Μπορούμε! Αξίζουμε;
Πόσο κακή ήταν η κλήρωση της Εθνικής Ομάδας στην φάση των μπαράζ και τα έχουν ήδη βάψει όλοι μαύρα;
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: Με εξαίρεση τη Σλοβενία, με καμία από τις υπόλοιπες ομάδες που ήταν υποψήφιες να βρεθούν στο δρόμο της η Ελλάδα δεν θα ήταν ξεκάθαρο φαβορί. Ούτε με την Ιρλανδία του Ο’Σει, του Ρόμπι Κιν και των άλλων παικτών που είναι γαλουχημένοι στο υψηλότατο επίπεδο και στον ξέφρενο αγωνιστικό ρυθμό της Premier League, ούτε με την ανερχόμενη δύναμη Βοσνία του Τζέκο, του Ιμπίσεβιτς, του Μισίμοβιτς και του Πιάνιτς. Επομένως το ότι ψαρέψαμε αντίπαλο από το 75% των δύσκολων και όχι το 25% που ήταν ο θεωρητικά εύκολος δεν λέγεται ατυχία αλλά επιβεβαίωση του νόμου των πιθανοτήτων.
Αν το δούμε ανάποδα, η Ελλάδα ήταν αυτή που έτσι κι αλλιώς ήταν με διαφορά ο πιο επιθυμητός αντίπαλος για τις τέσσερις ομάδες που συγκροτούσαν το γκρουπ των αδύναμων. Άλλωστε και για να βρεθούμε στους ισχυρούς πάλι τυχεροί σταθήκαμε – έτσι όπως τα καταφέραμε το Σεπτέμβρη – αφού αν η Ουκρανία δεν είχε προσπεράσει στο νήμα την Κροατία, τότε θα ήμασταν εμείς στους αδύναμους και θα κλαίγαμε τη μοίρα μας χωρίς να περιμένομε την κλήρωση αφού θα αντιμετωπίζαμε μία από τις Γαλλία, Πορτογαλία, Ρωσία και Κροατία. Επομένως οι προσεχείς αντίπαλοί μας είναι οι ευεργέτες μας για να έχουμε αυτή τη στιγμή σοβαρές ελπίδες και προς το παρόν τους ευχαριστούμε…
Αυτό δεν σημαίνει πως τους χρωστάμε καμία χάρη και χρειάζεται να τους ανταποδώσουμε το δώρο δίνοντάς τους την πρόκριση. Το θέμα είναι αν μπορούμε να τους αφήσουμε να παρακολουθήσουν από τη… ζεστασιά και τη θαλπωρή του σαλονιού τους το Παγκόσμιο Κύπελλο στην τηλεόραση.
Μπορούμε, είναι βέβαιο και το έχουμε αποδείξει στο παρελθόν, έστω κι αν κοντεύουμε να το ξεχάσουμε με αυτά που βλέπουμε τελευταία.
Μπορούμε γιατί αφού περίπου με την ίδια ομάδα νικήσαμε την Τουρκία στην Πόλη γιατί όχι και στην Ουκρανία, αρκεί να θυμηθούμε τον τρόπο.
Μπορούμε γιατί το μεγάλο τους αστέρι, ο Σεφτσένκο, είναι πια στην παρακμή του και δεν μας τρομάζει, ενώ τα υπόλοιπα αστέρια τους είναι μεν παίκτες με ποιότητα αλλά με εξαίρεση τον Τίμοστσουκ και τον Βορονίν δεν έχουν παραστάσεις από μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και υστερούν σε προσωπικότητα που είναι καθοριστικός παράγοντας στα μεγάλα ματς.
Μπορούμε γιατί οι Ουκρανοί είναι αποδεδειγμένα losers στα νοκ άουτ παιχνίδια, αφού έχουν αποκλειστεί και τις τρεις φορές που έχουν διεκδικήσει την πρόκριση σε μεγάλη διοργάνωση μέσω των μπαράζ (ακόμη κι από τη Σλοβενία!)
Μπορούμε γιατί ο σπουδαίος προπονητής και γνώστης του ελληνικού ποδοσφαίρου Ολεγκ Μπλαχίν δεν βρίσκεται πια στον πάγκο της Εθνικής Ουκρανίας και ο διάδοχος του – και επί χρόνια μαθητής του Λομπανόφσκι – Αλεξέι Μιχαιλιτσένκο, δεν έχει την πείρα τέτοιων αγώνων ως προπονητής.
Ο Ότο τηνέχει. Ας τη χρησιμοποιήσει επιτέλους για να παμε Μουντιάλ.
Άλλωστε, αν δεν μπορούμε να κοιτάξουμε στα μάτια ομάδες του επιπέδου της Ελβετίας και της Ουκρανίας, τι στην ευχή θα πάμε να κάνουμε το καλοκαίρι στα γήπεδα της Νότιας Αφρικής; Αν είναι για να διασκεδάσουμε τον κόσμο όπως το 1994, να λείπει καλύτερα…