρους που δύνανται να επηρεάσουν τον συγκεκριμένο αγώνα, καταλήγοντας με αυτόν τον τρόπο στα τελικά συμπεράσματα, πάνω στα οποία βασίζεται η τελική επιλογή των αρχηγών και η δημιουργία των ομάδων που θα τους πλαισιώσει.

ΑΝΗΦΟΡΙΣΤΕΣ VS ALL-ROUNDERS

Νάιρο Κιντάνα και Κρις Φρουμ, "εκπροσωπούν" τους ανηφορίστες και τους all-rounders τα τελευταία χρόνια στο πελοτόν (AP Photo/Christophe Ena)

Διαχρονικά, τα πρώτα δυο στοιχεία που κοιτάμε σε έναν μεγάλο γύρο, είναι το σύνολο των χιλιομέτρων της ατομικής χρονομέτρησης και ο αριθμός των τερματισμών σε ανηφόρα. Αυτοί οι δυο αριθμοί που προκύπτουν, "αποφασίζουν" αν η πρώτη εντύπωση θα είναι υπέρ των διεκδικητών που διακρίνονται στο ανηφορικό τερέν ή αν θα είναι υπέρ εκείνων που διακρίνονται στο χρονόμετρο. Πόσο αξιόπιστη όμως αποδεικνύεται αυτή η αξιολόγηση, έστω και αν κάθε χρόνο βλέπουμε τους πάντες να την ακολουθούν; Τα ίδια τα αποτελέσματα δείχνουν με τρόπο ξεκάθαρο ότι σπάνια επιβεβαιώνεται, άρα εκ των πραγμάτων μπορεί να χαρακτηριστεί αυθαίρετη και μάλλον αποτυχημένη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην πρόβλεψη.

Η ποδηλασία δρόμου, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ένα άθλημα προγνωστικών, αλλά - πρωτίστως - βαθιάς ανάλυσης. Σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα αθλήματα, υπάρχουν συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες. Η διαδρομή δεν είναι ποτέ η ίδια, οι αλλαγές του καιρού (βροχή, άνεμος, χιόνι, ζέστη) επηρεάζουν την εξέλιξη του αγώνα, τα απρόοπτα παρουσιάζονται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα από οποιοδήποτε άλλο άθλημα. Η τακτική και η στρατηγική παίζουν τεράστιο ρόλο, καθώς και ο συνδυασμός της απόδοσης του αρχηγού με την υποστήριξη της ομάδας. Η επιστήμη και η τεχνογνωσία έχουν κάνει τεράστια άλματα, σε σημείο που η εξάρτηση των αθλητών από αυτές να είναι - σχεδόν - ολοκληρωτική.

Στο σημερινό κείμενο θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια σύγκριση της ποδηλασίας του σήμερα με εκείνη του χθες (σε σχέση πάντα με τους μεγάλους γύρους), να δούμε γιατί δεν ισχύει η ταμπέλα "για ανηφορίστες ή όχι" και πόσο έχουν επηρεάσει το άθλημα οι πρόσφατες αλλαγές αλλά και εκείνες που έχουν προταθεί και εξετάζεται αν θα εφαρμοστούν. Ας ξεκινήσουμε με το αν έχει νόημα να χαρακτηρίζουμε έναν μεγάλο γύρο ιδανικό για τους ανηφορίστες ή τους all rounders. Όπως έγραψα και στον πρόλογο, είναι τα αποτελέσματα εκείνα που καταρρίπτουν αυτόν τον διαχωρισμό. Αν, για παράδειγμα, κοιτάξουμε τον Γύρο Γαλλίας, θα δούμε ότι μπορεί τα τελευταία χρόνια να μειώνονται όλο και περισσότερο τα χιλιόμετρα της ατομικής χρονομέτρησης, όμως οι all-rounders είναι οι απόλυτοι κυρίαρχοι.

ΟΙ ΑΝΗΦΟΡΙΣΤΕΣ ΜΟΛΙΣ ΤΟ 16% ΤΟΥ TOUR!

Άντι Σλεκ και Αλμπέρτο Κονταδόρ, οι δυο τελευταίοι ανηφορίστες που κατέκτησαν το Tour de France (AP Photo/Christophe Ena)

Στην τελευταία εικοσαετία, οι μοναδικοί ανηφορίστες που έχουν φορέσει την κίτρινη φανέλα στα Ηλύσια Πεδία, είναι ο Άντι Σλεκ (2010, μετά την τιμωρία του Κονταδόρ), ο Κάρλος Σάστρε (2008) και ο Μάρκο Παντάνι (1998). Σε αυτούς τους τρεις θα προσθέσουμε και τον Αλμπέρτο Κονταδόρ (2007 & 2009), με την υποσημείωση όμως ότι το πέτυχε, επειδή βελτιώθηκε πάρα πολύ στο χρονόμετρο, τόσο, ώστε στην ουσία να γίνει και αυτός all-rounder. Το συμπέρασμα που βγαίνει, είναι ότι για να κερδίσεις το Tour, πρέπει είτε να είσαι all-rounder, είτε να είσαι ανηφορίστας με μεγάλη βελτίωση στο χρονόμετρο. Τα προφίλ των νικητών στη Γαλλία δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για αμφισβήτηση. Οι all-rounders μπορεί κάποιες φορές να χάνουν δευτερόλεπτα στις ανηφόρες, όμως τα κέρδη τους στα χρονόμετρα μετριούνται σε λεπτά.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι ίσως φταίει το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια οι ανηφορίστες υστερούν αρκετά σε σχέση με τους all-rounders, ότι δηλαδή ποιοτικά δε βρίσκονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να διεκδικήσουν την κίτρινη φανέλα. Ούτε αυτό όμως ευσταθεί, αφού αν μεταφερθούμε ακόμα πιο πίσω χρονολογικά, θα παρατηρήσουμε ότι η κυριαρχία των all-rounders είναι διαχρονική. Πριν τον Παντάνι και το 1998, πρέπει να πάμε μια δεκαετία πίσω, στο 1988, για να βρούμε τον αμέσως προηγούμενο ανηφορίστα που κέρδισε το Tour, τον Περίκο Ντελγάδο, ο οποίος πάντως νίκησε ακριβώς επειδή παρουσιάστηκε τρομερά βελτιωμένος στο χρονόμετρο. Και πριν τον Περίκο, φτάνουμε στο 1976 και τον Λουσιέν Βαν Ίμπε ή στο 1973 και τον Λουίς Οκάνια.

Να το δούμε συγκεντρωτικά; Από το 1969 και την πρώτη νίκη του Έντι Μερξ, στα τελευταία δηλαδή 50 χρόνια του Γύρου Γαλλίας, είναι μόλις επτά οι ανηφορίστες που έφυγαν από το Παρίσι με την κίτρινη φανέλα (Οκάνια, Βαν Ίμπε, Ντελγάδο, Παντάνι, Σάστρε, Σλεκ και Κονταδόρ), καλύπτοντας τις 8 από τις 50 συνολικά νίκες (μόλις το 16%)! Νομίζω ότι οι αριθμοί είναι αδιάψευστοι και επιβεβαιώνουν στο 100% ότι χωρίς καλό χρονόμετρο δεν πας πουθενά, οπωσδήποτε όχι στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου στα Ηλύσια Πεδία. Και βέβαια, το ότι τα χιλιόμετρα της ατομικής χρονομέτρησης συνεχώς μειώνονται, δεν μοιάζει αρκετό ώστε να αλλάξουν οι ισορροπίες. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η μείωση είναι πραγματικά εντυπωσιακή.

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΩΝ

Μιγκέλ Ιντουράιν, ο μεγαλύτερος χρονομετρίστας όλων των εποχών, στον πρόλογο του Γύρου Γαλλίας του 1995 (AP Photo/Peter Dejong)

Να δώσω ένα παράδειγμα. Το 1992 υπήρχαν συνολικά 200 (!) χιλιόμετρα χρονομέτρου, τα 137 σε ατομική χρονομέτρηση και τα 63 σε ομαδική. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι αν υπήρχαν αυτά τα νούμερα στις διοργανώσεις του σήμερα, οι Φρουμ, Ντιμουλάν και λοιποί all-rounders θα έριχναν δυο μέρες και δυο νύχτες στους ανηφορίστες. Θα τους "εξαφάνιζαν" κυριολεκτικά από τον χάρτη με διψήφιες διαφορές (σε λεπτά φυσικά). Η τελευταία φορά που τα χιλιόμετρα της ατομικής χρονομέτρησης ξεπέρασαν τα εκατό, ήταν το 2012 με 101.5 (ένας πρόλογος συν δυο ακόμα ετάπ). Από εκεί και μετά, η μείωση έχει ως εξής: 65 χλμ το 2013, 54 το 2014, 14 το 2015, 55 το 2016, 37 το 2017, 31 πέρυσι και 27 φέτος.

Ακόμα και με αυτά τα πολύ λιγότερα χιλιόμετρα, οι ανηφορίστες αποδεικνύονται "ανίκανοι" να κοντράρουν τους all-rounders. Και αυτό ισχύει όχι μόνο στην ατομική χρονομέτρηση, αλλά ακόμα και στις ανηφόρες. Δείτε ας πούμε τί έγινε στο περσινό Tour. Το μοναδικό ατομικό χρονόμετρο βρισκόταν στο προτελευταίο ετάπ (Εσπελέτ, 31 χλμ). Πριν φύγουν οι αθλητές από τη ράμπα εκκίνησης, η γενική κατάταξη, μετά από 19 αγωνιστικές ημέρες και έξι ετάπ βουνών (συν τα μέσης δυσκολίας), είχε τέσσερις all-rounders στην πρώτη τετράδα: τον Τόμας πρωτοπόρο και τους Ντιμουλάν, Ρόγκλιτς και Φρουμ να ακολουθούν με διαφορές από 2 έως δυόμισι λεπτά. Ο πρώτος ανηφορίστας της γενικής, Στίβεν Κράισβαϊκ, ήταν πέμπτος στα τεσσεράμισι λεπτά πίσω!

Περιττό να προσθέσουμε ότι μετά το 20ο ετάπ και την ατομική χρονομέτρηση, οι all-rounders μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο τις χρονικές διαφορές τους από τους ανηφορίστες. Και όλα αυτά, ενώ οι all-rounders διαμαρτύρονται συνεχώς τα τελευταία χρόνια για τα λίγα χιλιόμετρα του χρονομέτρου! Τι είναι όμως αυτό που εμποδίζει τους ανηφορίστες να ξεπεράσουν τους all-rounders στον Γύρο Γαλλίας; Πρόκειται για ένα διαχρονικό φαινόμενο, η πραγματικότητα - που επιβεβαιώνεται σχεδόν κάθε χρόνο - λέει ότι δεν είναι μόνο το χρονόμετρο, αλλά και οι τρομερές ικανότητες που έχουν οι all-rounders στις ανηφόρες. Τους βλέπουμε να ανεβαίνουν με μια εντυπωσιακή ευκολία και στη χειρότερη να χάνουν μόλις λίγα δευτερόλεπτα στην κορυφή, αφού εκεί οι ανηφορίστες, εκμεταλλευόμενοι το μικρό τους βάρος, είναι πιο εκρηκτικοί και με μια επιτάχυνση, μπορούν να πάρουν λίγα μέτρα πλεονέκτημα και μαζί λίγα δευτερόλεπτα (ή μπόνους) στον τερματισμό.

ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΩΝ ALL-ROUNDERS ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ

Ο Κρις Φρουμ στην κορυφή του Μον Βαντού στο Tour του 2013.

Όσο και αν πολλές φορές μπορεί να μοιάζει ανεξήγητο σε εμάς, υπάρχει εξήγηση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ανηφόρες (και ειδικά εκείνες του τερματισμού) δεν παρουσιάζονται μόνες τους μέσα σε ένα ετάπ. Αντίθετα, προηγούνται πολλά χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουμε στην ανάβαση και εκεί είναι που οι ομάδες των all-rounders (κυρίως οι ισχυρές) επιβάλλουν έναν πολύ δυνατό ρυθμό ώστε να κουράσουν τους πιο ευάλωτους - λόγω μικρού βάρους - ανηφορίστες. Πρόκειται για μια τακτική που εφάρμοσε ο Έντι Μερξ και από εκεί και μετά έγινε κλασική στρατηγική για όλα τα μεγάλα φαβορί που ήθελαν να αποδυναμώσουν τους ανηφορίστες αντιπάλους τους. Από την άλλη, βλέπουμε ότι η πλειοψηφία των all-rounders στις τελευταίες δεκαετίες (Λεμόντ, Ιντουράιν, Ρίις, Ούλριχ, Έβανς, Γουίγκινς, Φρουμ, Νίμπαλι, Ντιμουλάν), ανεβαίνει τις ανηφόρες με εκπληκτικό τρόπο.

Συμβαίνει δηλαδή από την ανάποδη, το "ζητούμενο" για τους ανηφορίστες. Αντί να δούμε αυτούς τους αθλητές να βελτιώνονται στο χρονόμετρο, ώστε να προβληματίσουν τους all-rounders, γίνεται το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή οι αθλητές που διακρίνονται στο χρονόμετρο, να παρουσιάζουν μια εντυπωσιακή εικόνα στις ανηφόρες, με αποτέλεσμα να βγάζουν σχεδόν εκτός εξίσωσης τους αντιπάλους τους στο δικό τους τερέν. Δεν είναι καθόλου λίγες φορές εκείνες στις οποίες οι all-rounders όχι μόνο ανεβαίνουν μαζί με τους κορυφαίους ανηφορίστες, αλλά τους προσπερνούν στα τελευταία χιλιόμετρα. Έτσι λοιπόν, όσο και αν λιγοστεύουν τα χρονόμετρα, η ζυγαριά γέρνει σαφώς υπέρ των "ολοκληρωμένων" αθλητών, εκείνων που διακρίνονται σε όλα τα τερέν.

Όλα δείχνουν πως είναι πολύ πιο εύκολο για τους all-rounders να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις των αναβάσεων, παρά να συμβεί το αντίθετο, δηλαδή να βελτιωθούν οι ανηφορίστες στο χρονόμετρο. Και όσο συμβαίνει αυτό, οι all-rounders θα συνεχίσουν να κυριαρχούν. Αν θέλετε να περάσουμε και στους άλλους δυο μεγάλους γύρους, θα δούμε ότι και εκεί συμβαίνει κάτι ανάλογο, αν και σε κάπως μικρότερο βαθμό. Στο Giro, την τελευταία δεκαετία, έχουμε μόνο τρεις νίκες από ανηφορίστες (Κιντάνα 2014, Σκαρπόνι 2011 και Μπάσο 2010). Παρά το γεγονός ότι στην Ιταλία οι ανηφορίστες έχουν θεωρητικά περισσότερες ευκαιρίες να κερδίσουν τον αγώνα, ακριβώς επειδή οι σημαντικότεροι all-rounders απουσιάζουν (προτιμώντας να αφοσιωθούν στο Tour), ακόμα και έτσι, αυτό αποδεικνύεται πολύ δύσκολο.

ΠΑΛΙΟΣΕΙΡΕΣ VS ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ

Το βάθρο της περσινής Vuelta. Από αριστερά, Ενρίκ Μας (δεύτερος), Σάιμον Γέιτς (πρώτος) και Μιγκέλ Άνχελ Λόπες (τρίτος)

Πάνω-κάτω, το ίδιο συμβαίνει και στην Ισπανία, έναν αγώνα τον οποίο οι διοργανωτές έχουν προσπαθήσει πολύ να μετατρέψουν σε φεστιβάλ για τους ανηφορίστες, με τον σχεδιασμό που εφαρμόζουν την τελευταία δεκαετία. Ακόμα και εκεί όμως, ο συναγωνισμός ανάμεσα στις δυο "κατηγορίες" είναι πολύ μεγάλος. Πέρυσι, είδαμε τρεις ανηφορίστες στο βάθρο της Vuelta (Γέιτς, Μας και Λόπες), ακριβώς επειδή δεν υπήρχε ούτε ένας all-rounder για να τους κοντράρει. Και η αλήθεια είναι ότι θα είναι πολύ δύσκολο - έως αδύνατο - να δούμε κάτι ανάλογο τα επόμενα χρόνια στον Γύρο Γαλλίας. Μπορεί να υπάρχουν πολλοί και καλοί ανηφορίστες - ειδικά από τη νέα γενιά - όμως το χρονόμετρο αποδεικνύεται τροχοπέδη στις φιλοδοξίες τους.

Και από την άλλη, όσο και αν "ακούγεται" δεξιά και αριστερά, ότι οι διοργανωτές μειώνουν τα χιλιόμετρα του χρονομέτρου, για να "διευκολύνουν" τους ανηφορίστες, μια πραγματική μάχη ανάμεσα σε αυτούς και τους all-rounders, προς το παρόν μάλλον περιορίζεται σε ευσεβείς πόθους όλων ημών των τηλεθεατών. Αν υπάρχει μια ελπίδα για να απολαύσουμε κάτι τέτοιο, αυτή έρχεται από τον πανδαμάτορα χρόνο. Τι εννοώ; Είχαμε σε αυτή την τελευταία δεκαετία, μια φοβερή γενιά all-rounders που μονοπώλησαν τους μεγάλους γύρους. Ξεκινώντας από τον Κονταδόρ (που ήδη έχει εγκαταλείψει την αγωνιστική δράση) και φτάνοντας στους Γουίγκινς (επίσης εκτός δράσης), Νίμπαλι, Τόμας και φυσικά τον κυρίαρχο του Tour, Φρουμ, όλοι τους έχουν φτάσει σε μια ηλικία που πλέον κινείται στα "όρια".

Λαμβάνοντας υπόψη ότι από τη μία, όλοι οι προαναφερόμενοι πλησιάζουν σιγά-σιγά στο τέλος της καριέρας τους (ή τέλος πάντων, προς μια περίοδο όπου οι νίκες σε γύρους τριών εβδομάδων θα είναι πολύ πιο δύσκολες) και από την άλλη, ότι στη νέα γενιά δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλοί all-rounders ικανοί να κάνουν τη διαφορά (εξαιρούνται προφανώς κατά πρώτο λόγο ο Ντιμουλάν και μετά ο Ρόγκλιτς), όλα δείχνουν ότι τα επόμενα χρόνια οι πολλοί και εξαιρετικοί ανηφορίστες είτε της νέας γενιάς, είτε της γενιάς που βρίσκεται στην ωριμότητα (Λόπες, Μπερνάλ, αδέρφια Γέιτς, Άρου, Μας, Λάντα, Πινό, Μπαρντέ, Κιντάνα, Μπαργκίλ, Μάικα, Σολέρ κλπ), θα πάρουν τη σκυτάλη και θα μπορέσουν να δώσουν όχι μόνο θέαμα αλλά και ουσία, με την έννοια ότι θα διεκδικήσουν στα ίσια - ή τουλάχιστον αυτό ελπίζουμε - τη ροζ, την κίτρινη και την κόκκινη φανέλα.

Είτε πάντως συμβεί αυτό, είτε όχι,, δεν έχει νόημα να δίνουμε ταμπέλα σε οποιονδήποτε από τους τρεις μεγάλους γύρους, με γνώμονα το αν θεωρητικά ταιριάζουν περισσότερο στα χαρακτηριστικά όσων διακρίνονται στις ανηφόρες ή σε εκείνα των all-rounders. Όπως έγραψα και πιο πάνω, αυτό είναι κάτι που η ίδια η ιστορία της ποδηλασίας το έχει απαντήσει πειστικά, αφού τα ποσοστά νικών είναι συντριπτικά υπέρ των δεύτερων. Με άλλα λόγια (μας αρέσει, δε μας αρέσει), το χρονόμετρο είναι ο απόλυτος κριτής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα σχεδόν 60 χιλιόμετρα ατομικής χρονομέτρησης που υπάρχουν στον φετινό γύρο Ιταλίας. Μόλις ανακοινώθηκε η διαδρομή από τους διοργανωτές, είδαμε τους περισσότερους ανηφορίστες να "τρέμουν" μπροστά στην προοπτική συμμετοχής τους, αντίθετα, οι all-rounders, ακόμα και αν είχαν στο μυαλό τους μόνο το Tour, έβαλαν στην εξίσωση και το Giro, όπως οι Ντιμουλάν, Ρόγκλιτς και πιθανότατα ο Τόμας.

ΤΑ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΑΧΡΗΣΤΑ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ

Το πελοτόν στο 16ο ετάπ του περσινού Tour (AP Photo/Peter Dejong)

Πάμε τώρα να δούμε κάποια άλλα ζητήματα, όπως ο σχεδιασμός των μεγάλων γύρων, η μείωση των ομάδων από εννιά σε οκτώ αθλητές, η συζήτηση περί κατάργησης των βατόμετρων και της ενδοεπικοινωνίας και η σκέψη υιοθέτησης του salary cap ώστε να "αντιμετωπιστούν" φαινόμενα όπως η κυριαρχία της Sky. Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στις διαδρομές του Giro και του Tour για το 2019, το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται κάποιος, είναι το "κόλλημα" των διοργανωτών της RCS (Ιταλία) και της ASO (Γαλλία) με τα "άχρηστα" χιλιόμετρα. Το Giro του 2019 έχει ούτε ένα, ούτε δυο, ούτε τρία, αλλά εννιά (9) ολόκληρα ετάπ πάνω από 200 χιλιόμετρα! Από αυτά μάλιστα, τα επτά ξεπερνούν τα 220 χιλιόμετρα! Το Tour παρουσιάζεται λίγο "καλύτερο", αφού στη διαδρομή του 2019 υπάρχουν "μόνο" επτά ετάπ με περισσότερα από 200 χιλιόμετρα.

Η επιμονή σε αυτή την κυριολεκτικά ακατανόητη επιλογή, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την - τελείως αφηρημένη όπως φαίνεται - πρόθεση της αναβάθμισης του αθλήματος και της εισόδου του σε μια νέα, σαφώς πιο "καθαρή" εποχή. Δε γίνεται να ζητάς από το πελοτόν να μένει μακριά από απαγορευμένες ουσίες, όταν εσύ ο ίδιος φροντίζεις να στύβεις καθημερινά τους ποδηλάτες, υποβάλλοντάς τους σε παράλογα "βασανιστήρια". Να δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Θυμηθείτε το 15ο ετάπ του γύρου Γαλλίας από το όχι και τόσο μακρινό 2013, μήκους 242.5 χιλιομέτρων, από το Ζιβόρ στο Μον Βαντού, ένα τυπικό ετάπ "monopuerto" (δηλαδή ένα ετάπ ευθείας με μια ανηφόρα τερματισμού στο τέλος της διαδρομής). Λαμβάνοντας υπόψη μας ότι η ανάβαση στο Βαντού είναι 22 χλμ, καταλαβαίνουμε ότι το πελοτόν "υποχρεώθηκε" μέσα στον καύσωνα του Ιουλίου να τρέξει 220 παντελώς άχρηστα χιλιόμετρα.

Λες και θα μειωνόταν το θέαμα, αν οι ποδηλάτες, πριν φτάσουν στο Βαντού, αντί να έχουν καλύψει 220 χλμ, είχαν περιοριστεί στα 100, για να δώσουμε έναν αριθμό. Τα τελευταία χρόνια, οι Ισπανοί δείχνουν να έχουν αντιληφθεί αυτό το παράδοξο και προσπαθούν να μειώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τέτοιου είδους υπερβολές. Στη φετινή Vuelta, για να δείτε τη διαφορά με τους άλλους δυο μεγάλους γύρους, δεν υπάρχει ούτε ένα ετάπ πάνω από 200 χιλιόμετρα! Και αυτό είναι ξεκάθαρα υπέρ των αθλητών, χωρίς σε καμία περίπτωση να αφαιρεί το παραμικρό από το θέαμα. Γράψαμε παραπάνω τη στρατηγική που ακολουθούν οι ομάδες των all-rounders κυρίως στα ετάπ βουνών, προκειμένου να αποδυναμώσουν τους ανηφορίστες πριν τις κρίσιμες ανηφόρες.

Αν πράγματι ενδιαφέρει τους διοργανωτές των μεγάλων γύρων το θέαμα, τότε η δραστική μείωση των μεγαλύτερων από 200 χλμ ετάπ, σαφώς θα οδηγούσε σε μεγαλύτερες μάχες στις αναβάσεις, αφού οι ανηφορίστες θα έφταναν εκεί πιο ξεκούραστοι, πιο φρέσκοι, άρα και πιο ανταγωνιστικοί. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να είναι κάποιος φωστήρας για να φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα. Εκείνο που δε γίνεται κατανοητό, είναι η επιμονή τόσο της RCS όσο και της ASO στο να φορτώνουν αχρείαστη κούραση τους αθλητές από τη μία, αλλά να μας γεμίζουν με θεωρητικές συζητήσεις - και αναζητήσεις - για το πώς θα μεγαλώσει το θέαμα και ο ανταγωνισμός στους αγώνες τους, χωρίς πάντως να προτίθενται να "θυσιάσουν" το παραμικρό από τα κολλήματά τους.

Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΑΘΛΗΤΩΝ ΣΤΙΣ ΟΜΑΔΕΣ

Οι 8 αθλητές της BMC στο ομαδικό χρονόμετρο του περσινού Tour (AP Photo/Christophe Ena)

Στο ίδιο πάνω-κάτω μήκος κύματος - για να μην τα ρίχνουμε όλα στους διοργανωτές των μεγάλων γύρων - κινείται και η UCI. Η παγκόσμια ομοσπονδία, υπό την ηγεσία του Νταβίντ Λαπαρτιάν, έχει δώσει ένα πραγματικό ρεσιτάλ ακατανόητων είτε αποφάσεων, είτε προθέσεων για το άμεσο μέλλον. Είχαμε από την περσινή σεζόν τη μείωση των ομάδων από εννιά σε οκτώ αθλητές, με επιχείρημα την ασφάλεια του πελοτόν. Δηλαδή, μέχρι και το 2017, σε ένα τυπικό ετάπ οποιουδήποτε από τους τρεις μεγάλους γύρους, όπου ας πούμε είχαμε μπροστά ένα γκρουπάκι πέντε αποσπασμένων, πίσω ακολουθούσε το πελοτόν αποτελούμενο από περίπου 190 ποδηλάτες. Αντίθετα, πέρυσι, στο ίδιο τυπικό ετάπ, το πελοτόν που ακολουθούσε τους αποσπασμένους, είχε 170 ποδηλάτες. Οπότε η UCI θέλει να μας πει ότι το "μπούγιο" των 170 είναι πιο ασφαλές από εκείνο των 190.

Δεν ξέρω αν είναι να γελάει κανείς με αυτό το επιχείρημα, σίγουρα πάντως δεν είναι καθόλου αστεία η συρρίκνωση του πελοτόν, αφού με αυτή την απόφαση της μείωσης του αριθμού των αθλητών (όχι μόνο στους μεγάλους γύρους, αλλά αντίστοιχα και στους εβδομαδιαίους ή τους μονοήμερους αγώνες), αυτό που "πέτυχε" η UCI, ήταν η μείωση των ρόστερ των ομάδων, κάτι που σημαίνει ότι αρκετοί επαγγελματίες βρέθηκαν χωρίς συμβόλαιο, όχι μόνο στις world team ομάδες, αλλά και στις pro-continental. Και το χειρότερο είναι ότι ακούμε πως η UCI σκέφτεται και περαιτέρω μείωση των αθλητών, κάτι που - αν τελικά εφαρμοστεί - θα επιφέρει ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα στους επαγγελματίες ποδηλάτες. Κατά τα άλλα, η παγκόσμια ομοσπονδία υποτίθεται ότι κόπτεται για τους αθλητές και την ασφάλειά τους, συζητώντας παράλληλα την κατάργηση της ενδοεπικοινωνίας.

ΕΝΔΟΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ & ΒΑΤΟΜΕΤΡΑ

Ο Κρις Φρουμ μιλάει με το αυτοκίνητο της ομάδας του μέσω της ενδοεπικοινωνίας στο Tour του 2015 (AP Photo/Laurent Cipriani)

Προφανώς ο Λαπαρτιάν και οι άνθρωποί του δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι βρισκόμαστε στο 2019 και όχι στις δεκαετίες του '70 και του '80. Υπάρχουν - για να είμαστε σωστοί - αρκετοί ποδηλάτες που υποστηρίζουν ότι αν λείψει από τους αγώνες η ενδοεπικοινωνία, οι αγώνες θα γίνουν πιο απρόβλεπτοι, άρα και πιο θεαματικοί, αφού δε θα υπάρχει η συνεχής ενημέρωση των αθλητών από το αυτοκίνητο του DS για κάθε πιθανή εξέλιξη μέσα στο ετάπ και θα παίζει πλέον μεγαλύτερο ρόλο το ένστικτο και η κάθε πιθανή πρωτοβουλία ή αιφνιδιαστική κίνηση από τα φαβορί. Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι πράγματι θα συνέβαινε αυτό, όμως από την άλλη, άλλο είναι η άποψη μιας μερίδας αθλητών και άλλο η επίσημη θέση που καλείται να υιοθετήσει η παγκόσμια ομοσπονδία. Και το λέω αυτό, επειδή πέρα από όλα τα υπόλοιπα, η ενδοεπικοινωνία αποτελεί σήμερα έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες ασφάλειας για το πελοτόν.

Ο κάθε DS μπορεί να ενημερώσει και να προειδοποιήσει τους αθλητές του για κάθε πιθανό κίνδυνο, αποφεύγοντας έτσι πολλά δυσάρεστα απρόοπτα. Θα μου πείτε, μα καλά, δεν ξέρουν οι ίδιοι οι αθλητές τί είναι αυτό που τους συμφέρει και τί όχι; Θα σας απαντήσω ως εξής. Πρώτον, δεν είναι όλοι οι ποδηλάτες που ζητούν την κατάργηση της ενδοεπικοινωνίας, ούτε καν η πλειοψηφία. Και δεύτερον, μην είστε τόσο σίγουροι ότι οι ποδηλάτες - και δη οι επαγγελματίες - επιλέγουν πάντα την ασφάλειά τους ως προτεραιότητα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρήση του κράνους. Μέχρι να γίνει υποχρεωτικό παντού, πάρα πολλοί ήταν εκείνοι που έτρεχαν χωρίς να το φορούν. Είναι γνωστό, ας πούμε, ότι ο Μιγκέλ Ιντουράιν, δεν μπορούσε να το βλέπει ούτε ζωγραφιστό και το φορούσε μόνο στα χρονόμετρα (για αεροδυναμικούς λόγους) ή όπου η χρήση του ήταν υποχρεωτική (όπως στο Βέλγιο).

Άρα λοιπόν, η UCI, πριν υιοθετήσει την κάθε τοποθέτηση αθλητή σχετικά με πολύ σημαντικά ζητήματα, ένα εκ των οποίων είναι η ασφάλεια του πελοτόν, η ουσιαστική και όχι η θεωρητική, θα πρέπει να είναι και προσεκτική και σοβαρή. Πιστεύω ότι η ενδοεπικοινωνία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καταργηθεί, ο ρόλος της θωρακίζει το άθλημα από δυσάρεστες καταστάσεις και μειώνει τους κινδύνους για τους ποδηλάτες. Αν μαζί με αυτά, καθορίζει πολύ συχνά και την αγωνιστική "συμπεριφορά" ομάδων και αθλητών, αυτό θα έπρεπε να είναι δευτερεύον και αδιάφορο. Σε τελική ανάλυση, αν ο ποδηλάτης θέλει να ακούσει το ένστικτό του και να "παραβεί" μια συγκεκριμένη εντολή του DS του, μπορεί κάλλιστα να το πράξει, ιδιαίτερα αν διαθέτει την ανάλογη προσωπικότητα. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που έχουμε δει ποδηλάτες να πετούν από το αυτί τους το ακουστικό για να κάνουν "τα δικά" τους.

Και αφού μιλήσαμε για προτάσεις που έχουν κατατεθεί από αθλητές, να αναφερθούμε λίγο και στα βατόμετρα. Ειδικά μέσα στο 2018 ακούσαμε πολλούς ποδηλάτες - ανάμεσά τους μερικά από τα κορυφαία ονόματα του πελοτόν - να εισηγούνται την κατάργησή τους. Και πάλι με το ίδιο επιχείρημα, ότι δηλαδή θα κάνουν τους αγώνες πιο απρόβλεπτους, άρα και θεαματικούς, αφού όσοι τα χρησιμοποιούν, δεν θα μπορούν να ελέγχουν κάθε στιγμή τα νούμερά τους και να προσαρμόζουν ανάλογα την απόδοσή τους. Αν θέλετε τη γνώμη μου, ελάχιστα θα αλλάξουν αν γίνει κάτι τέτοιο. Όμως δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα - πάντα κατά την προσωπική μου άποψη - είναι ότι δεν μπορούμε να είμαστε επιλεκτικοί απέναντι σε συγκεκριμένους τομείς, ανάλογα με το αν (πιστεύουμε ότι) μας βολεύει κάτι ή όχι. Τι εννοώ; Είναι απλό. Η τεχνολογία και η τεχνογνωσία, η επιστήμη και οι εφαρμογές της, αποτελούν ένα αυτούσιο "κεφάλαιο" στο άθλημα.

Δε γίνεται από τη μια να θέλεις η τάδε εταιρία να σου φτιάξει το καλύτερο δυνατό ποδήλατο, με όλες τις τεχνολογικές καινοτομίες, έτσι ώστε να αποδώσεις ακόμα καλύτερα, αλλά από την άλλη να λες όχι σε μια άλλη καινοτομία απλά και μόνο επειδή (πιστεύεις ότι) δε σε βολεύει. Η ποδηλασία - όπως και κάθε άλλο άθλημα - έχει παράλληλη πορεία με την τεχνολογία και την επιστήμη. Ο κάθε αθλητής μπορεί προφανώς να υιοθετήσει μόνο εκείνα που θεωρεί ότι τον εξυπηρετούν, όμως δεν μπορεί να ζητάει τον "αποκλεισμό" όλων όσων θεωρεί ότι δεν του κάνουν. Γιατί πολύ απλά, αυτό που δεν κάνει σε σένα, μπορεί να κάνει σε μένα και το αντίθετο. Είναι αρκετά υποκριτικό να στηρίζεις την άποψή σου για ένα καλύτερο συνολικά αγωνιστικό αποτέλεσμα, στον αποκλεισμό των "όπλων" του αντιπάλου. Θέλει, για παράδειγμα, ο Φρουμ να εξαρτάται στο 100% από το βατόμετρό του; Είναι δικαίωμά του, όπως επίσης είναι δικαίωμα του Μπαρντέ να μην το βάλει καν στο τιμόνι του δικού του ποδηλάτου.

Η ελεύθερη επιλογή για το τί ταιριάζει στον κάθε αθλητή - από τη στιγμή που η χρήση είναι νόμιμη - πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Οι "γκρίνιες" είναι φυσιολογικές, όμως μέχρι εκεί. Και είπαμε και πριν, ο κάθε αθλητής μπορεί να λέει την άποψή του, όμως η παγκόσμια ομοσπονδία είναι υποχρεωμένη να αποφασίζει και να πράττει χωρίς να επηρεάζεται από μεμονωμένες δηλώσεις. Και από τη στιγμή που τα βατόμετρα αποτελούν μέρος της τεχνολογικής εξέλιξης και της πραγματικότητας του αθλήματος, ως μια εφαρμογή που ο καθένας έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ελεύθερα τη χρήση της ή όχι, κανείς δεν μπορεί να τα στερήσει από όσους τα χρησιμοποιούν. Οπωσδήποτε όχι στο "βωμό" μιας αβέβαιης - πάντα θεωρητικής - πιθανότητας βελτίωσης ενός συνολικού αγωνιστικού πλαισίου, μόνο και μόνο επειδή δεν αρέσει σε κάποιους.

ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ

Ο Ρομέν Μπαρντέ βγαίνει από το σύννεφο των καπνογόνων στην ανηφόρα του Αλπ ντ'Ουέζ στο περσινό Tour (AP Photo/Peter Dejong)

Η UCI, αλλά και η RCS, η ASO και η Unipublic (οι διοργανώτριες αρχές δηλαδή των τριών μεγάλων γύρων), αν πραγματικά θέλουν να βελτιώσουν τα "προϊόντα" τους, μπορούν να βρουν πολλούς άλλους πιο δημιουργικούς τρόπους για να το πετύχουν. Η πάταξη φαινομένων "ποδοσφαιροποίησης" της ποδηλασίας (θυμηθείτε πέρυσι τους τελειωμένους με τα καπνογόνα στο Tour), ο απαράδεκτα υπερβολικός αριθμός μηχανών ανάμεσα στους αθλητές με τα αμέτρητα ατυχήματα που προκαλούν, η προσεκτική επιλογή των διαδρομών (επικίνδυνες στροφές, ατελείωτες ροτόντες, στενές ευθείες στα τελικά σπριντ, αταίριαστα τερέν όπως η περσινή εκατόμβη στο παβέ του Tour), η μείωση των "αχρείαστων" χιλιομέτρων, η σωστή συμπεριφορά των θεατών δίπλα στο δρόμο, όλα αυτά και πολλά άλλα, είναι θέματα που θα έπρεπε να απασχολούν όλους τους αρμόδιους, πολύ περισσότερο από την ενδοεπικοινωνία και τα βατόμετρα.

Η ουσία δε βρίσκεται στο να μειωθούν οι αθλητές, αλλά στο να βρεθούν τρόποι να γίνει όσο το δυνατόν πιο ασφαλής η παρουσία τους τόσο στους αγώνες, όσο και στην προπόνησή τους. Χρειάζεται σοβαρότητα, ώστε οι αποφάσεις να έχουν νόημα και να δίνουν προοπτική στο άθλημα. Η παγκόσμια ομοσπονδία, εδώ και ενάμισι χρόνο, από τότε δηλαδή που ανέλαβε την προεδρία ο Λαπαρτιάν, έχει να επιδείξει ελάχιστα πράγματα. Δείχνει σαν να περιμένει την κάθε δήλωση-πρόταση που προέρχεται κυρίως από σημαντικά ονόματα του πελοτόν, για να την αναγάγει πρώτα σε βασικό θέμα συζήτησης και κατόπιν σε "υπόθεση" εργασίας με πιθανή προοπτική εφαρμογής της. Μια από αυτές, εκτός από την ενδοεπικοινωνία και τα βατόμετρα, είναι και το salary cap, η σκέψη δηλαδή για την εφαρμογή ενός συγκεκριμένου ανώτατου ορίου στα μπάτζετ των ομάδων, έτσι ώστε να εξαφανιστούν τα φαινόμενα τύπου Sky.

Η αλήθεια είναι πως η απόλυτη κυριαρχία της βρετανικής ομάδας τα τελευταία χρόνια, έχει προβληματίσει πολλούς φίλους του αθλήματος, αλλά και παράγοντες, προπονητές και αθλητές. Είναι επίσης αλήθεια πως αυτή η κυριαρχία οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στο τεράστιο κεφάλαιο που διαχειρίζεται ο μάνατζερ της Sky, Ντέιβ Μπρέιλσφορντ, κεφάλαιο το οποίο είναι υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο του προϋπολογισμού των υπόλοιπων ομάδων. Εδώ τα πράγματα είναι απλά. Βρισκόμαστε σε μια ελεύθερη οικονομία και αγορά, άρα είναι δικαίωμα κάθε ομάδας να βρει όσους χορηγούς μπορεί. Όποια από τις ομάδες βρει τους καλύτερους και πιο πλούσιους χορηγούς, άρα εξασφαλίσει μεγαλύτερο μπάτζετ για τις ανάγκες της, ξεκινάει με ένα πλεονέκτημα απέναντι στις υπόλοιπες. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με την Sky.

Όσο και αν το δικό της, τεράστιο πλεονέκτημα, καθορίζει σε επίσης τεράστιο βαθμό τα αγωνιστικά αποτελέσματα κυρίως του γύρου Γαλλίας, κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει. Η λογική είναι απλή. Ας το κάνουν και οι υπόλοιπες ομάδες, ας βρουν και εκείνες κάποιον τόσο πλούσιο χορηγό. Δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να αρνηθώ ότι η πολύ μεγάλη οικονομική άνεση της Sky, που είναι η βασικότερη αιτία της κυριαρχίας της, κάνει κακό στο άθλημα, με την έννοια ότι εξαφανίζει τον ανταγωνισμό, άρα κατ' επέκταση και το ίδιο το θέαμα και την αγωνία για μια αμφίρροπη εξέλιξη, κυρίως στα Tour των τελευταίων χρόνων, όμως επαναλαμβάνω ότι είναι δικαίωμά της - όπως και οιασδήποτε άλλης ομάδας - να εκμεταλλεύεται αυτό της το πλεονέκτημα προς όφελός της. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει σε πολλά άλλα αθλήματα: στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στη Formula-1 κλπ.

Το salary cap προϋποθέτει μια πολύ μεγάλη συζήτηση και δεν ξέρω καν αν το άθλημα είναι έτοιμο για να "αντιγράψει" την αμερικανική λογική του ΝΒΑ, του NFL, του NHL και των υπόλοιπων πρωταθλημάτων των ΗΠΑ, εκεί δηλαδή όπου εφαρμόζεται το συγκεκριμένο σύστημα. Κάτι μου λέει, ότι μετά την πρόσφατη ανακοίνωση της Sky, ότι από το τέλος της φετινής σεζόν θα αποσύρει τη χορηγία της, όλοι - ανάμεσά τους και η UCI - θα τηρήσουν μια στάση αναμονής. Αν ο Μπρέιλσφορντ βρει τελικά έναν καινούργιο χορηγό (ή χορηγούς) που θα του εξασφαλίσει ένα μπάτζετ αντίστοιχο με εκείνο που του δίνει όλα αυτά τα χρόνια η Sky, τότε πιθανότατα να επανέλθει το θέμα στο προσκήνιο. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ο διάδοχος χορηγός της Sky κινηθεί οικονομικά στα επίπεδα των υπόλοιπων ομάδων του World Tour, τότε το "πρόβλημα" θα λυθεί από μόνο του και αυτόματα θα σταματήσει και η γκρίνια. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν, οπότε ας κάνουμε λίγη υπομονή!

* Κεντρική φωτογραφία: AP Photo/Laurent Cipriani