“Ο Ρούντι κινείται λες και είναι χτυπημένος από ρεύμα”
Ο Ισπανός δημοσιογράφος, Jaime Martinez Lafargue (σχετική ένθετη φωτό), αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας Solobasket, γράφει το contra.gr για τον Ρούντι Φερνάντεθ.
O Ρούντι Φερνάντεθ είναι, μαζί με τον Χουάν Κάρλος Ναβάρο ο καλύτερος Ισπανός γκαρντ και πιθανότατα στην Ευρώπη. Πρόκειται για ένα παίκτη ο οποίος είναι γεννημένος και προορισμένος να νικάει και να κατακτά τρόπαια και τίτλους. Από το ξεκίνημα της καριέρας του με την Χοβεντούτ Μπανταλόνα στις μικρές κατηγορίες αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό του.
Μόλις στα 18 του, του παρουσιάστηκε η ευκαιρία να ντεμπουτάρει στην ACB με την ομάδα της καρδιάς του. Από τα χέρια τουΆιτο Γκαρθία Ρενέσες ο οπαδός στην εξέδρα ανακάλυψε έναν παίκτη πολύ λεπτό, αδύνατο ο οποίος όμως είχε τις δυνατότητες να παίξει ένα μπάσκετ πολύ υψηλού επιπέδου. Το εκπληκτικό άλμα του, ασυνήθιστο προσόν για λευκό παίκτη, ήταν το στοιχείο που προσέλκυσε την προσοχή.
Από τα πρώτα του παιχνίδια έκλεψε την καρδιά των οπαδών της Μπανταλόνα αλλά και των υπόλοιπων ομάδων της Ισπανίας. Τα καρφώματά του, είτε μετά από ατομικές προσπάθειες, είτε μετά από πάσες άλεϊ ουπ σήκωναν τα πλήθη στο πόδι ξανά και ξανά.
Επιπλέον, ο Ρούντι είναι ένας πολύ καλός χειριστής της μπάλας και μπορεί να βοηθήσει άνετα στην οργάνωση του παιχνιδιού. Με το πέρασμα των χρόνων μάλιστα βελτίωσε αισθητά την ευστοχία του στα εντός πεδιάς σουτ και έφτασε στο επίπεδο των πολύ μεγάλων σουτέρ της Ευρώπης.
Συμπερασματικά, η ικανότητα του στην ντρίπλα μαζί με το εξαιρετικό άλμα του είναι τα πιο αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του. Θεωρείται ανίκητος στο ένας εναντίον ενός ακόμα και με τον καλύτερο αμυντικό απέναντί του, δημιουργεί χώρους για σουτ για τους συμπαίκτες του και δεν χρειάζεται ιδιαίτερα σκριν ή πικ εν ρολ για να δημιουργήσει.
Δεν θα πρέπει πάντως να παραλείψουμε να μιλήσουμε και για τις τεράστιες ικανότητές του στην άμυνα. Κινείται λες και είναι χτυπημένος από ρεύμα κάτι που του επιτρέπει να αμύνεται με μεγάλη αποτελεσματικότητα. Τα γρήγορα χέρια του του επιτρέπουν να κλέβει μπάλες και να βοηθάει αρκετά τους συμπαίκτες του.
Είναι γεγονός πάντως ότι αυτό ήταν το παιχνίδι του όσο βρισκόταν στην Ευρώπη. Στο Πόρτλαντ, κάτω από τις οδηγίες του Νέιτ Μακ Μίλαν, έχασε μερικά από τα χαρακτηριστικά του που τον έκαναν γνωστό στην Γηραιά Ηπειρο. Το εκπληκτικό του κάρφωμα κόντρα στον Ντουάιτ Χάουαρντ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008 ήταν το διαβατήριό του για την είσοδό του στο ΝΒΑ. Αλλά στις ΗΠΑ κάτι πήγε στραβά.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης σεζόν του έγινε ένας από τους αγαπημένους παίκτες των Μπλέιζερς. Ο Σέρχιο Ροντρίγκεθ του χάριζε με ασίστ τη δυνατότητα να καρφώνει, ενώ, όπως πάντα ο Ρούντι ήταν πολύ γρήγορος στην άμυνα. Εκλεβε μπάλες και τελείωνε με άνεση τους αιφνιδιασμούς. Η δεύτερη σεζόν όμως ήταν σχεδόν καταθλιπτική. Μερικοί τραυματισμοί, η αποχώρηση του Ροντρίγκεθ από το Πόρτλαντ και η κακή σεζόν των Μπλέιζερς κλόνισαν την αυτοπεποίθηση του παίκτη.
Ο Ρούντι χρειάζεται τον ανταγωνισμό. Όπως κάθε καλός ευρωπαίος παίκτης, έχει νοοτροπία νικητή. Εχει συνηθίζει να αγωνίζεται κάθε σεζόν για 3 και 4 τίτλους. Στο ΝΒΑ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αν δεν παίζεις σε ανταγωνιστική ομάδα και δεν έχεις πολλά λεπτά συμμετοχής η νοοτροπία του νικητή μετατρέπεται σε απογοήτευση. Όπως και να έχει πάντως, είτε επιλέξει τον Παναθηναϊκό είτε την Μπαρτσελόνα είτε τη Ρεάλ, οι Ευρωπαίοι μπασκετόφιλοι τον περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες.