Οι μεγάλοι καβγάδες που διέλυσαν τη Σερβία

Μία αναδρομή στο παρελθόν ίσως αποτελεί ένδειξη για αυτό που συνέβη στην ομάδα του Αλεκσάνταρ Τζόρτζεβιτς, η οποία διαλύθηκε πριν από τον προημιτελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου της Κίνας με την Αργεντινή.

Ο Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς αμέσως μετά τον αποκλεισμό από την Αργεντινή στα ημιτελικά του Παγκοσμίου
Ο Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς αμέσως μετά τον αποκλεισμό από την Αργεντινή στα ημιτελικά του Παγκοσμίου FIBA.COM

Ένας από τους σπουδαιότερους προπονητές στα ομαδικά σπορ, ο Νίκολα Στάμενιτς, προπονητής του ΑΝΟ Γλυφάδας και του Ολυμπιακού στο πόλο Ανδρών από τις αρχές έως τα τέλη της δεκαετίας του '90, έλεγε κάτι πάρα πολύ απλό: "Ταλαντούχος παίκτης είναι αυτός που ακούει τον προπονητή του". Κι αν για κάτι παινεύεται ο σέρβικος αθλητισμός όλα τα χρόνια είναι για το περίφημο προπονητικό σύστημα. Αυτό (το σύστημα), που όμως αναδεικνύεται εις ώτα ακουόντων.

Ο Μανώλης Περρής, ένας από τους ανθρώπους που παρακολουθούσαν από κοντά την ανακάλυψη του (φίλου του επί 35 χρόνια) Σπύρου Βελινιάτη, τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, έλεγε μία ιστορία. Όταν ο προφέσορ Αλεξάντερ Νίκολιτς δίδασκε τους νέους προπονητές του τότε γιουγκοσλάβικου μπάσκετ, έγραφε στον πίνακα και έπιανε το σφουγγάρι ακαριαία, για να σβήσει ό,τι ήταν αυτό που είχε προλάβει να μεταλαμπαδεύσει στους μαθητές. Όποιος ήταν εκείνος που δεν προλάβαινε ό,τι είχε γράψει και υπέπιπτε, αγνοών, στο ατόπημα να τον ρωτήσει να το επαναλάβει, ήταν έξω. Ακόμα κι αν δεν ισχύει αυτή η ιστορία δείχνει τι σήμαινε για τους Γιουγκοσλάβους να είσαι προπονητής και την αξία που δίνουν σε αυτούς. Αλλά η προπονητική δεν αφορά μόνο στο αγωνιστικό κομμάτι. Διακυβεύονται και ηθικές αξίες που το σύστημα των Σέρβων προπονητών τηρεί απαρέγκλιτα ή, εν πάση περιπτώσει, αυτό συνέβαινε.

Στη λειτουργηματικού χαρακτήρα μετουσίωση μίας ολόκληρης θεωρίας για τα ομαδικά παιχνίδια, την οποία κάποιος θα μπορούσε να εντάξει σε ένα πλαίσιο φιλοσοφικής συζήτησης, οι παίκτες προορίζονται να κάνουν ό,τι ζητά ο προπονητής. Αυτό είχε γερό θεμέλιο: δεν ήταν μόνο η φτώχεια, που μέσω του αθλητισμού σε υψηλό επίπεδο γινόταν να αποφευχθεί, αλλά και το γεγονός ότι ήδη οι Γιουγκοσλάβοι έφευγαν για το εξωτερικό. Ήταν ένα επιτυχημένο σύστημα, το οποίο δεν δημιουργούσε απλώς υπάκουους παίκτες, αλλά και σκληρόπετσους. Και που, τελικά, όπως στην περίπτωση του 'κόμπρα' Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς, του Ζόραν 'Μόκα' Σλάβνιτς, του Ντράζεν Νταλιπάγκιτς και του Κρέζιμιρ Τσότσιτς κατάφερναν να διακρίνονται στη δυτική Ευρώπη, μια φάμπρικα που κρατά ακόμη.

Βλέποντας το σύστημα να δουλεύει, ουδείς από τους εκκολαπτόμενους πρωταθλητές είχε λόγο να αμφιβάλει για τη λειτουργία του. Οι απαιτήσεις, άπαξ και η αγορά άνοιξε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, όμως, ήταν συγκεκριμένες. Όρια τέθηκαν. Το πιο σημαντικό εξ αυτών ήταν ότι τα μεγάλα ταλέντα που θα πήγαιναν στο ΝΒΑ θα ήταν υποχρεωμένα να έχουν παίξει πρώτα ευρωπαϊκό μπάσκετ και να το έχουν γνωρίσει. Χρόνος για μεγάλο συμβόλαιο υπάρχει. Χρόνος για την εμπειρία των ευρωπαϊκών παρκέ κατά τη διάρκεια της εφηβείας και της μετεφηβείας, συμβαίνει μία φορά στη ζωή. Κι αυτή είναι καίρια.

Οι λόγοι του αποκλεισμού

Μπορεί πολλά να έχουν καταλογιστεί στον Μίλος Τεόντοσιτς, αλλά ένα δύο είναι τα δεδομένα: το πρώτο, ότι στην εθνική ομάδα είναι ο καλύτερος εαυτός του. Το δεύτερο, πως είναι η πλέον ηγετική φυσιογνωμία των 'ορλόβι'. Στον αποκλεισμό από την Αργεντινή την Τρίτη, αυτή η ηγετική φυσιογνωμία δεν υπήρχε στο ρόστερ. Ωστόσο, η λεπτομέρεια, που όντως κάνει τη διαφορά είναι ότι η παρουσία του δεν έλειψε τόσο στο ματς αυτό καθαυτό όσο τις σχεδόν 48 ώρες αναμονής για το παιχνίδι. Διότι ο Μίλος Τεόντοσιτς θα αποτελούσε τη διελκυστίνδα για ό,τι διημείφθη στους κόλπους της εθνικής Σερβίας από τη λήξη του παιχνιδιού με την Ισπανία.

Είναι πολύ πρόσφατο για να έχει ξεχαστεί: σε ένα νταμπλ τιμ που έκαναν στον Νίκολα Γιόκιτς στη γωνία, ο Μαρκ Γκασόλ έβαλε τα χέρια του στην μπάλα. Ο Σέρβος σέντερ, για τον οποίο προσφάτως γράφτηκε ένα κείμενο ότι η μόνη στιγμή που φαίνεται ότι αλλάζει ρυθμό μέσα στο παρκέ είναι όταν διαμαρτύρεται στους διαιτητές, εξερράγη πηγαίνοντας προς τους ρεφερί της αναμέτρησης. Δέχθηκε πρώτα τεχνική ποινή. Έπειτα, συνέχισε τον εξάψαλμο, με αποτέλεσμα να αποβληθεί από το παιχνίδι.

Για να θυμηθεί κάποιος ακραία συμπεριφορά Σέρβου παίκτη σε διαιτητή της αναμέτρησης της Εθνικής σε μεγάλη διοργάνωση, πρέπει να πάει πίσω, μετά την επικράτηση στην Ιντιανάπολη το 2002. Τότε που οι Σέρβοι, μην έχοντας τις άμυνες να αντισταθούν στα ατίθασα παιδιά, που βολεύονταν με το απευθείας ταξίδι τους στο ΝΒΑ, άφησαν και μπήκαν στην ομάδα τύποι που, μαζί, έμοιαζαν με τρόφιμους από φυλακές. Ο Βλαντιμίρ Ραντμάνοβιτς, ο Ιγκόρ Ρακότσεβιτς, ο Βλάντο Στσεπάνοβιτς, ο Μίλαν Γκούροβιτς, o Μάρκο Γιάριτς και, φυσικά, τελευταίος μα όχι έσχατος, ο Ντάρκο Μίλιτσιτς, που παρά τα παρακαλετά των Σέρβων προπονητών να μείνει στην Ευρώπη για ακόμα μερικά χρόνια, επέλεξε να φύγει από τη Χέμοφαρμ το 2003 ως νούμερο 2 του ντραφτ και να πάει στο ΝΒΑ.

Πιθανότατα, μεμονωμένα ο κάθε ένας εξ αυτών, κουβαλώντας την τρέλα του, θα μπορούσε να αποδώσει με συγκεκριμένο χειρισμό. Άλλωστε, έκαναν καριέρα, έστω κατά μόνας. Το πρόβλημα είναι ότι, μαζί, έμοιαζαν με ένα μάτσο γκάνγκστερ. Τώρα, ο Νίκολα Γιόκιτς δεν μοιάζει με όλους αυτούς. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η θητεία του στην Ευρώπη είναι ελλιπής. Από τη Μέγκαλεκς, που τώρα είναι γνωστή ως Μέγκα Μπέμακς και η αποστολή της είναι να φτιάχνει παίκτες που θα επιλεγούν στο ντραφτ του ΝΒΑ, έφυγε αφού είχε κλείσει τα 20 του για να πάει στο ΝΒΑ και τους Νάγκετς.

Βλάντε Ντίβας και Μάρκο Γιάριτς πανηγυρίζουν το χρυσό μετάλλιο του 2002 απέναντι στην Αργεντινή
Βλάντε Ντίβας και Μάρκο Γιάριτς πανηγυρίζουν το χρυσό μετάλλιο του 2002 απέναντι στην Αργεντινή AP PHOTO/MICHAEL CONROY

Ο Βλάντε Ντίβατς είχε φύγει σε παρόμοια ηλικία για τους Λος Άντζελες Λέικερς το 1989, μόνο που έπαιζε στην εθνική ομάδα των Ανδρών από το 1986, βρισκόταν ταυτοχρόνως και στις μικρές εθνικές ομάδες και με την Παρτίζαν έπαιζε σε ένα απίστευτα ανταγωνιστικό πρωτάθλημα της πρώην ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, ενώ είχε προλάβει να παίξει στο Final 4 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1988, το πρώτο στη σύγχρονη ιστορία και δεύτερο μόνο πίσω από το πυροτέχνημα του 1966, με συμπαίκτη τον Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς και τον Ζάρκο Πάσπαλι. Ο 'Ντάντε', που προσφάτως έδωσε έναν απίστευτα συγκινητικό λόγο για το Hall of Fame, ήταν ο αρχηγός της τελευταίας εθνικής Γιουγκοσλαβίας, στην Ιντιανάπολη το 2002, και εκείνος που, με προπονητή τον Σβέτισλαβ Πέσιτς, έβγαλε έναν πύρινο λόγο στα αποδυτήρια μετά την ήττα από το Πουέρτο Ρίκο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, τονίζοντας στους συμπαίκτες του ότι δεν επρόκειτο να ανεχθεί άλλα κρούσματα αταξίας.

Εδώ, στην Κίνα, αυτός ο άνθρωπος δεν υπήρχε. Ο Μίλος Τεόντοσιτς έλειψε πραγματικά από την εθνική ομάδα της Σερβίας. Την τελευταία δεκαετία, αυτός είναι το πρόσωπό της. Από το 2009, στην Πολωνία, που εκτέλεσε τους Σλοβένους στον ημιτελικό, είναι η ηγετική φυσιογνωμία της. Είναι, εκτός από πιο άρτιος παίκτης της, ο μόνος σε εκείνη την ομάδα που θύμιζε τους παλιούς, ο οδηγός της.

Ο Αλεκσάνταρ Τζόρτζεβιτς προσπάθησε να νουθετήσει τον Νίκολα Γιόκιτς. Το έκανε και δημοσίως. Το πρόβλημα είναι ότι ο τελευταίος δεν έχει μάθει έτσι. Οι Αμερικανοί είναι εντελώς διαφορετικοί σε αυτό το κομμάτι. Το ταμπεραμέντο του 'Γιόκερ' (έτσι, για το πείσμα, ας κρατηθεί η προφορά του σλάβικου J) είναι εκρηκτικό, οδηγεί σε τεχνικές ποινές, αλλά για το ΝΒΑ αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού και μπαίνει στη ζυγαριά. Στη Σερβία η ανοχή σε τέτοια κρούσματα είναι μηδαμινή. Αν ο Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς μπορεί τώρα να απολαμβάνει το σεβασμό για τις ικανότητές του, εν πολλοίς τον χρωστά στον Ντούσκο Βουγιόσεβιτς. Στις αρχές της θητείας του στο Σακραμέντο, το 2017, όταν εμφανίστηκε ως ένας μπασκετμπολίστας-υμνητής των fundamentals, δεν πίστευαν στα μάτια τους οι Αμερικανοί, παρακολουθώντας το βίντεο που ο Βουγιόσεβιτς τον πιάνει από το λαιμό.

Μόνο που ο Μπογκντάνοβιτς δεν έχει την εμβέλεια του Τεόντοσιτς, ο οποίος δεν έκανε καριέρα στο ΝΒΑ, αλλά και το ότι ο Σαρούνας Γιασικέβιτσους δεν τα είχε καταφέρει δεν εμπόδιζε τους συμπαίκτες του στη Λιθουανία να είναι ο πυρήνας τους. Αν συνέβη κάτι στα αποδυτήρια και τι ήταν αυτό, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Αλλά, αν εξαιρεθεί η απουσία του Νίκολα Κάλινιτς, σε μία θέση που ειδικά στο ματσάρισμα της Αργεντινής, με τους ημίψηλους με τον ιερό φανατισμό, τον χρειαζόταν η ομάδα του, αλλά και τη σύμπτυξη των παικτών της 'αλμπισελέστε', με ηγέτη στο παρκέ τον απαράμιλλο Φακούντο Καμπάτσο, ο οποίος έγινε ο πρώτος παίκτης μετά τον Τόνι Κούκοτς που ολοκλήρωσε ματς με +15 πόντους, +10 ασίστ, +5 ριμπάουντ και +3 κλεψίματα στο Παγκόσμιο, και εικόνισμα τον Λούις Σκόλα, η Σερβία για πρώτη φορά μετά το 2007 είχε εντυπωσιακή αλλαγή στην εικόνα του παιχνιδιού της σε μία μεγάλη διοργάνωση, πηγαίνοντας από το ένα παιχνίδι στο άλλο.

Μπορεί να ηττήθηκε τακτικά και ο Τζόρτζεβιτς να έχασε τη μάχη των πάγκων, αλλά αν διατηρούσε τη διάθεσή της, θα είχε την ευκαιρία της. Το 2009, το 2010, το 2012, το 2014, το 2015, το 2016 και το 2017 οι Σέρβοι διατηρούσαν, λες και είχαν τσακίσει μία συγκεκριμένη σελίδα της Βίβλου πολύ προσεκτικά, τις ίδιες σταθερές σε κάθε παιχνίδι που έδιναν. Στο ματς με την Αργεντινή, όμως, το περίφημο passing game, που σε ορισμένες περιπτώσεις έφερνε καλάθια σε τέτοιο βαθμό εύκολα που θύμιζε την περίπτωση του Γουόριορς, αντικαταστάθηκε από απρόσεκτες πάσες και η αμυντική προσήλωση, δεν μπορεί να πει κάποιος ότι μετατράπηκε σε αδιαφορία αλλά, σίγουρα δεν εμφανίστηκε στον προσδοκώμενο βαθμό.

Έχει ξαναγίνει αυτό στις εθνικές ομάδες. Στο πόλο, δις, πριν από σημαντικά ματς. Το 2008, πριν από τον ημιτελικό των Ολυμπιακών του Πεκίνου με τις ΗΠΑ, ο περιφερειακός Αλεκσάνταρ Σάπιτς έπαιξε μπουκέτα με τον τερματοφύλακα Ντένις Σέφικ (μιλάμε για αγνή μυθολογία, αν θυμάται κάποιος τη σωματική διάπλαση και των δύο) και οι Αμερικανοί συνέτριψαν τη Σερβία-Μαυροβούνιο. Το 2012, πριν από τον προημιτελικό με την Αυστραλία, έγινε κλίκα κατά του αρχηγού Βάνια Ουντόβιτσιτς ο οποίος είχε κατηγορηθεί για κλίκα με τον ομοσπονδιακό προπονητή και συνεπώνυμό του, Ντέγιαν. Πέρασαν με το ζόρι τους Αυστραλούς προτού τους περιποιηθεί η Ιταλία του Σάντρο Καμπάνια.

Ο Γιόκιτς δεν νιώθει ότι χρωστάει στο σέρβικο μπάσκετ

Ο Νίκολα Γιόκιτς δεν νιώθει ότι χρωστάει στο σέρβικο μπάσκετ. Δεν είναι από εκείνους τους παλιούς παίκτες, που φτιάχτηκαν από φωτιά και αμόνι. Δεν βρέθηκε στη δίνη του πολέμου ή, έστω, στο επίκεντρο ενός ντέρμπι Ερυθρός Αστέρας-Παρτίζαν. Ο Γιόκιτς δεν είναι υποχρεωμένος να ακούει και να σέβεται τον μεγάλο 'Σάλε', δεν πεινάει και δεν εξαρτάται από την Εθνική η παρουσία του στον κόσμο του μπάσκετ, ούτε της χρωστάει. Το πορτοφόλι του γέμισε από τη δουλειά στη Μέγκαλεκς. Όταν έπαιξε στην Εθνική, το 2016, ήταν μετά την πρώτη χρονιά του το ΝΒΑ.

Επιπροσθέτως, όμως, δεν υπήρχε και κάποιος να κρατήσει τα αποδυτήρια. Με τον Τεόντοσιτς τραυματία, η προσωπικότητα των Σέρβων αποδείχθηκε εύθραυστη. Η νουθεσία στον Γιόκιτς δεν απέδωσε καρπούς. Οι χαρακτήρες δεν χαλύβδωσαν πάνω στην άψη της στιγμής, η αμφιβολία δεν έγινε κίνητρο, όπως τόσες και τόσες φορές. Το οχυρό αποδείχθηκε εύθραυστο. Και οι παίκτες του Σέρχιο Σκαριόλο, που δεν είχαν ενστάσεις, διέλυσαν όποια αντίσταση βρήκαν στο δρόμο τους. Η διαφορά στην ικανότητα, στο τέλος και για ακόμα μία φορά, δεν αρκούσε.

Οι Σέρβοι έχασαν ένα σίγουρο μετάλλιο, επειδή λοξοδρόμησαν εξαιτίας ενός ξεσπάσματος. Και λοξοδρόμησαν, επειδή δεν μπόρεσαν να βρουν τις σταθερές τους όταν αυτό έγινε. Η ομάδα δεν το απορρόφησε. Γι' αυτό θ' αναγκαστεί να παίξει στο προολυμπιακό τουρνουά, αν δεν τερματίσει πάνω από Γαλλία, Τσεχία και Πολωνία. Πιο σημαντικό από αυτό, όμως, είναι η εκ νέου ανάλυση των δεδομένων. Μπορεί να επρόκειτο για μία μεμονωμένη φάση, αλλά τι γίνεται αν συμβολίζει μία ολόκληρη εποχή; Ίσως χρειαστεί, σε ό,τι έμοιαζε ένα όμορφο μέρος για να παίζει κάποιος, να δοθεί επιπλέον κίνητρο και, κυρίως, να βρεθεί τρόπος που θα προσφέρει έμπνευση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ