Να γνωρίζουμε το πώς και γιατί
Κάμποσες φορές στο παρελθόν έκανα το λάθος (και είναι χοντρό λάθος…) να κρίνω μία διοίκηση με την ολοκλήρωση των μεταγραφικών της κινήσεων.
Είναι λάθος, γιατί πριν προχωρήσεις στην αξιολόγηση (με ή χωρίς τη βοήθεια περισσότερο ειδικών επί του θέματος) των μεταγραφικών αποκτημάτων ή σχολιάσεις τον βαθμό κάλυψης των πραγματικών αναγκών, θα πρέπει τουλάχιστον να μιλήσεις με τον προπονητή του συλλόγου και να γνωρίζεις τον βαθμό συμμετοχής του στην μεταγραφική δραστηριότητα. Κι εφ’ όσον αποτελεί κατευθυντήριο νου του σχεδιασμού, θα πρέπει -αν μη τι άλλο- να πληροφορηθείς και το σκεπτικό του.
Τι θέλω να πω; Υπάρχουν διάφορες κατηγορίες προπονητών, ως προς τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν να συμμετάσχουν στον σχεδιασμό μιας ομάδας. Υπάρχουν προπονητές, που ζητούν την απόκτηση συγκεκριμένων παικτών και πολλές φορές αναλαμβάνουν και προσωπικά το κομμάτι ένταξής τους στον σύλλογο, μέσω μάνατζερ που οι ίδιοι συνεργάζονται.
Υπάρχουν προπονητές, που καταγράφουν τις ανάγκες και συγκροτούν λίστες υποψηφίων με βασικές και εναλλακτικές λύσεις για κάθε θέση, ιεραρχώντας τα ονόματα τόσο με βάση το προσωπικό κριτήριο ποιότητας του καθενός υποψηφίου, όσο και με βάση το κόστος της ενδεχόμενης μεταγραφής τους.
Υπάρχουν επίσης προπονητές, που αφού γνωρίσουν το υπάρχον ρόστερ, εισηγούνται μεταγραφές, περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά των παικτών που επιθυμούν να αποκτηθούν και αναθέτοντας στο τμήμα σκάουτινγκ της ομάδας να βρουν τους κατάλληλους που πληρούν τις προδιαγραφές, με την τελική έγκριση φυσικά των ιδίων.
Υπάρχουν τέλος και εκείνοι που δεν επιθυμούν να εμπλακούν (ή συμφωνούν εξ αρχής να μην το κάνουν) αποδεχόμενοι τον ρόλο του διαχειριστή έμψυχου δυναμικού, το οποίο επιλέγει ο σύλλογος μέσω της τεχνικής διεύθυνσης.
Αφού λοιπόν ξεκαθαρίσουμε αυτό, θα πρέπει ακολούθως να συνυπολογίσουμε τον βαθμό επικύρωσης των επιθυμιών τους. Είναι διαφορετική η ευθύνη της διοίκησης που κάλυψε πλήρως τις επιθυμίες του προπονητή και διαφορετική εκείνης που είτε απέτυχε να τις καλύψει, είτε επέλεξε οικονομικότερες άρα και λιγότερο ποιοτικές λύσεις, είτε επέλεξε προσωπικά τις μεταγραφές.
Είναι άλλο πράγμα να ζητάει ο προπονητής τον Μάνσο και να παίρνεις τον Γήττα (κάνοντας διάνα μόνο στο μπόι), όπως επίσης είναι άλλο να ζητάει κατά σειρά τον Ιμπραήμοβιτς, τον Κρέσπο, τον Πιζάρο, τον Σεβαντόν και τον Κοβάσεβιτς και να παίρνεις τον Κοβάσεβιτς.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι δεν μπορεί κανείς να απαγορεύσει στη διοίκηση μιας ομάδας, αυτή δηλαδή που πληρώνει στο κάτω κάτω της γραφής, να διαφωνεί με την επιλογή του Μάνσο, εκτιμώντας (αν θέλετε και μέσω των αρμοδίων ανθρώπων της – τεχνικός διευθυντής) ότι είναι μία μέτρια αγωνιστικά ή παρακινδυνευμένη από πλευράς χαρακτήρα ή ιατρικού ιστορικού, περίπτωση.
Δεν μπορεί επίσης κανείς να την απαγορεύσει να προχωρήσει σε επενδυτικές κινήσεις νεαρών ανερχόμενων ποδοσφαιριστών ή έτοιμων ποδοσφαιριστών από την εγχώρια αγορά, την οποία ίσως ο προπονητής δεν γνωρίζει (αν είναι καινούργιος και αλλοδαπός) ή δεν γνωρίζει επαρκώς.
Κι αυτές είναι μερικές μόνο από τις παραμέτρους της συνεργασίας συλλόγου και προπονητή στο μεταγραφικό πεδίο. Και αν δεν τις γνωρίζουμε με λεπτομέρεια, δεν μπορούμε να αποδώσουμε και ευθύνες επιτυχίας ή μη. Τουλάχιστον όχι, χωρίς να αναλάβουμε το «κόστος» του λάθους. Που -επαναλαμβάνω- είναι χοντρό λάθος…