ΓΝΩΜΕΣ

Ποδοσφαιρικό μοντέλο υγείας

Αν και φίλος της ιστορικής Γκλάντμπαχ, ο Γιάννης Ξενάκης δεν διστάζει να βγάλει το καπέλο στην Μπάγερν Μονάχου και να της πλέξει το εγκώμιο τόσο για το θρίαμβό της στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ επί της Ντόρτμουντ όσο και το πρότυπο μοντέλο λειτουργίας της. O τελικός της Heinken.

Ποδοσφαιρικό μοντέλο υγείας

Ως γνήσιος οπαδός της Μπορούσια του Μενχενγκλάντμπαχ, από τα αξέχαστα χρόνια των 70s, δεν θα μπορούσα ποτέ στον τελικό των τελικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να είμαι με την παραδοσιακή αντίπαλο. Και αντίπαλοι για μας τους πιστούς της Γκλάντμπαχ ήταν και παραμένει η Μπάγερν. Η ομάδα που λατρεύει η μισή Γερμανία και μισεί η υπόλοιπη.

Αλλά και αυτοί που νιώθουν μια απέχθεια, ιδίως όταν η βαυαρική αλαζονεία ξεπεράσει τα όρια, δεν μπορούν να μην την παραδεχτούν. Η Μπάγερν με όλες τις γενιές των παικτών που ανέδειξε ή αγόρασε, συνέχισε να συμβολίζει αυτό που άφησε παρακαταθήκη ο (ποδοσφαιριστής) Μπεκενμπάουερ: Την υπεροχή έναντι των άλλων.

Το χρήμα έρεε πάντα άφθονο στο σύλλογο και έγινε ακόμα περισσότερο υπό την διοικητική καθοδήγηση του Μπεκενμπάουερ και αργότερα, όταν έγινε επίτιμος ο “Κάιζερ” του Χένες και του Ρουμενίγκε. Η μισή Γερμανία εδώ κι ένα μήνα τα χώνει άγρια στον φοροφυγά πρόεδρο που στην καλύτερη των περιπτώσεων θα καθαρίσει με (βαριά) πρόστιμα και στην χειρότερη θα καθαιρεθεί από την προεδρία και θα πάει “μέσα”. Οι αμαρτίες του Χένες σε προσωπικό επίπεδο, ουδόλως επηρεάζουν την Μπάγερν. Η διοίκηση και τα μέλη τον στηρίζουν, το ίδιο και οι χορηγοί (αλλά και μέτοχοι) κολοσσοί, σαν την Adidas και την Audi.

Η Μπάγερν έκανε το comeback της χρονιάς σε αθλητικό επίπεδο, όπως είπε τα ξημερώματα στο ξέφρενο πάρτι ενώπιον 2.000 Βαυαρών ο Ρουμενίγκε, διότι πήρε τις σωστές αποφάσεις πριν από 12 μήνες. Το σοκ ήταν τεράστιο μετά την απώλεια της κούπας από την Τσέλσι, μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Άλλη ομάδα μπορεί να άλλαζε προπονητή. Μπορεί να έδιωχνε τον “λούζερ” Ρόμπεν (που φυσικά μόνο “λούζερ” δεν είναι). Μπορεί να άλλαζε τη μισή ομάδα. Οι Βαυαροί δεν έκαναν τίποτα απ όλα αυτά. Στήριξαν τον Χάινκες, ικανοποίησαν τις επιθυμίες του στις μεταγραφές, ξοδεύοντας μεταξύ άλλων ένα σκασμό λεφτά για τον Μαρτίνεθ. Η Μπάγερν έπαιξε το τέλειο ποδόσφαιρο, σίγουρα το πιο ελκυστικό και θεαματικό στην ιστορία της. Αυτός ο συνδυασμός ταχύτητας, έκρηξης και υψηλής τεχνικής, δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ με τέτοια ακρίβεια στο παρελθόν από οποιαδήποτε γερμανική ομάδα. Η Γκλάντμπαχ του Βαϊσβάιλερ στα 70s έπαιζε ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο, αλλά δεν μπορείς ούτε να τα συγκρίνεις, ούτε να τα βάλεις στη ζυγαριά – το ποδόσφαιρο στις μέρες μας δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό που παιζόταν σ’ όλο τον κόσμο πριν από 40 χρόνια.

Το μοντέλο της Μπάγερν, το μοντέλο που ακολουθούν οι περισσότεροι γερμανικοί σύλλογοι καταδεικνύει ότι δεν είναι απαραίτητη η παρουσία του πάμπλουτου προέδρου – ιδιοκτήτη για να κατακτήσεις την κορυφή. Δεν είναι απαραίτητο να ξοδεύεις αλόγιστα και να δανείζεσαι εκατομμύρια από τράπεζες για να κάνεις (και) μεταγραφές. Το γερμανικό πρωτάθλημα μέχρι στιγμής είναι το μοναδικό στην Ευρώπη, στο οποίο δεν έχουν διεισδύσει Άραβες, Ρώσοι και Ταϋλανδέζοι μεγιστάνες. Τα παραδείγματα των ιδιοκτητών είναι ελάχιστα, θυμάμαι πρόχειρα μονάχα την Χόφενχαιμ στην οποία ένας εκ των πλουσιότερων Γερμανών (Ντίτμαρ Χοπ) έχει επενδύσει από το 2000 σχεδόν 240 εκατομμύρια ευρώ. Από κει και πέρα υπάρχουν γιγαντιαίες εταιρίες (Bayer, Volkswagen) που έχουν πάρει υπό την (οικονομική) προστασία τους ομάδες (Λεβερκούζεν, Βόλφσμπουργκ).

Το 81% της Μπάγερν είναι μετοχές διασκορπισμένες στον κόσμο της, Τα κομμάτια της Audi και της Adidas δεν υπερβαίνουν το 9,1%. Η Μπάγερν, σε αντίθεση με τα μεγάλα κλαμπ στην Ευρώπη, όχι μόνο δεν χρωστά δεκάρα τσακιστή, αλλά παρουσιάζει και κερδοφορία τα τελευταία χρόνια. Στις 3 Δεκεμβρίου 2012 ανακοίνωσαν ότι έκαναν το 200o σερί sold out στην Allianz Arena. Όπου sold out, σημαίνει 71.000 εισιτήρια στα ματς της Μπουντεσλίγκα και 68.000 στα ευρωπαϊκά. Πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν …γέμισε; Τον Ιανουάριο του 2007 έκοψαν …μόνο 60.000 εισιτήρια με την Μπόχουμ. Αρκετοί είχαν εγκλωβιστεί στα χιόνια και δεν έφτασαν στο γήπεδο…

Δεν ήταν όλα ρόδινα στο γερμανικό ποδόσφαιρο, που κάθε Σαββατοκύριακο έχει 90-95% πληρότητα στα 9 ματς της Μπουντεσλίγκα. Την ιστορία της Ντόρτμουντ που από την χρεωκοπία (το 2005) έφτασε στην άνθηση και ευημερία (αγωνιστική και οικονομική) την γνωρίζει όλος ο κόσμος. Και για το δάνειο που της χορήγησε η ίδια η Μπάγερν για να πληρώσει τους μισθούς των παικτών. Η ΒVB έφτασε εδώ που έφτασε διότι υπήρχε σχέδιο και υπομονή. Σχέδιο οικονομικό αλλά και αγωνιστικό από τον κορυφαίο ανερχόμενο προπονητή στον κόσμο τούτη την στιγμή. Τον Γιούργκεν Κλοπ. Η υψηλού επιπέδου δουλειά στις ακαδημίες και οι εύστοχες μεταγραφικές επιλογές οδήγησαν στο ποδοσφαιρικό θαύμα των Βεστφαλών.

Κι ενώ ελάχιστοι γνωρίζουν το όνομα του προέδρου της Μπορούσια Ντόρτμουντ (ο δικηγόρος και πολιτικός Ράινχαρντ Ράουμπαλ), ο τελικός του Σαββάτου ήταν το συνώνυμο του ποδοσφαιρικού πολιτισμού. Κανείς δεν έδωσε μεγαλύτερη σημασία στην ηλιθιότητα 100-150 Γερμανών χουλιγκάνων που έπαιξαν ξύλο στην βρετανική πρωτεύουσα το μεσημέρι του Σαββάτου. Σε 60.000 κόσμο θα βρεθούν και 150 βλάκες. Ο Κλοπ έδωσε συγχαρητήρια μέσα από την καρδιά στον συνάδελφο του Χάινκες και στη Μπάγερν. Έψαχνα να βρω έστω μια δήλωση, μια νύξη, μια σπόντα για τη διαιτησία. Για την απόφαση του Ριτσόλι να μην αποβάλει (σίγουρα τον) Ντάντε, (ενδεχομένως και τον) Ριμπερί. Ρωτήθηκε ο Κλοπ, αλλά το πνεύμα της απάντησης του ήταν περίπου αυτό: Και αποβολές να ήταν, δεν αλλάζει πλέον κάτι, πρέπει να αποδεχτούμε ότι χάσαμε, και ότι η Μπάγερν νίκησε δίκαια γιατί πέτυχε ένα γκολ παραπάνω! Το προηγούμενο 15νθήμερο είχε ξεσπάσει μια μίνι βεντέτα ανάμεσα σε Ζάμερ και Κλοπ, αλλά μέσα στα όρια του φυσιολογικού.

Καμία αντιπαλότητα μίσους και φανατισμού στον τελικό, επειδή η Μπάγερν (χωρίς να ενημερώσει) άρπαξε από την Ντόρτμουντ τον Γκέτσε. Επειδή ετοιμάζεται (όπως επί της ουσίας προανήγγειλε μετά τον τελικό ο Χάινκες) να κάνει το ίδιο και με τον Λεβαντόφσκι. Κανένας πόλεμος, πουθενά …ορίτζιναλ στρατιές με θύρες 7 και 13, πουθενά γραφιάδες που να ξεσηκώνουν τα πλήθη, ανάβοντας τα αίματα με κείμενα βγαλμένα μέσα από τον οπαδισμό τους. Δεν είδα όλες αυτές τις μέρες ούτε ένα κείμενο σε βεστφαλική εφημερίδα, που να αφήνει υπονοούμενα για τον Γκέτσε. Για την επιλογή του να συνεχίσει στην Μπάγερν. Για τον τραυματισμό του που εδώ θα τον βγάζαμε μαιμού με συνοπτικές διαδικασίες. Για κανέναν δημοσιογράφο δεν ήταν προδότης, βάτραχος ή πουλητάρι. Αποδοκίμασαν και έβρισαν μερικοί (από τους 81.000 που στιβάζονται σε κάθε ματς στο “Βεστφάλεν”) αλλά μέχρι εκεί.

Κι επειδή ακούω και διαβάζω διάφορα σχόλια για τη διαιτησία. Λάθη μικρά ή μεγάλα, οι διαιτητές πάντα έκαναν και θα συνεχίσουν να κάνουν και στο υψηλότερο επίπεδο. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται την σκανδαλώδη εύνοια που είχε η Μπάγερν από τα σφυρίγματα του Κινταμπτζιάν στον τελικό του ’75 με τη Λιντς. Η διαφορά σε ο,τι αφορά τα διαιτητικά λάθη ή εγκλήματα, στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, έγκειται στο εξής. Είναι άλλο πράγμα να υπάρχουν φαλτσοσφυρίγματα και η πίτα κάθε χρόνο να μοιράζεται και άλλο να γίνονται διαιτητικά όργια και να ευνοείται πάντα η ίδια ομάδα.

Η Μπάγερν δεν παίρνει κάθε χρόνο το πρωτάθλημα στη Γερμανία, μετά το 2000 τον τίτλο στην Μπουντεσλίγκα τον έχουν κατακτήσει 5 διαφορετικές ομάδες (Μπάγερν, Ντόρτμουντ, Βόλφσμπουργκ, Βέρντερ, Στουτγκάρδη). Το Τσάμπιονς Λιγκ μετά το 2000 το έχουν πάρει 9 διαφορετικές ομάδες. Όταν λείπει η μονοτονία, όταν δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων ποιος θα κερδίσει, αυτομάτως μειώνεται ο δείκτης της καχυποψίας. Αν στην Ελλάδα δεν τα σάρωνε όλα (εδώ και μια 15ετία) ο Ολυμπιακός, αν την τελευταία 10ετία είχαν κατακτήσει 4-5 διαφορετικές ομάδες τον τίτλο, αν ήταν σύνηθες κάθε δυο-τρία χρόνια μια μικρομεσαία ή επαρχιακή ομάδα να κάνει δικό της τουλάχιστον το κυπελλάκι, τότε ο Γιάχος και ο κάθε Γιάχος θα μας ενοχλούσε λιγότερο…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ