Η Φωνή της Αιωνιότητας: Ένα ποίημα για το Ευρωμπάσκετ '87

Από την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ του 1987 συμπληρώθηκαν 32 χρόνια και μία ποιητική προσπάθεια μοιάζει κατάλληλη για να περιγράψει μία από τις μυθικές στιγμές στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.

Η Φωνή της Αιωνιότητας: Ένα ποίημα για το Ευρωμπάσκετ '87
Ο Αργύρης Καμπούρης χάνεται στις αγκαλιές του κόσμου, μετά τον θρίαμβο του '87 EUROKINISSI

Ο Λευτέρης Ελευθερίου επιχειρεί να γράψει ένα ποίημα γεμάτο λυρισμό, παραλήρημα, ρεαλισμό και αγάπη για αυτό που πέτυχε η Εθνική Ελλάδος στις 14 Ιουνίου 1987. Αυτή είναι η Φωνή της Αιωνιότητας που βρίθει από ήρωες.

Αυτό είναι το ποίημα:

Η Φωνή,

Εκείνη για πρόκριση που μίλησε,

Το πιο ωραίο λάθος,

Στεντόρεια και λυρική,

Περιέγραψε σε βάθος,

Ανδρών ανδραγαθήματα,

Ο Νικ κι ο Διομήδης,

Ο Πάνος κι ο Νέστωρ,

Η Αράχνη κι ο Οδυσσέας,

Ο Φάνης κι ο Αχιλλέας,

Μες σε μπανιέρα από χρυσό

Φώναξε ο Αρχιμήδης,

Εύρηκα αρχαιοελληνικό

Κι αυτό το εύρηκα άκουσε

Ολόκληρη η Ευρώπη,

Το Φάληρο αναστέναξε

Απ’ το δικό σου θυμικό.

Άνδρα μοι έννεπε,

Άνδρες καλύτερα,

Μούσα πολύτροπον,

Πήγαινέ μας μακρύτερα.

Η Φωνή,

Που στον Αργύρη

Δημιούργησε

Τον Γίγαντα Τίμιο,

Που μες στον Ντράζεν,

Φαντάστηκε

Το ‘Γιο του Διαβόλου’,

Που στου Βάλτερς τα τρίποντα,

Διείδε τον Δήμιο,

Όταν μπήκε στα όνειρα,

Δεν βγήκε καθόλου.

Και να ο Γκάλης,

Ίπταται ανάμεσα στα σύννεφα,

Χαιρετά την Αθηνά και την Αθήνα,

Ζέστη πολλή κι ο Γκάλης πετάει,

Στον ουρανό, μακριά απ’ τη ρουτίνα.

Ατμούς απ’ την πτήση ο κόσμος μετράει,

Κι όταν την μπάλα δεκάδες οκάδες το ζύγι την δείχνει,

Την παίρνει ο Λιβέρης, με πάγο στο αίμα, στο δίχτυ την ρίχνει.

Στον έκτο συμπληρώθηκε η δεύτερη βδομάδα,

Άφησαν της ενέργειας την τελευταία ικμάδα,

Κυριακή η 14η, σαν αυτοκράτειρα,

Μέρα γυναίκα τρανή, του ’87 Καλλιπάτειρα,

Στο θρόνο αναπαυτικά καθισμένη,

Απ’ τον ακόλαστο ήλιο λουσμένη

και η Φωνή ετοιμαζόταν,

“πάντα Γκάλης”, να πει

Και “όχι τρίποντο”,

Αυτός ο ήχος,

Το ‘ντ’, τονισμένο,

Χωρίς αυτό, το τρίποντο είναι χαμένο.

Πεδίον δόξης λαμπρόν,

Αρχαίο πνεύμα αθάνατο σχεδόν,

Εντός σου διεισδύει,

Ποτέ δεν τον ξεχνάς,

Και μες στην αναβίωση,

Ξανά τον αγροικάς.

Αναλλοίωτος,

Χωρίς να θέλει ευάλωτος,

Είδε του Αργύρη τις βολές;

Δεν έχει απαντηθεί.

Είπε, 101-102,

Το ΣΕΦ αφού εξερράγη,

Συνέβη αυθόρμητα άραγε

Ή έκλεισε τα μάτια;

Έπειτα αμέσως μίλησε,

101-103,

Είπε πως θέλει προσοχή

Τότε το τρόπαιο φίλησε.

Και η μπάλα είναι έξω...

Τι ένιωσες τότε άραγε,

Φωνή απ’ τις φωνές μας,

Που ο Φιλίππου μηχανή

Καβάλησε για πλάκα,

Κι ο Μέμος ανακούφιση έμαθε τι σημαίνει,

Ο ‘Μάτζικ’ περιστράφηκε μες στην παραφροσύνη

Κι ο Καρατζάς από κοντά

Βρήκε την ευφροσύνη,

Τον Ρωμανίδη αγκάλιασε,

Μαζί και τον Λινάρδο,

Και από τότε εσαεί παρέμειναν δεμένοι.

Μα, ωωωω, τι έκανε ο Τσατσένκο,

Τσατσένκο μας τον έλεγες

Έτσι θα μείνει πάντα,

Ποιος από αυτήν την αγκωνιά

Μπορεί να αναρρώσει,

Δεν γίνεται να ‘ν’ άνθρωπος

Πρέπει να είναι Δράκος,

Ημίθεος και ατελής,

Πανίσχυρος και ράκος,

Το πέμπτο όταν έκανε

Και τελευταίο φάουλ.

Κι αν ο Τσατσένκο έριξε

Τον θρύλο στο παρκέ

Κι αν ο Γιοβάισα απείλη

Κατέστη όλο το βράδυ,

Κι αν ο Σαρούνας έτρεχε

Και ο Χομίτσιους σούταρε

Φωνάζοντας τον Άδη,

Στο τέλος άντεξες εσύ

Και ένα στεφάνη δάφνης

Στους ήρωές μας φόρεσες

Διυλιστή της πάχνης.

Να τι θυμάμαι,

Πριν βγω στο μπαλκόνι,

Τα χέρια του πατέρα μου,

Που ‘γίναν σεντόνι.

Και από τότε και εφεξής

Έμαθα αυτό που θέλω,

Ήταν να γίνω μια φωνή,

Κι από μακριά να ακούγεται,

Με των θεατών τις ιαχές

Να ‘ναι ανακατεμένη,

Όπως με εσένα χόρεψε,

Σε μέθη η οικουμένη.

Και εκείνοι που στα γήπεδα,

Έτρεξαν τη Δευτέρα,

Δεν πήγαν μόνο επειδή

Του μέλλοντος η μέρα

Αυτό τους υπαγόρευε.

Μα κι επειδή απ’ τη Φωνή,

Που βγήκε απ’ τα σπλάχνα,

Η νέα Νίκη, η Θεά,

Ο Θρίαμβος ο εκρηκτικός,

Πήρανε σημασία,

Τι νόημα θα ‘χε άραγε,

Ποια θα ‘ταν η ουσία,

Αν η Φωνή δεν βάραγε

Τα εύθυμα ταμπούρλα;

Ποιος θα μας περιέγραφε

Το χάος και τη ζούρλα;

Ποια θα ‘ταν η βαρύτητα,

Που θα ‘σβηνε ο Γκάλης

Και ποια η αυταπάρνηση

Που ο Γιαννάκης μόνιμα

Κρατούσε υπό μάλης;

Απ’ τη δική σου τη Φωνή,

Εδώ είμαστε όλοι,

Κάποιοι το ξέρουν

Και πολλοί, που χάρη σου χρωστάνε,

Ενός αγνώστου που μιλά τα μπόσικα βαστάνε.

Κι αν κάτι, εν ολίγοις, πια, σε όλους έχει μείνει,

Δεν είναι άλλο παρά αυτό:

Μυρίζει Τιρινίνι.

Τούτος είν’ ο Φιλιππικός,

Το κληροδότημά μας,

Δάδα αναμμένη πάντοτε,

Σκίρτημα στην καρδιά μας.

Είναι το τέλος. Είναι ένας θρίαμβος. Είναι ένα ηρωικό κατόρθωμα. Η Ελλάδα, πρωταθλήτρια Ευρώπης. Ένας μύθος καταρρίφθηκε. Ένας μύθος -και γράφτηκε μια μεγάλη εποποιία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ