Ο καλύτερος συμπαίκτης όλων των εποχών έμεινε μόνος του

Ο Σκότι Πίπεν ένιωσε πληγωμένος από τη σειρά που πρόκειται να αλλάξει την πορεία του επαγγελματικού αθλητισμού. Εκείνο που δεν ήξερε, ήταν ότι οι τότε συμπαίκτες του επρόκειτο να τον αφήσουν ολομόναχο να διαχειριστεί την κρίση που θα έφερνε η σειρά και όχι η πραγματικότητα εκείνης της εποχής.

Μάικλ Τζόρνταν και Σκότι Πίπεν παρακολουθούν την αναμέτρηση των Σικάγο Μπουλς με τους Σάρλοτ Μπόμπκατς, στις 15 Φεβρουαρίου του 2011. (AP Photo/Charles Rex Arbogast)
Μάικλ Τζόρνταν και Σκότι Πίπεν παρακολουθούν την αναμέτρηση των Σικάγο Μπουλς με τους Σάρλοτ Μπόμπκατς, στις 15 Φεβρουαρίου του 2011. AP PHOTO/CHARLES REX ARBOGAST

Αν κάτι απέδειξε το ‘Last Dance’, πλην του ήδη αποδεδειγμένου, ότι ο Μάικλ Τζόρνταν είναι ο κορυφαίος παίκτης μπάσκετ όλων των εποχών και ότι όλο το πέπλο που τον κάλυπτε συνάδει και με τα όρια της φαντασίας των θαυμαστών του, είναι ότι οι Σικάγο Μπουλς της δεκαετίας του ’90 δεν ανήκουν στο νοσταλγικό παρελθόν, αλλά συμβαίνουν τώρα.

Και δεν πρόκειται απλώς για τη σκηνοθεσία και για την ιστορία, αλλά για το ίδιο το δράμα, που οι σκηνές της σειράς, η οποία θα περάσει στο πάνθεον ακριβώς όπως ο πρωταγωνιστής της για το χρονικό διάστημα που παίχθηκε, διανθίζουν. Κατά τη διάρκειά της και άμα τη λήξει της, η επιρροή που ακαριαία άσκησε είναι πρωτοφανής για μία ιστορία που συνέβη πριν 22 χρόνια. Ωστόσο, όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, αναγνωρίζει ότι αυτό το χρονικό διάστημα δεν είναι, δα, και τόσο μεγάλο για να αφήσει πίσω του ό,τι τον έχει πληγώσει.

Μπορεί να περάσουν 30 ή 40 χρόνια από ένα συμβάν και όχι απλώς αυτό να κρατηθεί στη μνήμη, αλλά να πυροδοτήσει κάθε λογής έκφραση. Τείνει, το είδος με τη λογική του, να είναι μεγαλόθυμο μόνο με όσα δεν έχουν σημαδέψει την ψυχή του. Οι φόβοι ότι ο Μάικλ Τζόρνταν δεν θα έβγαινε στον αφρό με τη σειρά αποδείχθηκαν, τελικώς, αβάσιμοι. Από τη στιγμή που ο Ρίτσαρντ Τζέφερσον, μέσω του facetime, έβαλε τον ΛεΜπρόν Τζέιμς στα αίματα και οι δυο τους κάλεσαν το ESPN να επισπεύσει την προβολή της σειράς, αποδείχθηκε ότι ήταν δυνατόν ακόμα και να διανθιστεί ο μύθος του ήρωα των περισσότερων εξ ημών.

Η σειρά δεν ‘φαγώθηκε’ από την επικαιρότητα και ο Τζόρνταν μόνο να ονειρευτεί μπορούσε ότι η προβολή της θα ήταν ακριβώς ανάλογη της προσωπικότητάς του και, κυρίως, της μονομανίας του με όλες, όπως αποδεικνύεται, τις καταστάσεις. Υπήρξαν στιγμές που η αμηχανία από τον τρόπο που συμπεριφερόταν, από τη μερική έλλειψη χιούμορ, από τα αστεία που μόνο αυτός γελούσε, από τα συγχαρητήρια που έδινε σε πρόσωπα που είτε από φόβο είτε από αδιαφορία δεν συσπώνταν, πρέπει να ήταν μεταδοτική στο θεατή. Και άλλες, βεβαίως, που η μεγαλουργία του φάνταζε πολλαπλάσια από ό,τι τη στιγμή που συνέβαινε.

Το ‘Last Dance’ δεν αφορούσε μόνο στον ίδιο ή τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές, αλλά κράτησε την παραγωγική διαδικασία ζωντανή. Επειδή, ωστόσο, σε αυτά τα 450 λεπτά μετάδοσης η ένταση δεν ήταν απούσα ή έστω ωσεί παρούσα αλλά έκανε αισθητή αμέσως και διαρρήδην την παρουσία της, το συγκείμενο δράμα ήταν απολαυστικό. Η παραγωγή μετά την παραγωγή έμελλε να φέρει στο φως ορισμένες σημαντικές στιγμές και, μάλλον, να προκαλέσει την αναθεώρηση σχέσεων. Η πληροφόρηση αμέσως μετά τα δύο τελευταία επεισόδια έφερε τον Σκότι Πίπεν ‘απογοητευμένο και πληγωμένο’ από τον τρόπο που παρουσιάστηκε στη σειρά.

Ο Τζόρνταν, έγινε φανερό ότι, δεν έχει πρόβλημα, απολύτως κανένα, αν υπάρχουν συμπαίκτες ή αντίπαλοι που δεν του μιλάνε επειδή εξέφερε άποψη που ξενίζει. Υπήρξε, σε περιπτώσεις, απάνθρωπος, όχι με τα λόγια αλλά με τη στάση του σώματός του. Όποιο κι αν ήταν το κατηγορητήριο, αν ήταν ο τζόγος, η δολοφονία του πατέρα του, η σχέση του με τον Ντέιβιντ Στερν, δεν έκανε καν τον κόπο να απολογηθεί. Έμοιαζε να εξηγεί μόνο και μόνο για εκείνους που αισθάνονταν άσχημα για λογαριασμό του. Επρόκειτο για 500 ώρες υλικού, στις οποίες προφανώς έπεσε τσεκούρι, αλλά και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, Τζέισον Χέιρ, πρέπει να ένιωσε τη σχεδόν αντικειμενική σαγήνη που αφήνει η παρουσία ενός εξηντάρη, πια, ανθρώπου.

Στην περίπτωση του Πίπεν, όμως, όποια γοητεία κι αν ασκούσε δεν έφτανε για να σχηματιστεί η εικόνα ενός παίκτη που είναι ένας από τους καλύτερους όλων των εποχών. Αν εξαιρεθεί η ιστορία του τελευταίου τελικού με τους Τζαζ και η μαρτυρία του φυσικοθεραπευτή για τη μάχη που έδωσε με την πλάτη του προκειμένου να παίξει σε αυτό το ιστορικό ματς, η πιο έντονη παρουσία του ‘Ινδιάνου’ στη σειρά ήταν το εμπάργκο του στην αρχή, το οποίο ‘έσπασε’ για να μη χρεωθεί με πρόστιμα, και η ιστορία με την εντολή του Φιλ Τζάκσον για να πάρει την μπάλα ο Τόνι Κούκοτς στον τρίτο ημιτελικό της Ανατολής με τους Νιου Γιορκ Νικς το 1994.

Αλλά αυτές οι πληροφορίες ήταν λίγο πολύ γνωστές. Εκείνο που δεν ήξερε ο Πίπεν, ήταν ότι οι τότε συμπαίκτες του επρόκειτο να τον αφήσουν ολομόναχο να διαχειριστεί την κρίση που θα έφερνε η σειρά και όχι η πραγματικότητα εκείνης της εποχής. Παρ’ ότι ο θεατής μπορεί να δει τον Τζόρνταν να λέει ειρωνικά αστειάκια στον Τζέρι Κράους, συνηθίζει με την ιδέα. Περισσότερο ασπάζεται το γεγονός ότι ο κορυφαίος παίκτης του κόσμου τίθεται ενάντια στο γενικό διευθυντή της ομάδας. Όμως ο Τζόρνταν δεν βρίζει τον Κράους στο ντοκιμαντέρ. Αντιθέτως, η μόνη ιδέα που έχουμε για κάποιον που τον βρίζει, είναι όταν ο Μπιλ Γουένινγκτον λέει ότι “ο Πίπεν ξεπέρασε τα όρια με τον Κράους” μέσα στο πούλμαν.

Μπορεί αυτή η όχι ακριβώς αντιπαθής φυσιογνωμία να γίνεται θύτης, ειδικά από τη στιγμή που στα... χασομέρια του ντοκιμαντέρ ο Τζέρι Ράινσντορφ, μια ασφαλής μετεμψύχωση του Πόντιου Πιλάτου, σώζει την παρτίδα με το τηλεφώνημα που κάνει στον Φιλ Τζάκσον, όμως ο Πίπεν είναι εκείνος που βρίζει τον Κράους. Εκείνος που αφήνει μόνη της την ομάδα με 1,8 δευτερόλεπτο για τη λήξη ενός παιχνιδιού play off και ακούει τον Τζόρνταν να λέει ότι πάντα θα το βρίσκει μπροστά του. Είναι αυτός που δεν βρίσκει κατανόηση για την εγχείρηση που έκανε την αρχή της σεζόν 1997-98 και που η παιδική ιστορία του δεν είναι ακριβώς η επιτομή της συγκίνησης.

Ο Πίπεν έχει κάθε λόγο να αισθάνεται πληγωμένος από το ντοκιμαντέρ. Ενδιαμέσως, οι Ντιτρόιτ Πίστονς, τα ‘Bad Boys’, έχουν κερδίσει μέσω του μίσους του Τζόρνταν το σεβασμό και ο Αϊζάια Τόμας -τον οποίο ο Τζόρνταν αποκαλεί “τον καλύτερο πόιντ γκαρντ που έχω δει μετά τον Μάτζικ”, ένας έπαινος που δεν γίνεται να παραγνωριστεί, ειδικά σε σχέση με την προσωπική κόντρα- ανασύρει από το συρτάρι την ιστορία της καρατόμησής του πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες, η οποία δεν αναδεικνύεται σε ακριβές χρονικό διάστημα. Γίνεται λόγος για το καλοκαίρι του ’91, δηλαδή το πρώτο καλοκαίρι που οι Μπουλς είναι πρωταθλητές και οι Πίστονς δεν τους έχουν χαιρετήσει, αλλά το έτος 1992 ακούγεται πολύ συχνά στην αφήγηση.

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που ο Πίπεν έχει δηλώσει, κοιτάζοντας κατάματα και απειλητικά την κάμερα του ‘The Jump’, ότι “δεν συμφωνώ σε τίποτα από αυτά που λέει και κάνει”, παρ’ όλα αυτά η δική του τοποθέτηση ότι δεν θέλει τον Τόμας στην Dream Team φέρνει τη χλεύη. Παράλληλα με τη σειρά, παίζει στο διαδίκτυο ένα βίντεο παλιότερης χρονολογίας, στο οποίο ο Τόμας κάθεται με άλλους βετεράνους και όταν έρχεται η συζήτηση στους Ολυμπιακούς του ’92, δηλώνει: “Καλά να μη με θέλουν ο Μάτζικ, ο Τζόρνταν και ο Μπερντ. Αλλά ο Πίπεν; Πήγαινε αγόρι μου στο πάρκο”. Μετά το ‘Last Dance’, η αθλητική πραγματικότητα θα είναι πολύ διαφορετική.

Οι αναθυμιάσεις του θα κρατήσουν καιρό. Η επιστροφή στα δρώμενα, όταν τελικά απορροφηθεί ο ιός από την ανθεκτικότητα του είδους, θα συνοδευτεί από μετάλλαξη, η οποία είναι άρρητη αυτήν τη στιγμή. Τα κριτήρια θα διαφοροποιηθούν ελαφρώς, τόσο που να μιλάμε για ένα νέο κόσμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι μοιάζουμε με τον Σκότι Πίπεν, ο εγωισμός μας δεν μας οδηγεί σε έναν τόπο που ουδείς μπορεί να μας αγγίξει, αλλά σε σπασμωδικές ενέργειες, που γίνονται με τη σιγουριά του δικαίου και τη βεβαιότητα της συναίσθησης. Το να θέλεις να μοιάσεις με τον Μάικλ Τζόρνταν είναι σχεδόν απάνθρωπο. Όμως, αυτή η σκέψη δεν είναι προτεραιότητα.

Ο Πίπεν έχασε σε πόντους από τον ίδιο το θρύλο του. Από το πρώτο επεισόδιο αποκαλείται ο κορυφαίος συμπαίκτης όλων των εποχών, όμως, με την εξαίρεση του έκτου τελικού, που αν δεν ξέρει τι έχει συμβεί τον περιμένεις στη γωνία στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι δεν έπαιξε, δεν αναδεικνύεται κάπου ως ένας από τους κορυφαίους μπασκετμπολίστες όλων των εποχών.

Το θάρρος του Στιβ Κερ, ο λόγος του Μπιλ Κάρτραϊτ, ακόμα και μια συμπόνια για τον Χόρας Γκραντ, παρά τον ‘πόλεμο’ περί ρουφιανιάς, τον οποίο ο πρώην πάουερ φόργουορντ των Μπουλς δεν άφησε αναπάντητο, ο Τζον Πάξον, ακόμα και η κρυφή αγάπη του Τζόρνταν -ο οποίος εμφανίζει ως πατρική φιγούρα τον Γκας Λετ, σωματοφύλακά του, αλλά όταν του λέει “τώρα πρέπει να σε πάμε στη Γιούτα”, το πρόσωπό του μοιάζει να αναδίδει απέχθεια, ενώ στην πραγματικότητα είναι υπερβολικό νοιάξιμο- για τον Σκοτ Μπαρέλ, οι περισσότεροι είναι ευχαριστημένοι.

Ο Τζέρι Κράους πέθανε πριν τρία χρόνια, αλλά θα έβρισκε λόγους, ειδικά στην παραμυθία των παικτών στο τελευταίο επεισόδιο για τις ικανότητές του ως μάνατζερ, τουλάχιστον να νιώσει ικανοποιημένος από τη δουλειά του. Ο Πίπεν δεν βρίσκει κάπου στήριξη. Και, στην πραγματικότητα, δεν πληρώνει κάτι άλλο από τα 13 σερί χαμένα σουτ των Πόρτλαντ Μπλέιζερς στον έβδομο τελικό της Δύσης με τους Λος Άντζελες Λέικερς. Δεν πληρώνει κάτι άλλο από εκείνο το comeback της ομάδας του ‘Ζεν Μάστερ’, του πρώην προπονητή του, Φιλ Τζάκσον, που ο ίδιος δεν βρήκε τρόπο να αποτρέψει.

Η ίδια η πραγματικότητα θα πλειοδοτούσε υπέρ του, με ένα έβδομο δαχτυλίδι πρωταθλητή. Όμως, εκείνο το παιχνίδι ξήλωσε το πουλόβερ του καθολικού σεβασμού και με τις ίδιες κλωστές η χρυσοχέρα υφάντρα ξεκίνησε να ράβει το μάλλινο παλτό της σπουδαίας φυσιογνωμίας που άκουγε στο όνομα Κόμπε Μπράιαντ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK