Οι 'Άγριες Μέλισσες' των '90s δεν ήταν σίριαλ, ήταν από τη Σάρλοτ

Περί 30 χρόνια πριν εμφανίστηκαν Χόρνετς του Μούρνινγκ, του Τζόνσον, του Γκιλ και του Μπόουγκς. Η ομάδα που, αν έμενε ενωμένη, θα μπορούσε ν' απειλήσει τους άτρωτους Μπουλς στην Ανατολή. Μια μικρή ωδή.

Ο Μάγκσι Μπόουγκς ήταν η πιο εμβληματική φυσιογνωμία των Χόρνετς των 90s
Ο Μάγκσι Μπόουγκς ήταν η πιο εμβληματική φυσιογνωμία των Χόρνετς των 90s AP PHOTO/JIM BOUNDS

Ομολογουμένως οι 'Αγριες Μέλισσες' είναι ένα τηλεοπτικό προϊόν του ΑΝΤ1 που ελκύει τους φανατικούς (και όχι μόνο) της μυθοπλασίας. Φωτογραφικά έχει, μάλλον, επιρροές από το 'Νησί'. Σαγηνευτικά σκοτεινό και μυστηριωδώς απόκοσμο, με διαλεχτούς ηθοποιούς και καλοδουλεμένες ερμηνείες σε ρόλους με υπερχειλίζουσα δυναμική έχει καταφέρει επικρατήσει, προσώρας, στη σύγκριση με τον ανταγωνισμό της βραδινής ζώνης, με καθημερινά επεισόδια από Δευτέρα ως Πέμπτη (22:45).

Πολλά χρόνια πριν βέβαια η σεναριογράφος Μελίνα Τσαμπάνη πλάσει την υπόθεση και η σκηνοθετική ομάδα του Λευτέρη Χαρίτου με τους έτερους συντελεστές παραδώσουν το κινηματογραφικό αυτό αποτέλεσμα στο ελληνικό κοινό, ένα άλλο σμήνος άγριων μελισσών (ή σφηκών για να είμαστε απόλυτα ακριβείς) απέδιδε ένα άρτιο μπασκετικό αποτέλεσμα. Οι Σάρλοτ Χόρνετς των πρώτων χρόνων της δεκαετίας και έως τα μέσα των 90s 'πλάνεψαν' μια ισχυρή πλειονότητα των οπαδούς του ΝΒΑ, εντός ή εκτός ΗΠΑ, έχοντας καταφέρει να φέρουν τον ενθουσιασμό ενός ολόφρεσκου συνόλου στη λίγκα. Ο ενθουσιασμός αυτός -και όχι τόσο τ' αποτελέσματα- ήταν που γέμιζε το 'Κολοσσαίο' της πόλης και καθήλωνε τους τηλεθεατές μπροστά από τις οθόνες.

Μαζί ο Χιούγκο (η περίφημη μασκότ), το παρκέ με τις κυψέλες και προφανώς τα αδιαπραγμάτευτα πρωτότυπα χρώματα που επιλέχθηκαν για να χαρίσουν την απαιτούμενη εμπορικότητα και εξάπλωση ενός ολοκαίνουριου franchise.

Καίτοι η ομάδα από τη Βόρεια Καρολάινα δεν ανταμείφθηκε με ό,τι ενδεχομένως άξιζε, φτάνοντας μόλις μία φορά στα ημιτελικά της Ανατολικής Περιφέρειας και πέφτοντας πάνω σε Νικς ή Μπουλς, η τριετία 1992-1995 λειτούργησε σημαδιακά για μια εποχή που δεν της έλειπαν οι λαμπροί αστέρες, φτασμένοι οι περισσότεροι, αλλά έψαχνε για τους ήρωες της επόμενης ημέρας.

Ο Μάικλ Τζόρνταν και ο Αλόνζο Μόρνινγκ σε αγώνα των Μπουλς με τους Χόρνετς
Ο Μάικλ Τζόρνταν και ο Αλόνζο Μόρνινγκ σε αγώνα των Μπουλς με τους Χόρνετς AP PHOTO/FRED JEWELL

Ο Αλόνζο Μούρνινγκ (Νο2 στο draft του '92), ο Λάρι Τζόνσον (Νο1 στο draft του '91 και καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος της σεζόν), ο Κένταλ Γκιλ (Νο5 στο draft του 1990), ο αδάμαστος Μάγκσι Μπόουγκς των 160 εκατοστών και από κοντά ο Τζόνι Νιούμαν, ο Ντελ Κάρι (πατέρας των Στεφ και Σεθ), o Κένι Γκάτισον, λίγο μετά ο Χέρσι Χόκινς, συνέθεταν ένα λαοπρόβλητο σύνολο υπό τον κόουτς Άλαν Μπριστόου με αστείρευτο ταλέντο, ισχυρές προσωπικότητες και γερές δόσεις τρέλας. Τρέλας που μπορούσε να καταφέρει σπουδαίες νίκες επί των Μπουλς του Μάικλ Τζόρνταν.

Τρέλας που αποτυπωνόταν πότε σ' εκείνο το buzzer beater καλάθι του Μούρνινγκ λίγο μέσα από τη ρακέτα, με το οποίο οι Χόρνετς απέκλεισαν τους Σέλτικς στον πρώτο γύρο των playoffs του 1993...

...και πότε στην πανούργα τάπα του Μπόουγκς πάνω στον Πάτρικ Γιούιν των Νικς. Από τους οποίους αδίκως αποκλείστηκαν στη συγκλονιστική ημιτελική σειρά της Ανατολής το '93, έχοντας χάσει ένα παιχνίδι στην παράταση και άλλα δύο σε οριακές καταστάσεις.

Οι Χόρνετς, προτού τον Νοέμβριο του 1995 ο Μούρνινγκ δοθεί στους Μαϊάμι Χιτ σ' ένα mega-trade που έστειλε στη Σάρλοτ τον Γκλεν Ράις και μετατραπούν αυτομάτως σ' ένα από τα δημοφιλέστερα 'what if' του αμερικάνικου αθλητισμού καθώς το ερχόμενο καλοκαίρι έφυγε και ο Τζόνσον για τη Νέα Υόρκη, ήταν (και παραμένουν στις μνήμες όσων τους έζησαν) η προσωποποίηση της ξέγνοιαστης παρέας εφήβων που μαζευόταν κάθε απόγευμα καλοκαιριού να παίξει μπάσκετ στο ανοικτό της γειτονιάς. Πρώτα απολάμβανε το κάθε παιχνίδι ξεχωριστά και μετά ενδιαφερόταν για τη νίκη. Δεν διέθετε τη βαρύτητα των Μπουλς ή τη σκληράδα των Νικς. Δεν εξέπεμπε την αύρα των Ρόκετς ή τη φινέτσα των Σανς. Ήταν ωστόσο μια 'sui generis' ομάδα, ολίγον τι ξένη σ' έναν κόσμο τρανών, που χάρισε μια αυθεντική μοναδικότητα. Μια μοναδικότητα η οποία 25 χρόνια αργότερα έχει λάβει διαστάσεις vintage. Δικαιολογημένα. Όπως θα ισχύσει με τις 'Άγριες Μέλισσες' σε μερικά χρόνια από την τωρινή προβολή τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ