Κάτω η χούντα του Βασίλη
Είναι πραγματικά ωραίο αθλητές να λένε αλήθειες. Μαθαίνουμε όλοι καλύτερα τι συμβαίνει. Από τις πρόσφατες μέχρι τις πρώτες του δηλώσεις μετά την αποχώρησή του από τον Ολυμπιακό, ο Τζόϊ Ντόρσεϊ επαναλαμβάνει ένα πράγμα: ο Σπανούλης κάνει κουμάντο στην ομάδα.
Πριν ο Ντόρσεϊ δώσει και τρίτη συνέντευξη, διότι η επανάληψη είναι η μητέρα της μαθήσεως, δικαιώνεται περίτρανα. Στα δύο πιο κρίσιμα παιχνίδια του Ολυμπιακού, το παιχνίδι ελέγχεται από τον Σπανούλη. Στην πρώτη αναμέτρηση μέχρι να βρει την ηρεμία του και να διαβάσει την άμυνα η Εφές, ο Πρίντεζης με τον Χάινς έβαζαν πλάτη. Μόλις ο αρχηγός καθάρισε την σκέψη του, ο αγώνας τελείωσε.
Στο δεύτερο αγώνα φρόντισε να απλοποιήσει τα πράγματα μεν από το πρώτο ημίχρονο, να δείξει δε ότι προκαλεί σοβαρά…προβλήματα με τον εγωισμό του. Δεν του φτάνουν τα σουτ και οι ασίστ, τώρα αρχίζει και κλέβει ριμπάουντ από τους συμπαίκτες του. Φοβερά πράγματα, που καταδεικνύουν την εικόνα Λαρισαίου… Κιμ Γιονγκ Ουν. Ο Σπανούλης στο πρώτο ημίχρονο είχε συμμετοχή στους 24 από τους 35 πόντους της ομάδας του (11 πόντοι κι έξι ασίστ), αλλά προσθέστε και τα ριμπάουντ. Σε δύο αγώνες έχει πάρει 10 ριμπάουντ όσα δηλαδή είχε κατεβάσει στους πρώτους επτά αγώνες του Top 16. Συμπληρώστε τις 16 ασίστ με μόλις 5 λάθη (τέζα ο Βαν Γκάντι), το 100% στις βολές, αφαιρούμε το 1/9 τρίποντα κι έχετε την βάση του 2-0.
Η βραδιά του κόουτς
Πέραν της όποιας ελαφράς διάθεσης, ο Ολυμπιακός δεν πήρε τις νίκες από τον αρχηγό του. Ήξερε ο Μπαρτζώκας ότι σε αυτά τα παιχνίδια ακόμα και αν κυνηγάνε τον αρχηγό του μέχρι και τα τμήματα υποδομής της Εφές, θα βρει τρόπο να είναι πολύτιμος. Το ζητούμενο ήταν να αναδειχθούν δίπλα του οι υπόλοιποι. Εκεί τα εύσημα πάνε στον προπονητή. Το δεύτερο παιχνίδι ιδιαίτερα αποτέλεσε το καλύτερο βράδυ του Γιώργου Μπαρτζώκα στον Ολυμπιακό. Είναι το βράδυ που όλοι, ακόμα και όσοι τον αμφισβητούν, κατάλαβαν ότι ο προπονητής ελέγχει την ομάδα απόλυτα.
Αισθάνεται ο ίδιος πιο σίγουρος και γι’ αυτό είναι πιο ήρεμος. Κάθε κίνηση μελετημένη, κάθε τάιμ άουτ και αλλαγή ρυθμού. Περίεργο μεν για την χρονική συγκυρία, αλλά ο κόουτς του Ολυμπιακού σε αυτή την πολύ δύσκολη αποστολή δείχνει πόσο ικανός είναι και ότι άξιζε αυτής της ευκαιρίας, στα μεγάλα παιχνίδια. Πιο σωστά σε αυτά που δεν έχουν αύριο. Αντί να πνίγεται από άγχος και αγωνία, δείχνει πιο χαλαρός από ποτέ(και είχε τις ακραίες στιγμές του).
Βλέπουμε πώς κτυπάει με τα τεσσάρια του (Πρίντεζης, Άντιτς) την αδυναμία στην άμυνα της Εφές. Την επιλογή για γρήγορες επιθέσεις όταν ο Χάινς βρίσκεται στο παρκέ, αλλά και τα οκτώ λέι απ που έδωσε στον Πάουελ ο οποίος είχε διάθεση όχι όμως και ψυχραιμία. Την εναλλαγή στην θέση δίπλα στον Σπανούλη μεταξύ Λο και Σλούκα. Την άμυνα που υποχρεώνει την Εφές να σουτάρει 3/34 τρίποντα και τον Φάρμαρ να μην μπορεί να πάρει ανάσα.
Πάνω από όλα η ηρεμία που έβγαλε ο Ολυμπιακός σε δύο πολύ δύσκολα παιχνίδια.
Πάμε και στο δύσκολο κομμάτι, διότι η σειρά δεν έχει τελειώσει. Η Εφές, με την εικόνα διάλυσης στα τελευταία 10 λεπτά, θα είναι εξίσου ξεκούραστη και αποφασισμένη να κάνει το 2-1. Έχει την ποιότητα σε μονάδες, δεν έχει το πλάνο έως τώρα διότι με οκτώ σουτ από τον Φάρμαρ και δέκα από τον Μπάρατς είναι να βουτάς στον Βόσπορο, να σε φάνε οι συναγρίδες. Θα είναι πιο σκληρή, πιο απελπισμένη και γι’ αυτό θα κριθούν την Τετάρτη. Με μία τόσο απρόβλεπτη ομάδα, δεν χρειάζεται πέμπτο παιχνίδι και ας είναι εντός έδρας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Επειδή αρκετά γελάμε με τους εκ Μογγολίας ερχόμενους γείτονες και την αδυναμία τους να κατακτήσουν τίτλους στην Ευρώπη, παρά τα όσα πληρώνουν, λησμονούμε κάτι σημαντικό: οι Τούρκοι εφέτος είχαν τρεις ομάδες στο Top 16 της Ευρωλίγκας και άλλες δύο (Μπάνβιτ, Γαλατά) στις 16 του Eurocup. Πέντε σύλλογοι υψηλού επιπέδου, άρα και ομάδες που υποχρεωτικά μοιράζονται τους καλούς παίκτες, προσθέστε ότι οι καλύτεροί τους αγωνίζονται στο ΝΒΑ (Ιλιασόβα, Τούρκογλου, Ασίκ, Καντέρ). Θέλετε να μιλήσουμε για το πόσες ελληνικές ομάδες αρνήθηκαν να αγωνιστούν φέτος στην Ευρώπη; Να υπενθυμίσουμε τους Έλληνες που διαφημίζουν το μπάσκετ μας στο ΝΒΑ;
Δεν θα αρέσει στους φίλους του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, αλλά ο γράφων θα άλλαζε τις δύο τελευταίες Ευρωλίγκες, με ένα πρωτάθλημα όπως το είχαμε από το 1992 ως το 2000. Καλές οι χαρές, οι νίκες, μόλις όμως τελειώσει το Final Four, επιστρέφουμε σε μια μιζέρια που δεν την αξίζει το ελληνικό μπάσκετ. Δεν την αξίζουν όσοι αγαπούν το άθλημα και όχι μόνο τις νίκες του.