"Κοίτα, ρε συ, το παλικάρι κλαίει"

Ο Θέμης Καίσαρης θυμάται το ταξίδι στη Σαραγόσα, τις επτά κούτες της Ρεάλ και την εμπειρία του να βλέπεις αμίλητος ντέρμπι μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού.

"Κοίτα, ρε συ, το παλικάρι κλαίει"

Την πρώτη, επική μονομαχία των αιωνίων στο Τελ Αβίβ την είδα μεσοπέλαγα, επιστρέφοντας απ’την πενταήμερη στη Ρόδο. Ένα χρόνο αργότερα, είχα τελειώσει το σχολείο και ταξίδεψα με τον φάδερ στη Σαραγόσα για τη δεύτερη πράξη του εμφυλίου. Ο φάδερ τουρίστας, κανόνισε το ταξίδι ως διακοπές, να πάμε και να δούμε το ματς, δεν είχε επαγγελματικές υποχρεώσεις.

Δεν είχε και εισιτήρια για τους αγώνες. “Πάμε και θα βρούμε εκεί”. Το πρωί των ημιτελικών όλοι ήταν στο ξενοδοχείο της διοργάνωσης. Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός είχαν επινοικιάσει δύο εκ των μαγαζιών στο λόμπι του ξενοδοχείου. Φώτα, ωραίες κοπέλες, οθόνες να παίζουν highlights, χλιδή, τσάμπα αναμνηστικά, προσεγμένα φυλλάδια σαν match programmes, κτλ. Στη μέση ήταν το αντίστοιχο της Ρεάλ, που ήταν πολύ πιο φτωχικό, σαν υπαίθριο μαγαζί δώρων. Τίποτα δεν έδιναν τσάμπα, ούτε καν ένα μπρελόκ, και το χειρότερο ήταν πως είχε πάει μεσημέρι και ακόμα το έφτιαχναν, δεν είχε ανοίξει επίσημα.

"Κοίτα, ρε συ, το παλικάρι κλαίει"

"Φτωχή Ρεάλ"

Μέσα και έξω απ’τα μαγαζιά συγκεντρωμένοι δεκάδες Έλληνες, δημοσιογράφοι, παράγοντες, κτλ. Κουβέντες για τον αγώνα, ψάξιμο για εισιτήρια και συνεχή πικρόχολα σχόλια για τους ανέτοιμους και τσιγκούνηδες Ισπανούς, που ακόμα κουβαλούσαν κούτες με υλικό που έβαζαν στα ράφια του μαγαζιού της Ρεάλ και είχαν εκτεθεί ανεπανόρθωτα στα μάτια των “νεόπλουτων” αιωνίων.

Οι Ισπανοί άφησαν τελευταία επτά τετράγωνα κουτιά. Άνοιξαν το πρώτο, έβγαλαν ένα ευρωπαϊκό κύπελλο και το έβαλαν σε μια γυάλινη προθήκη. Άνοιξαν το δεύτερο, έβγαλαν άλλο ένα ευρωπαϊκό κύπελλο και το έβαλαν σε δεύτερη γυάλινη προθήκη. Έμεναν άλλα πέντε κουτιά με τα υπόλοιπα τρόπαια απ’τα επτά που είχε κατακτήσει μέχρι τότε η Ρεάλ Μαδρίτης για να μπουν στις πέντε προθήκες που απέμεναν.

Μέχρι να βγάλουν το τρίτο, δεν υπήρχε κανένας Έλληνας μπροστά απ’το περίπτερο. Αποχωρίσαμε όλοι, σχεδόν μαζικά, τυφλωμένοι απ’τη ζήλια για τα ευρωπαϊκά κύπελλα, που έκαναν το “φτωχό” μαγαζί της Ρεάλ να έχει επτά τρόπαια απ’αυτά που τότε το ελληνικό μπάσκετ δεν είχε ούτε ένα. Δεν είχαν ανάγκη τις πολυτέλειες, έφεραν απλώς τις κούπες που εμείς ονειρευόμασταν. Δυο μέρες αργότερα πήραν και την έκτη και γελάω πάντα όταν θυμάμαι τη σκηνή και όταν σκέφτομαι πως Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός χρειάστηκαν 20 χρόνια από τότε, ένα καράβι λεφτά και μόλις πέρσι πέρασαν (και οι δυο μαζί) τα οκτώ ευρωπαϊκά της Ρεάλ.

"Κοίτα, ρε συ, το παλικάρι κλαίει"

Πάμε στα προσωπικά. Εισιτήρια βρέθηκαν. Δεν ήταν καλά. Όχι γιατί ήταν ψηλά και γωνιακά, το πρόβλημα ήταν άλλο. Οι θέσεις μας ήταν λίγα καθίσματα μακριά απ’τους οπαδούς του Παναθηναϊκού. Με το που κάτσαμε συνειδητοποίησα πως θα πρέπει να δω τον ημιτελικό (το ματς για το οποίο είχα το περισσότερο άγχος ever στη 18χρονή ζωή μου) χωρίς να αντιδρώ. Δεν μπορούσα να φωνάξω, να σηκωθώ όρθιος, να τιναχτώ απ’τη θέση μου, να σφίξω γροθιές, κτλ. Έπρεπε να κάτσω ανάμεσα στους ντόπιους, ήσυχους Ισπανούς και να φερθώ σαν κι αυτούς. Στο ματς που (τότε) σήμαινε τα πάντα.

"Τι κάνει;"

Στο αεροδρόμιο είχε πέσει το μάτι μου σ’ένα anti-stress μπαλάκι, το οποίο αγόρασα χωρίς προφανή λόγο και είναι αυτό που κρατάω στη φωτογραφία. Αποδείχθηκε πως θα ήταν υπέρ-πολύτιμο, αλλά δεν το ήξερα όταν το αγόραζα. Σ’αυτό έβγαλα όλη μου την ένταση κατά τη διάρκεια του ημιτελικού. Ο Έντι έβαζε τα τρίποντα το ένα πίσω απ’το άλλο, το ένα πιο απίστευτο απ’το προηγούμενο, κι εγώ ανήμπορος να αντιδράσω, διοχέτευα τα πάντα στο μπαλάκι.

"Κοίτα, ρε συ, το παλικάρι κλαίει"

Όταν ο Τόμιτς πήρε την μπάλα απ’τα χέρια του Σιγάλα στην επαναφορά, σηκώθηκα όρθιος και μονολόγησα: “Μα τι κάνει ο Τόμιτς, ο Σιγάλας κάνει πάντα την επαναφορά, τι κάνει;” Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα έβαλε το τελευταίο τρίποντο και μου έδωσε την απάντηση. Κι όταν λίγο μετά το ματς δεν μπορούσε πια να γυρίσει, άρχισα να κλαίω. Δεν ήταν τίποτε άλλο απ’τη φυσιολογική αντίδραση του σώματος, που δεν μπορούσε να εκδηλωθεί σε κανένα σημείο του αγώνα, ούτε να χαρεί στο φινάλε.

"Κοίτα, ρε συ, το παλικάρι κλαίει"

Το παλικάρι

Κάποια στιγμή γύρισα προς τους οπαδούς του Παναθηναϊκού, που κοιτούσαν αμίλητοι τα τελευταία δευτερόλεπτα του αγώνα. Ένας απ’αυτούς γύρισε προς τα αριστερά και τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. “Κοίτα, ρε συ, το παλικάρι κλαίει”, είπε στο διπλανό του.

Φίλε, αν με διαβάζεις, εγώ ήμουν που έκλαιγα. Αλλά, επειδή ήμουν με τους άλλους....

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ