Αλβέρτης: “Από εκεί που ξεκινάμε, εκεί καταλήγουμε”
Ο Φραγκίσκος Αλβέρτης αποχαιρέτησε το μπάσκετ ως αθλητής και σε μια εκ βαθέων συνέντευξή του θυμήθηκε τα όσα έζησε στα 19 χρόνια που ανήκε στο δυναμικό του Παναθηναϊκού.
– Πώς πέρασαν λοιπόν 19 χρόνια;
«Πέρασαν πολύ γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί κάποιος. Ήταν χρόνια όμορφα, γεμάτα αναμνήσεις με πολύ καλές και δύσκολες στιγμές, προπονήσεις και συνεχείς αγώνες για την καθιέρωση, την παραμονή στην κορυφή, για τα πάντα… Ήταν μια καριέρα πολύ καλύτερη απ’ ό,τι είχα φανταστεί ή για να ακριβολογώ μια καριέρα που δεν μπορούσαν καν να τη φανταστώ στο ξεκίνημα. Μέσα σε 19 χρόνια είχα τη δυνατότητα να ζήσω τόσο σπουδαία πράγματα, να συναντήσω ανθρώπους και να αισθανθώ μεγάλες συγκινήσεις, αλλά όπως κάθε πράγμα, έτσι κι αυτό έφτασε στο τέλος του με απόλυτα φυσιολογικό τρόπο».
– Πόσο εύκολο λοιπόν είναι για έναν αθλητή να πετάξει το σορτσάκι και τη φανέλα και να μείνει στην άκρη του πάγκου, όταν μάλιστα έχει να θυμάται πολλές καλές στιγμές;
«Ε, και τι να κάνουμε τώρα… Πολλά πράγματα στη ζωή δεν είναι εύκολα, έτσι κι αυτό. Πρέπει όλα να τα βλέπουμε θετικά, να αξιολογούμε την υπάρχουσα κατάσταση και να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε. Ξέρεις κανέναν που να έπαιξε για πάντα;»
– Ύστερα από 19 χρόνια καριέρας έχεις καταλήξει ποια ήταν η καλύτερη στιγμή;
«Θα ήταν αδικία να ξεχωρίσω μία καλή ή μία κακή στιγμή από τις τόσες που έζησα. Κάθε στιγμή σου αφήνει κάποιο κέρδος, είναι μια εμπειρία ακόμη. Θεωρώ ως καλύτερη στιγμή την αφετηρία, το ξεκίνημα αυτής της διαδρομής. Εκτός του ότι ήμουν τυχερός και ευτυχής που ασχολήθηκα με το μπάσκετ, είχα την ευκαιρία να παίξω ερασιτεχνικά σε μια ομάδα, τον ΑΝΟ Γλυφάδας, στην οποία μου έμαθαν τις βασικές αξίες για τον αθλητισμό και τη ζωή και για μένα το δεύτερο παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο. Στη συνέχεια ήρθε ο Παναθηναϊκός που μου έδωσε την ευκαιρία να ζήσω και να πετύχω πράγματα που δεν μπορούσα να τα φανταστώ στο ξεκίνημά μου».
– Και η χειρότερη στιγμή;
«Αγωνιστικά, δεν μπορώ να πω ποια είναι η χειρότερη, γιατί πολύ απλά στον αθλητισμό μπαίνεις και ξέρεις πως θα ζήσεις καλές και κακές στιγμές. Για μένα η χειρότερη στιγμή ήταν ο τραυματισμός του Μπόμπαν, άλλωστε είναι κάτι που το ξαναπεί. Κατά τα άλλα, δεν μπορώ να βρω κάτι κακό, ακόμη και στις ήττες».
– Την πρώτη προετοιμασία με τον Παναθηναϊκό την θυμάσαι;
«Φυσικά, ήταν στην Γαλλία και από την τότε αποστολή, μέχρι σήμερα στην ομάδα βρίσκεται μόνο ο Άκης Παναγιωταράς, ο φυσιοθεραπευτής. Με προπονητή Ιορδανίδη και συμπαίκτες τους Γίαργουντ, Ντέιβις, Πεδουλάκη, Σκροπολίθα, Παπαπέτρου, Δημακόπουλο, Φραγκισκάτο, Πλακουράκης, Ανδρίτσο… Εκεί κατάλαβα πως είναι άλλο να ακούς και άλλο να ζεις πράγματα… Παρότι… νέος πείραζα γενικότερα τον κόσμο, τους συμπαίκτες μου. Θυμάμαι πως τους πείραζα όλους, αλλά θυμάμαι και τους Ντέιβις και Γίαργουντ που με έπιασαν απειλώντας με για πλάκα ότι θα μου ξυρίσουν τα φρύδια αν τους πείραζα ξανά, συνεννοημένοι με τους υπόλοιπους παίκτες».
– Αν μπορούσες ποια απόφαση απ’ αυτές που πήρες θα ήθελες να αλλάξεις;
«Είναι μια υποθετική ερώτηση, άλλωστε κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα για το παρελθόν του. Μαθαίνει από το κάθε λάθος του, γίνεται πιο έμπειρος και μ’ αυτό προχωράει. Προσπαθούσα πάντα να παίρνω τις καλύτερες αποφάσεις στη ζωή μου κι εκ του αποτελέσματος και φτάνοντας σ’ αυτό το σημείο νομίζω πως στις περισσότερες επιλογές μου δικαιώθηκα».
– Υπήρχαν στιγμές όλα αυτά τα χρόνια που να είπες «κουράστηκα, βαρέθηκα» και να σκέφτηκες να φύγεις;
«Ποτέ! Το κλίμα στην ομάδα, οι ρυθμοί και οι συνθήκες στην προπόνηση ήταν και είναι τέτοιοι που δεν σε αφήνουν ούτε μέρα να σκεφτείς κάτι τέτοιο».
– Τη λύση του εξωτερικού τη σκέφτηκες ποτέ;
«Ποτέ δεν ήταν προτεραιότητά μου το εξωτερικό. Οι συνθήκες στον Παναθηναϊκό ήταν τέτοιες που δεν υπήρχε κανένας λόγος να σκεφτείς κάτι άλλο. Να φύγω από τον Παναθηναϊκό να πάω πού; Τη σκέψη και την θέληση μου την έκανα πραγματικότητα και κατά τη γνώμη μου δικαιώθηκα για τις επιλογές μου».
– Την πρώτη σου και την τελευταία σου χρονιά στον Παναθηναϊκό την είδες από τον πάγκο. Ποια από τις δύο ήταν δυσκολότερη;
«Δεν υπάρχουν δύσκολες χρονιές. Τα πάντα στη ζωή είναι κύκλος κι όλα έρχονται φυσιολογικά. Λένε πως από ‘κει που ξεκινάμε, εκεί καταλήγουμε… Η πρώτη χρονιά ήταν γεμάτη εμπειρίες, όπως άλλωστε και η τελευταία. Με βοήθησε να δω πράγματα από άλλη οπτική γωνία. Όταν φτάνεις προς το τέλος, αντιλαμβάνεσαι ότι τα πόδια σου δεν είναι αυτά που ήταν κάποτε και πολύ φυσιολογικά και όμορφα έρχεται το τέλος. Τι πιο φυσιολογικό και ωραίο;»
-Θες να μου πεις ότι την τελευταία σου χρονιά δεν είπες ούτε για μια στιγμή «τι κάνω εδώ, αφού δεν παίζω;»
«Ποτέ δεν είπα, ούτε καν το σκέφτηκα. Άλλωστε ποτέ δεν το είδα σαν αγγαρεία. Από την πρώτη μέρα που ξεκίνησα, μέχρι την ώρα που τελείωσα, το μπάσκετ ήταν η διασκέδασή μου. Ο τρόπος ζωής αν θέλεις καλύτερα. Προσπαθούσα λοιπόν να απολαύσω την κάθε στιγμή κι αυτό έκανα. Τι θα ήταν καλύτερο δηλαδή; Να μην ήμουν εκεί ή να απολάμβανα αυτά που απόλαυσα στο φινάλε κι ας μην έπαιζα; Σίγουρα το δεύτερο κατά τη γνώμη μου».
– Αν η διοίκηση του Παναθηναϊκού σου έλεγε «Τιμής ένεκεν πάρε ένα τρόπαιο στο σπίτι σου», ποιο θα διάλεγες;
«Πάλι θα πρέπει να αδικήσω κάποια στιγμή και δεν θέλω. Μεγάλη στιγμή για παράδειγμα ήταν η κατάκτηση του Πρωταθλήματος στο ΣΕΦ το 1999 ή το Κύπελλο Πρωταθλητριών στο Παρίσι το 1996, ίσως και το Πρωτάθλημα με τον Ολυμπιακό στο ΟΑΚΑ το 2001. Είναι πολλές οι στιγμές, πολλά τα τρόπαια… Θα προτιμούσα λοιπόν να μην πάρω κανένα στο σπίτι μου, αντ’ αυτού να έπαιρνα μια φωτογραφία που θα περιελάμβανε τα πάντα».
– Ποιο τρόπαιο θεωρείς δυσκολότερο;
«Υπήρχαν κάποια που είχαν μεγαλύτερες αντικειμενικές δυσκολίες. Το Πρωταθλητριών στην Μπολόνια το 2002 και το Πρωτάθλημα μέσα στο ΣΕΦ το 1999 ήταν δύο απ’ αυτά. Το Πρωτάθλημα αυτό ήταν πολύ δύσκολο και παλικαρίσιο».
– Πιστεύεις ότι αγωνιστικά θα μπορούσες να είχες βελτιώσει κάποια πράγματα στο παιχνίδι σου;
«Όλοι θα θέλαμε να κάνουμε κάποια παραπάνω πράγματα. Υπήρχαν τεχνικές ατέλειες, αλλά πιστεύω πως λόγω φορτωμένου προγράμματος με προπονήσεις και αγώνες, δεν μπόρεσα να βελτιώσω κάποια ατομικά χαρακτηριστικά που μου έλειπαν. Αυτό δεν ισχύει μόνο για μένα, αλλά και για πολλά παιδιά που δεν κατάφεραν σε βάθος χρόνου να βελτιώσουν τις αδυναμίες τους. Τέλος πάντων, το πάλεψα, πιστεύω έφτασα σ’ ένα καλό επίπεδο, μπόρεσα να σταθώ καλά κι έτσι απλά τελείωσε».
– Ποια θεωρείς καλύτερη σεζόν στην καριέρα σου;
«Τι εννοούμε «καλύτερη χρονιά», γιατί το μπάσκετ έχει αλλάξει… Πιστεύω ότι οι καλύτερες σεζόν μου ήταν την τριετία 1998-2001, λίγο πριν από την πρώτη μου εγχείριση στο πόδι και ένα – δύο χρόνια μετά την επιστροφή μου. Στα 25μου έως τα 27μου δηλαδή…».
– Υπήρχε κάποια χρονιά στην οποία να σκέφτηκες πως κάτι δεν πάει καλά στην ομάδα; Να φοβήθηκες και να έχασες την εμπιστοσύνη σου στην ομάδα;
«Το θέμα είναι πολύ περίεργο στο ξεκίνημα κάθε σεζόν. Από τη μία πρέπει να έχεις ένα αίσθημα υπεροχής, από την άλλη πρέπει να έχεις ένα αίσθημα ανασφάλειας για να δουλεύεις περισσότερο. Από τη μία χρειάζεσαι εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, από την άλλη δεν πρέπει να χαλαρώνεις ποτέ. Στη διάρκεια μιας σεζόν υπάρχουν πάντα δύσκολες στιγμές κι αυτό συμβαίνει σ’ όλες τις ομάδες. Αυτό όμως δεν έχει να κάνει με την πίστη στην ομάδα ή τις δυνατότητές της. Έχει να κάνει με τη αφύπνιση του συνόλου και την προσπάθεια που κάνουν όλοι μαζί για να φτάσει στο σημείο που πρέπει και μπορεί».
– Ως αρχηγός έβαλες ποτέ τις φωνές στα αποδυτήρια;
«Δεν μπορώ να μπω σε τέτοιες λεπτομέρειες, ούτε είμαι αρχηγός με την… ταμπέλα του αρχηγού. Απλά είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που πασχίζουν όλοι για το καλό του συνόλου. Δεν προσπαθείς να πεις ή να κάνεις κάτι για δικό σου όφελος. Καθημερινά όλοι προσπαθούσαμε να γίνουμε καλύτεροι και μέσα από τα λάθη του παρελθόντος, μαθαίνουμε τι πρέπει να κάνουμε και τι να αποφύγουμε».
– Τελικά, τι είναι αυτό που κάνει ακόμη και τους ξένους που έχουν φύγει από τον Παναθηναϊκού να μιλούν για τον «αρχηγό Αλβέρτη» και τον ρόλο του στα αποδυτήρια;
«Μου βάζεις δύσκολα… Είναι θέμα χαρακτήρα, από το πώς αντιλαμβάνεσαι κάποια πράγματα και το πώς πιστεύεις ότι ο άλλος θα γίνει καλύτερος. Στη διάρκεια των 19 χρόνων έγιναν λάθη, μάθαμε και αποκτήσαμε εμπειρίες. Όταν λοιπόν έχεις ζήσει κάτι, έχεις κάνει λάθος που αποδείχτηκε μοιραίο, τότε την επόμενη φορά ξέρεις τι πρέπει να κάνεις για να το προλάβεις. Είναι απλά θέμα εμπειρίας και νοοτροπίας».
– Τα λάθη και η απειρία λοιπόν στέρησαν από τον Παναθηναϊκό ένα σημαντικό τίτλο την πενταετία 1990-1995;
«Από την πρώτη χρονιά που βρέθηκα στον Παναθηναϊκό υπήρχε μια διαρκή διάθεση της διοίκησης για την ενίσχυση της ομάδας. Από το 1991 και μέσα σε δύο χρόνια η ομάδα ενισχύθηκε με παίκτες και προπονητές τεράστιας κλάσης. Έγινε μεγάλη προσπάθεια να πρωταγωνιστήσει σε Ελλάδα κι Ευρώπη και οι όποιες αποτυχίες την έκαναν πιο δυνατή. Όλοι μας αποκτήσαμε εμπειρίες εκείνο το διάστημα, μάθαμε μέσα από τα λάθη των χρόνων και πιστεύω πως μάθαμε πολύ καλά. Όλο αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χτιστεί μετέπειτα μια «Αυτοκρατορία» στο ευρωπαϊκό μπάσκετ και η μεγαλύτερη επιτυχία ανήκει στη διοίκηση που ήταν συνεπέστατη και δεν εγκατέλειψε ούτε μέρα τον στόχο και τα όνειρα που είχε θέσει».
– Τελικά, είναι ο Παναθηναϊκός η κορυφαία ομάδα στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού;
«Φυσικά. Πράγματα τα οποία φαίνονται, πετυχαίνονται και γράφονται στην ιστορία, δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς. Έτσι δεν είναι;».
– Έχεις συνεργαστεί με πολλούς προπονητές, άρα έχεις την εμπειρία και μπορείς να διακρίνεις τι είναι αυτό που κάνει τον Ομπράντοβιτς τόσο ξεχωριστό…
«Τα απλά πράγματα είναι και τα πιο δύσκολα. Ο Ομπράντοβιτς κάνει πολύ απλά πράγματα. Ξεχωρίζει για τον χαρακτήρα του, την προσωπικότητά του και φυσικά για τις γνώσεις του. Είναι απλός, ανθρώπινος, ξέρει να διεκδικεί και να κερδίζει αυτό που θέλει κι αυτό είναι μεγάλη υπόθεση, από την στιγμή που έχει και την ικανότητα να το μεταδίδει στους παίκτες, Μαζί με τον Δημήτρη Ιτούδη έχουν κάνει μια «μαγιά» που είναι εξαιρετική».
– Αντί για επίλογο, τι θα ήθελες να πεις στον κόσμο του Παναθηναϊκού;
“Είμαι ευγνώμων για αυτά που έζησα και είμαι πραγματικά ευγνώμων προς τον κόσμο, στους φίλους του Παναθηναϊκού, για τις μοναδικές στιγμές που αυτοί μου χάρισαν. Δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να μεταφέρει σε λόγια τι σημαίνει να νιώθεις αυτή την αγάπη, από τόσο κόσμο, το να ακούς να φωνάζουν το όνομά σου…”
– Η επόμενη μέρα;
«Από άλλο πόστο θα παραμείνω κοντά στον Παναθηναϊκό που τον αισθάνομαι σαν να είναι η οικογένειά μου. Δεν υπάρχουν τίτλοι και ονομασίες, υπάρχει διάθεση να βρίσκομαι κοντά στην ομάδα, να προσφέρω και όλοι μαζί να συνεχίσουμε να κατακτούμε τίτλους».