Όταν έπρεπε, “σιώπησε”
Ο Αντρέα Τρινκιέρι ζήτησε από τον Νίκο Φιλίππου στο ματς με τους Σλοβένους να το…βουλώσει, αλλά ο ίδιος πολύ νωρίτερα είχε κάνει «μούγκα» και προχώρησε σε μια σειρά μεσοβέζικων λύσεων που έπαιξαν ρόλο στην αποτυχία.
Λίγο πριν επιβιβασθεί η αποστολή της Εθνικής στο πούλμαν που θα την πήγαινε στο αεροδρόμιο της Λουμπλιάνας, ρωτήσαμε τον Αντρέα Τρινκιέρι αν θα ήθελε να κάνει ένα τελευταίο σχόλιο. «Τα έχω πει όλα», ήταν η απάντηση του κι εν μέρει είχε δίκιο. Για τους εκπροσώπους του Τύπου, η πρόσληψη του ήταν η ευτυχέστερη εξέλιξη, καθώς δεν άφησε κανέναν παραπονεμένο. Το πρόβλημα ήταν πως έπρεπε να είχε μιλήσει έγκαιρα στους ανθρώπους της ομοσπονδίας, ώστε να επιβάλλει τα πρόσωπα που ήθελε και να μην αναγκασθεί να προχωρήσει σε μια σειρά συμβιβασμών, που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην αποτυχία.
Στη διάρκεια της τρίτης περιόδου του αγώνα με τη Σλοβενία, όταν η διαφορά είχε ξεφύγει ο Νίκος Φιλίππου γύρισε προς την πλευρά του Αντρέα Τρινκιέρι και του είπε κάτι. «Shut up», του απάντησε έντονα ο Ιταλός προπονητής και το επανέλαβε. Λίγο αργότερα έπιασε τον έμπιστο βοηθό του Ηλία Καντζούρη και του υπέδειξε κάτι σε έντονο ύφος, κοιτάζοντας τον Φιλίππου, ο οποίος (ορθά) δεν αντέδρασε και μέχρι το τέλος του ματς, φρόντισε να κρατήσει αποστάσεις.
Στη σημερινή εποχή της αποστείρωσης και της υποκρισίας, μια τέτοια εικόνα στον πάγκο της Εθνικής μπορεί να «μεταφραστεί» ως εικόνα διάλυσης, ή αποσύνθεσης. Όχι, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Αν κάποιος σε μια στιγμή έντασης βρίσει τη γυναίκα ή την κοπέλα του και το αντίστροφο δεν σημαίνει ότι χωρίζουν. Αν συνέβαινε αυτό, τότε δεν θα υπήρχε παντρεμένο ζευγάρι ανά την υφήλιο.
Η εικόνα αυτή μαρτυρά ένα διαχρονικό πρόβλημα που υφίσταται στην Εθνική. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που (καλώς η κακώς) δεν είναι καθολικής αποδοχής, με συνέπεια μικροπροβλήματα να διογκώνονται σε τέτοιο βαθμό που να εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία της ομάδας.
Ο Τρινκιέρι μπορεί να ήταν άσχετος με την ελληνική πραγματικότητα, αλλά ως Ιταλός φρόντισε πολύ γρήγορα να μάθει πρόσωπα και καταστάσεις. Αντί, λοιπόν, να επιλέξει ένα επιτελείο (εντός κι εκτός παρκέ) το οποίο θα ήταν της απόλυτης εμπιστοσύνης του, ακολούθησε μεσοβέζικες λύσεις.
Ας ξεκινήσουμε πρώτα από τους βοηθούς του. Ένα βασικό πρόβλημα που έχει ένας ξένος προπονητής (σε οποιαδήποτε χώρα) είναι ότι δεν μπορεί να απευθυνθεί με αμεσότητα στους παίκτες του, καθώς δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα. Παράλληλα ένας χεντ-κόουτς που στην καριέρα του σε συλλογικό επίπεδο, δεν έχει συναναστραφεί με προσωπικότητες κορυφαίου επιπέδου, πρέπει να έχει ένα «στήριγμα». Γι’ αυτούς τους δύο λόγους, ο πρώτος του βοηθός έπρεπε να είναι κάποιος έμπειρος Έλληνας με θητεία στην Α1 και στην Ευρωλίγκα. Ούτε καν θα μπούμε στη διαδικασία να αναφέρουμε ονόματα, είναι αρκετοί για να διαλέξει κανείς όποιον θέλει.
Προσοχή δεν είμαστε ονοματολάγνοι, καθώς θεωρούμε πως αυτή είναι μια από τις «αρρώστιες» που έχει οδηγήσει τη χώρα μας στην καταστροφή. Δεν μας πειράζει καθόλου που ο Hλίας Καντζούρης δεν έχει την προβολή (για παράδειγμα) του Δημήτρη Ιτούδη. Είναι σπουδαίος βοηθός, με εμπειρία και άριστη γνώση του μπάσκετ, αλλά γι’ αυτή την ομάδα, έπρεπε να είναι ο δεύτερος στη σειρά. Αντίστοιχα ο Γιώργος Λημνιάτης έπρεπε να είναι ο τρίτος. Οι γνώσεις του και η θετική προσωπικότητα του τυγχάνουν καθολικής αποδοχής στη πιάτσα του μπάσκετ, μα η διακριτικότητα που τον χαρακτηρίζει, δεν ταιριάζει σ’ έναν δεύτερο ασίσταντ.
Που θα βρισκόταν ο Δημήτρης Παπανικολάου; Πουθενά στη Σλοβενία. Όταν όλοι γνώριζαν πως ο «Παπ» θα ήταν επιλογή της ομοσπονδίας ανεξαρτήτως χεντ-κόουτς, ο ίδιος έπρεπε να είχε ζητήσει από τον Γιώργο Βασιλακόπουλο να μην του κάνει αυτό το δώρο που στην ουσία είναι άδωρο. Δεν έχει απολύτως καμία σημασία που έχει φάει τις Εθνικές ομάδες με το κουτάλι ως παίκτης. Ως προπονητής δεν έχει την παραμικρή εμπειρία και κινδυνεύει πολύ γρήγορα να «καεί», όπως συνέβη και με τον Γιώργο Σιγάλα. Πολύ σωστά πήγε να κάνει το πρώτο βήμα στον Ηλυσιακό, έτσι πρέπει να κάνει και το δεύτερο. Από χαμηλά. Κι αφού ανέβει (ως έχει τις δυνατότητες) ένα ένα τα σκαλιά, να «κερδίσει» το πόστο του στην Εθνική.
Θα θέσουμε ένα παράδειγμα από τον χώρο της δημοσιογραφίας. Μπορεί κάποιος να έχει πάει σε 10 σερί Ευρωμπάσκετ ως απεσταλμένος εφημερίδας και να έχει καταγράψει σειρά επιτυχιών σε ότι αφορά ειδήσεις και συνεντεύξεις. Αν στο 11ο πάει για να περιγράψει τηλεοπτικά τα παιχνίδια ενός Ευρωμπάσκετ, στηριζόμενος απλά στην εμπειρία του ως «γραφιάς», θα αποτύχει παταγωδώς.
Ο Τρινκιέρι δεν μίλησε όταν έπρεπε και σε ότι αφορά τον καταρτισμό του ρόστερ. Με δεδομένη την απουσία των Καλάθη-Μάντζαρη υπήρχε έλλειμμα πλέι-μέικερ, κάτι που του επισημάνθηκε από την πρώτη στιγμή που «έκοψε» τον Κατσίβελη. Ο ίδιος αρχικά δεν ήθελε να πάρει τον Φώτση, αλλά τον «χώρεσε» στην 12άδα και τα έκανε μαντάρα. Δουλειά με τρία «τεσσάρια» δεν θα γινόταν ποτέ και ο Ιταλός είχε μια πολύ απλή απόφαση να πάρει: Να «κόψει» έναν εκ των Πρίντεζη, Καϊμακόγλου και Φώτση, ή πιο σωστά για λόγους σεβασμού να μην καλέσει κάποιον εκ των τριών.
Από τη στιγμή που δεν έβαλε βύσμα για να πάρει τη δουλειά και η ομοσπονδία κινήθηκε προς αυτόν, είχε τη δύναμη να επιβάλλει τους κανόνες του.
Σιώπησε, όμως, κι όταν ζήτησε από τον Νίκο Φιλίππου να κάνει κάτι ανάλογο, το πουλάκι είχε πετάξει…