ΜΠΑΣΚΕΤ

Πίπεν: “Θέλω να έρθω στην Ελλάδα”

Την επιθυμία του να έρθει στην Ελλάδα το καλοκαίρι εξέφρασε ο Σκότι Πίπεν. Ο «Ινδιάνος» μίλησε για την μαγική συνεργασία του με τον Τζόρνταν, αλλά και το νέο... αίμα του ΝΒΑ.

Πίπεν: “Θέλω να έρθω στην Ελλάδα”

Η συνέντευξη όμως που παραχώρησε στην εφημερίδα «Veto» και στον Νίκο Παπαϊωάννου, ξεκίνησε με την επισήμανση ότι διατηρείται σε εξαιρετική κατάσταση και σίγουρα θα μπορούσε να παίζει ακόμα, έστω και για λίγα λεπτά: «
Αστειεύεσαι έτσι; Προτιμώ να απολαμβάνω τον ήλιο της Φλόριντα, να πηγαίνω την οικογένεια βόλτες με το σκάφος και να παίζω γκολφ. Το σώμα μου είναι καταπονημένο από τόσα χρόναι μπάσκετ σε υψηλό επίπεδο. Ξέρεις κάθε πρωί για να σηκωθώ από το κρεβάτι μου παίρνει μισή ώρα. Οι κλειδώσεις μου τρίζουν σαν χαλασμένες πόρτες (γέλια) ».



Μιλώντας μάλιστα για τις επιτυχίες που έζησε με τους
Μπουλς, τόνισε πως εκείνη ομάδα κάλλιστα θα μπορούσε να νικήσει οποιαδήποτε άλλη, διαχρονικά, στην ιστορία του ΝΒΑ: «
Κάθε λεπτό προπόνησης, κάθε σταγόνα ιδρώτα και αίματος άξιζε και με το παραπάνω. Γιατί τώρα κοίτα τι έχω ν’ αναπολώ. Κατακτήσαμε 6 πρωταθλήματα στο Σικάγο και μαζί με την “ Ντριμ Τιμ” του 1992, βοηθήσαμε να γίνει γνωστό το ΝΒΑ σε όλο τον κόσμο. Ειλικρινά πιστεύω ότι όλες οι ομάδες των Μπουλς με τις οποίες κατακτήσαμε πρωτάθλημα, αλλά ιδιαίτερα εκείνη της σεζόν 1995- 96, με τις 72 νίκες στην κανονική περίοδο, είναι η καλύτερη που πάτησε ποτέ σε γήπεδο μπάσκετ.

Είχαμε τον κορυφαίο παίκτη, σκόρερ και αμυντικό όλων των εποχών, τον Μάικλ (Τζόρνταν), τον κορυφαίο ριμπάουντερ στο πρόσωπο του Ρόντμαν, τον λευκό Μάτζικ δηλαδή τον Τόνι Κούκοτς και μία σειρά από ικανότατους ρολίστες, είτε τον Χάρπερ και τον Κερ στα γκαρντ, τον Λόνγκλεϊ στους ψηλούς, οι οποίοι μαζί με μένα φτιάχναμε την απόλυτη ομάδα. Καθοδηγούμενοι όλοι μας από μία ιδιοφυϊα των πάγκων, τον Φιλ Τζάκσον. Αν μπαίναμε σε μία μηχανή του χρόνου και μπορούσαμε να παίξουμε με όλες τις σπουδαίες ομάδες, του Σέλτικς το 1960, τους Λέικερς τη δεκαετία του 70 αλλά και του 80, τους Σπερς το 2000, θα τους νικούσαμε όλους. Πίστεψε με

».



Όσο για τη συνεργασία του με τον
Μάικλ Τζόρνταν; «
Οταν έφτασα στο Σικάγο, ήμουν ένας άσημος νεαρός από το Αρκανσο και ο Μάικλ ήδη είχε μέσο όρο 50 πόντους ή κάτι τέτοιο (γέλια). Παίζοντας αντίπαλός του σε κάθε προπόνηση και αντιγράφοντας την τρομερή του δίψα για δουλειά έγινα κι εγώ ο καλύτερος που θα μπορούσα. Την τελευταία τριετία στους Μπουλς, όταν επέστρεψε στην ενεργό δράση είχαμε φτιάξει το “Μπρέκφαστ Κλαμπ”, εγώ, ο Μάικλ και ο Ρον Χάρπερ. Πηγαίναμε στο σπίτι του Μάικλ στις 6 το πρωί, μαζί με τον γυμναστή μας, Τιμ Γκρόβερ και κάναμε για δύο ώρες προπόνηση. Μετά παίρναμε πρωϊνό και στις 9.30 είμαστε στο “Μπέρτο Σέντερ” για να προπονηθούμε με τους Μπουλς. Στην προπόνηση χτίζονται οι παίκτες και οι ομάδες. Ποτέ και κανείς δεν έγινε μεγάλος μόνο μέσα από τα παιχνίδια. Το τέλειο απαιτεί χιλιάδες ώρες προπονήσεων, κι εμείς το καταφέραμε ».



Φυσικά, εκτός από το παρελθόν, δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στο παρόν του ΝΒΑ, λέγοντας: «
Υπάρχουν παίκτες όπως ο ΛεΜπρόν (Τζέιμς), ο Κόμπι (Μπράιαντ), ο Ντουάιτ Χάουαρντ, ο Πολ Πιρς, που συνεχίζουν την παράδοση των μεγάλων παικτών. Υπάρχει άφθονο ταλέντο και πραγματικά είναι συναρπαστικό το πρωτάθλημα. Του δίνει και μία άλλη πινελιά η πάρουσία σπουδαίων Ευρωπαίων παικτών, όπως ο Πέτζα (Στογιάκοβιτς), ο Ντιρκ (Νοβίτσκι) ή ο Γκασόλ ».



Τέλος, αναφέρθηκε και στις αναμνήσεις του από την Ελλάδα, η οποία όμως δεν ήταν και τόσο ευχάριστες καθώς ήρθε δύο ημέρες μετά τον σεισμό του 1999: «
Πάντα έχει ένα ξεχωριστό μέρος η Ελλάδα στην καρδιά μου. Πέρασα υπέροχα και στην Αθήνα , στο καζίνο της Σύρου (γέλια) και στην Μύκονο. Ενιωσα όμως και τον πόνο σας όταν το 1999 ήρθα μία ή δύο μέρες μετά τον μεγάλο σεισμό. Είχα πάει τότε στην περιοχή και μαζί με τη Nike δώσαμε χρήματα για την ανακατασκευή ενός γηπέδου μπάσκετ. Στενοχωρήθηκα πολύ και είχα ακυρώσει όλες τις εκδηλώσεις για τότε. Ελπίζω αυτό το καλοκαίρι, μετά την ένταξή μου στο Basketball Hall of Fame τον Αύγουστο, να πάρω την οικογένειά μου και να ξαναέρθω στην Ελλάδα ».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ