ΓΝΩΜΕΣ

Ο άνθρωπος που δεν έμαθε να χάνει

O Δημήτρης Καρύδας γράφει για τον ασυμβίβαστο με τη λέξη ήττα Γιάννη Ιωαννίδη που δεν του άρεσαν οι τρίτοι δρόμοι και θυμάται την ημέρα που ο "ξανθός" συμπλήρωσε 400 νίκες στο πρωτάθλημα.

Ο άνθρωπος που δεν έμαθε να χάνει

Η αλήθεια είναι ότι περίμενα τους αγώνες του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού για να γράψω αλλά επειδή με παιχνίδια κάθε εβδομάδα στην Ευρωλίγκα είναι λίγο δύσκολο να προκύπτουν καινούργια πράγματα μου άλλαξε το πρόγραμμα μια επέτειος…

6 Νοεμβρίου του 1999 ο Ιωαννίδης γινόταν ο πρώτος προπονητής στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ που συμπλήρωνε 400 νίκες στο πρωτάθλημα. Και μάλιστα χωρίς να έχει συμπληρώσει καν 500 αγώνες ως προπονητής. Το ρεκόρ του την ημέρα που ο Ολυμπιακός νίκησε το Περιστέρι ήταν 400 νίκες και 69 ήττες.

Ασυμβίβαστος με την ήττα

Δεν ξέρω πολλούς παίκτες ή προπονητές της παλιάς γενιάς του μπάσκετ που ήταν συμβιβασμένοι με τη λέξη “ήττα”. Στο μυαλό τους ήταν συνώνυμη με …ανίατη ασθένεια! Από όλους όμως τους ανθρώπους του μπάσκετ που έχω γνωρίσει από κοντά εδώ και 35 χρόνια νομίζω ότι ο Ιωαννίδης ήταν μακράν ο πλέον ασυμβίβαστος με αυτή τη λέξη…

INTIME SPORTS

Και είναι από τις πλέον σύνθετες προσωπικότητες που πέρασαν ποτέ τις τέσσερις γραμμές ενός γηπέδου μπάσκετ ή κάθισαν σε ένα πάγκο. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ δεύτερες σκέψεις για τους ανθρώπους: Η ήσουν ορκισμένος φίλος του ή ήσουν εχθρός του. Μέση λύση δεν υπήρχε και ποτέ δεν του άρεσαν οι….τρίτοι δρόμοι. Αντί για… τζάμπολ προτιμούσε το σπαθί που έλυνε τον γόρδιο δεσμό. Για τον “ξανθό” θα μπορούσα να γράψω όχι ένα σχόλιο 1000 λέξεων αλλά πέντε έξι πολυσέλιδα βιβλία. Αλλά από τον καιρό που ασχολιόταν με το μπάσκετ και όχι με τα έδρανα της Βουλής και τα υπουργικά γραφεία απειλούσε ότι θα έγραφε ο ίδιος μια αυτοβιογραφία 7-8 τόμων. Από τη στιγμή που προστέθηκε και η πολιτική στη ζωή του μάλλον πρέπει να φτάνει τους 10-15 τόμους το πόνημα του αν ποτέ αποφασίσει να το γράψει. Ξεκαθαρίζω ότι όσα γράφω εδώ αφορούν τον Ιωαννίδη του μπάσκετ και όχι τον Ιωαννίδη της πολιτικής γιατί νομίζω ότι από το 2004 που άλλαξε δρόμο ενδεχόμενα είναι και διαφορετικός άνθρωπος. Δεν έχω προσωπική άποψη.

Το σίγουρο είναι ότι όποιος είχε την τύχη να περάσει χρόνο κοντά στον “ξανθό” ένιωθε ότι ξαναπήγαινε σχολείο και καθόταν στα θρανία μαθαίνοντας τα πράγματα από την αρχή. Την εποχή που ακόμη ήταν προπονητής στον Άρη έστηνε κάτι φοβερές συνάξεις στο ξενοδοχείο που έμενε η ομάδα όταν έπαιζε στην Αθήνα στο Golden Age της Μιχαλακοπούλου. Όταν έστελνε τους παίκτες για ύπνο παράγγελνε ποτά, έπιανε όλους τους καναπέδες του σαλονιού και έκανε το δεύτερο πράγμα που λάτρευε περισσότερο στη ζωή του μετά το μπάσκετ. Αγόρευε στους φίλους του που μαζεύονταν εκεί για βεγγέρες που άρχιζαν τα μεσάνυχτα και πολλές φορές τελείωναν αφού είχε ανατείλει ο ήλιος. Από τους καναπέδες του Golden Age έχουν περάσει όλοι. Προπονητές, δημοσιογράφοι, παράγοντες της εποχής. Κάτι σαν… κρυφό σχολειό με μπινελίκια, διαφωνίες, ατελείωτες ιστορίες.

Οι αστικοί μύθοι

Οι αστικοί μύθοι που συνοδεύουν τον Ιωαννίδη είναι δεκάδες. Περίπου σαν τις προλήψεις του που ήταν μυθικές εκείνη την εποχή. Δεν έδινε φωτιά από τον κίτρινο Bic αναπτήρα του τη μέρα του αγώνα, φορούσε πάντοτε το ίδιο καρό σακάκι (δεν είχε ένα όπως έλεγαν αλλά 4-5 όμοια για παν ενδεχόμενο), ακολουθούσε την ίδια ρουτίνα και την ίδια διαδρομή από το σπίτι του κοντά στο κολυμβητήριο της Θεσσαλονίκης μέχρι το Αλεξάνδρειο. Δεισιδαιμονίες έλεγαν οι αντίπαλοί του. “Είμαι προληπτικός αλλά πολλές φορές αυτό βοηθάει. Κάποτε άρχισε να μαζεύεται κόσμος που ήθελε να βλέπει τις προπονήσεις του Άρη. Εγώ ήθελα να γίνονται με κλειστές πόρτες. Δεν ήθελα να τους κακοκαρδίσω ή να αρχίσω τους καβγάδες και έβγαλα ένα φιρμάνι ότι είναι γρουσουζιά να έρχεται κόσμος γιατί μια φορά που είχε γίνει χάσαμε”, μου είπε πει κάποτε.

Οι προπονήσεις του Άρη ήταν σχεδιασμένες στη λεπτομέρεια. Και αν αυτό μοιάζει κάτι απόλυτα λογικό για τα σημερινά δεδομένα πίσω στη δεκαετία του ’80 ήταν κάτι εντελώς πρωτόγνωρο. Την εποχή που έμεινα –λόγω στρατιωτικής θητείας- για δέκα μήνες στη Θεσσαλονίκη ήμουν από τους λίγους που είχα ελευθέρας να παρακολουθώ προπονήσεις του στο Αλεξάνδρειο. Οι καλύτερες στιγμές όμως ήταν όταν μάζευε τους παίκτες του στο κέντρο του γηπέδου και τους μιλούσε. Ευχή και κατάρα. Ευχή για όσους συμπαθούσε, κατάρα για όποιους είχαν κάνει κάτι στραβό στο παιχνίδι ή στην προπόνηση.

Το κομβικό καλοκαίρι του 1984

Ο “ξανθός” ήταν ο απόλυτος δικτάτορας της ομάδας. Δεν έδινε δίφραγκο σε διοικήσεις, προέδρους, κόσμο, δημοσιογράφους γιατί όπως του άρεσε να λέει ήταν “αγύριστο Μακεδονικό κεφάλι”. Το καλοκαίρι του 1984 ήταν κομβικό για τη ζωή του. Μέσα σε μερικούς μήνες γκρεμίστηκε το σύμπαν του και το ξανάκτισε από την αρχή. Έχασε τον τελικό του Κυπέλλου με τα “ξυρισμένα κεφάλια” από τον ΠΑΟΚ, έχασε το μπαράζ για τον τίτλο του πρωταθλητή στην Κέρκυρα από τον Παναθηναϊκό γιατί δεν αντιλήφθηκε ότι ο Μιχάλης Κυρίτσης είχε πάρει τρίτο τάιμ άουτ που δεν είχε δικαίωμα και λίγο αργότερα τον κτύπησε η μεγαλύτερη τραγωδία: Έχασε τη μητέρα του την οποία λάτρευε.

Εκείνο το καλοκαίρι θυμάμαι ότι σε μια πολύωρη συνάντηση μας στη Θεσσαλονίκη μου είχε πει “έκανα όρκο ότι δεν θα ξαναχάσω ποτέ”. Εντάξει, κάθε λογικός άνθρωπος θα τον έλεγε τρελό. Δεν υπάρχει προπονητής που δεν χάνει. Λίγες εβδομάδες αργότερα, έζησα λεπτό προς λεπτό σε ένα κινηματογραφικό βράδυ που θύμιζε ταινία δρόμου τη μεταγραφή του Γιαννάκη στον Άρη. Ο Ιωαννίδης τον κυνηγούσε από το κότερο του Βαρδινογιάννη, στα γραφεία του Σπανού που ήταν τότε πρόεδρος στον Ιωνικό στη λεωφόρο Αθηνών, μετά στα μπουζούκια όπου τον περίμεναν οι παράγοντες της ΑΕΚ για να γιορτάσουν τη μεταγραφή του “δράκου” και τελικά κατάφερε να τον οδηγήσει στο διαμέρισμα που είχε ο Γιάννης Μπουτάρης -νυν δήμαρχος Θεσσαλονίκης- στο Κολωνάκι. Εκεί δηλαδή που έκλεισε η μεταγραφή του αιώνα. Η μεταγραφή που μετέτρεψε τον Άρη σε ανίκητη δύναμη και αυτό που πολύ εύστοχα αποκάλεσε ο Μάκης Δενδρινός τρία χρόνια αργότερα “αυτοκρατορία”.

NEWSPORTS 1988 ¼AINA¤ ¼OP M¦AªKET ¡AN¢H 88.APHª - ¦APTIZAN. ¡KA¤Hª,I¿ANNI¢Hª,¡IANNAKHª. INTIME SPORTS

Η εμμονή του Ιωαννίδη με τη λέξη νίκη δεν τον οδηγούσε μόνο σε σωστές αποφάσεις. Καμία εμμονή δεν είναι μόνο παραγωγική. Ο άνθρωπος που δεν έμαθε ποτέ να χάνει έχασε τα περισσότερα φάιναλ φορ στην ιστορία. Ο Ιωαννίδης προπονητικά ήταν… γιος του Μουρούζη και… πατέρας του Ομπράντοβιτς για το ελληνικό πρωτάθλημα. Κατανοητό ότι σε κάθε περίπτωση η επόμενη γενιά ήταν καλύτερη της προηγούμενης. Ο Ιωαννίδης ήταν ανίκητος όταν το παιχνίδι παιζόταν στο παρκέ που ήξερε και έλεγχε. Εντός συνόρων. Μόλις ανέβαινε στο αεροπλάνο τα πράγματα ζόριζαν. Δεν ήξερε ξένες γλώσσες και αυτό ήταν η μεγαλύτερη μειονεξία του. Το αίσθημα ανωτερότητας στην Ελλάδα γινόταν αίσθημα κατωτερότητας, ειδικά από τη στιγμή που οι ‘’ξένοι’’ πολλές φορές γελούσαν ή κατέκριναν ανοιχτά τις ακραίες προπονητικές μεθόδους του και την επιθετική συμπεριφορά του.

Μια… γραφικότητα για τους Ευρωπαίους

Οι διαιτητές στη διάρκεια ενός αγώνα του ελληνικού πρωταθλήματος υπέφεραν από τη μουρμούρα του ξανθού. Οι ξένοι τον προσπερνούσαν αδιάφορα. Στην Ελλάδα πετούσε σακάκια στον Τσανίδη, ήθελε να έχει την τελευταία λέξη με όλους, άφριζε όταν του κάναμε κάποια ερώτηση που δεν του άρεσε. Στη Γάνδη, στο Μόναχο, στη Σαραγόσα, στο Τελ Αβίβ, ξανά στη Σαραγόσα και στη Βαρκελώνη αποτελούσε περίπου μια….γραφικότητα για τους άμαθους Ευρωπαίους. Το ήξερε και ο ίδιος και αυτό τον έκανε να “θολώνει”. Και να αλλάζει μεθόδους πιο συχνά από ότι σακάκια. Στο πρώτο φάιναλ φορ απομόνωσε τους παίκτες του Άρη σε ένα μικρό ξενοδοχείο της Γάνδης το οποίο απείλησε να καταστρέψει όταν στο τέλος των αγώνων αντιλήφθηκε ότι το οικόσημο του ήταν μια… μαύρη γάτα!

Την επόμενη χρονιά στο Μόναχο η αποστολή έμεινε στο κέντρο της πόλης και είχαν πρόσβαση στο ξενοδοχείο οι πάντες. Στο Τελ Αβίβ πήγε τρεις τέσσερις μέρες πριν από τους αγώνες και έτρεχε τους παίκτες στα….Ιεροσόλυμα, τους πίεσε, έφτασαν στα “κόκκινα” με αποτέλεσμα να διαλύσει τα πάντα ο καβγάς του Τάρπλεϊ με τον Παπαδάκη. Την επόμενη χρονιά στη Σαραγόσα και αργότερα στη Βαρκελώνη με την ΑΕΚ τα πράγματα ήταν πάλι πολύ χαλαρά και άνετα. Αλλά φάιναλ φορ δεν κέρδισε ποτέ… Στο Τελ Αβίβ άλλαξε χωρίς λόγο τον Μπακατσιά με τον Τόμιτς βάζοντας βούτυρο στο ψωμί του Ομπράντοβιτς και της αργής Μπανταλόνα. Στη Βαρκελώνη, όταν η ΑΕΚ πήγε να ολοκληρώσει μια φοβερή ανατροπή απέναντι στην υπερομάδα της Μπολόνια, πήρε τάιμ άουτ χωρίς λόγο και αιτία, ανακουφίζοντας τον Μεσίνα.

“Love to hate”

Παρότι αντιφατικός και ανεξιχνίαστος είχε ένα δικό του κώδικα τιμής. Προσωπικά, το επιβεβαίωσα δύο φορές ζώντας τα συγκεκριμένα γεγονότα από κοντά. Όταν έφυγε – όχι με καλές συνθήκες – από τον Άρη, ο Βεζυρτζής του έδωσε λευκή επιταγή να αναλάβει τον ΠΑΟΚ. Δεν το σκέφτηκε καν. “Στη Θεσσαλονίκη θα βγαίνω με ψηλά το κεφάλι”, έλεγε.

Δύο φορές όταν ήρθε στην Αθήνα ο Παύλος Γιαννακόπουλος του έδωσε λευκές επιταγές για να αναλάβει τον Παναθηναϊκό. Τη δεύτερη φορά μάλιστα το όλο σχέδιο είχε εκπονήσει ο τότε νομικός σύμβουλος του Παναθηναϊκού Τάκης Μπαλτάκος. Και τις δύο είπε όχι αν και για τη δεύτερη άρνηση μεσολάβησαν πολλά γεγονότα που ενδεχόμενα άλλαξαν την ιστορία.

Αλλά αυτά ας τα γράψει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του. Και επειδή οι μέρες του στην πολιτική μάλλον τελειώνουν, ίσως είναι καιρός να αρχίσει να το σκέφτεται σοβαρά. Το σίγουρο είναι ότι στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ ο Ιωαννίδης αποτέλεσε ένα μεγάλο αυτόνομο κεφάλαιο. Και αποτέλεσε την καλύτερη ίσως εφαρμογή της φράσης “love to hate”. Είχε διαλέξει τον ρόλο του ανθρώπου που όλοι αγαπούσαν να μισούν!

Διαβάστε ακόμη:

Συνέντευξη Γιάννη Ιωαννίδη στο Contra.gr (videos + photos): Το παρασκήνιο της μεταγραφής Διαμαντίδη, η κόντρα του με τον Γκάλη και τα γούρια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK