Πόσο άλλαξες…
«Πόσο άλλαξες, πόσο άλλαξα, τα όνειρά σου κόκκινα, τα όνειρά μου άσπρα, ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ…» τραγουδούσαν την περασμένη εικοσαετία ο Γιάννης Μηλιώκας και η Αφροδίτη Μάνου και δονούσαν τις ευαίσθητες καρδιές των… φρεσκοχωρισμένων.
Ε, δεν είμαστε δα και απατημένοι σύζυγοι!
Ξέραμε πολύ καλά ότι η κατάκτηση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ήταν μία ανέλπιστη επιτυχία και σαν αυτή συμβαίνουν μια στα εκατό χρόνια, πιθανότατα και σε περισσότερα.
Γνωρίζαμε ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζουμε, ότι αυτός ο άθλος πλήγωσε πολλά ποδοσφαιρικά μεγαθήρια και πίκαρε δεκάδες ειδήμονες, που αναζητούσαν πια την παραμικρή αφορμή για να τον χλευάσουν, να τον απαξιώσουν, να τον ακυρώσουν.
Τίποτε δεν ήταν ίδιο το 2008 κι όμως εμείς ελπίζαμε πέραν πάσης ποδοσφαιρικής -και όχι μόνο- λογικής, στην επανάληψη του ίδιου σεναρίου, με την μικρότερη δυνατή αναδιαμόρφωση του ευτυχισμένου τέλους, χωρίς ποτέ να προετοιμαστούμε για μελλοντική αποτυχία, χωρίς ποτέ να νοιαστούμε για την διαχείριση της προηγηθείσας επιτυχίας.
Διαφορές
Το να αγγίξεις την κορυφή σαφώς και δεν είναι εύκολο. Είναι όμως ευκολότερο από το να διατηρηθείς εκεί. Αρκετοί κατάφεραν έστω και μια φορά να πετύχουν στην πράξη, το θεωρητικά ακατόρθωτο. Πόσοι όμως κατάφεραν να το υπερασπιστούν; Ούτε οι μισοί.
Πολλοί προσπάθησαν να δικαιολογήσουν το χάσμα μεταξύ της εποποιίας του 2004 και της παλινωδίας του 2008. Στην πλειοψηφία τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το θέλαμε περισσότερο και το φοβηθήκαμε λιγότερο. Λένε πως ποτέ δεν πρέπει να κλείνουμε το δρόμο σ’ ένα σαραβαλάκι, γιατί ο οδηγός του δεν έχει τίποτε να χάσει. Αυτό έπαθαν όσοι μας αντιμετώπισαν το 2004. Βγήκαν με τα υπερπολυτελή τετράτροχα σε μετωπική. Κι όταν το σαραβαλάκι δεν λοξοδρόμησε, το έκαναν εκείνοι. Και το έκαναν για να γλυτώσουν την επώδυνη -μόνο για εκείνους- σύγκρουση.
Η μοναδική απαίτηση από την εθνική ομάδα του 2004 ήταν να αποφύγει με κάθε τρόπο την εθνική ξεφτίλα του 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τίποτε περισσότερο. Η εθνική ομάδα του 2008 έφερε βαρέως τον τίτλο του πρωταθλητή και αγκομαχούσε για την υπεράσπισή του.
Το 2004 κέρδιζε ψυχολογία και αυτοπεποίθηση παιχνίδι με το παιχνίδι. Αν το 2008 ξεκινούσε καλύτερα, ίσως να…, αλλά με τα «αν» δεν παίζεται ποδόσφαιρο.
Το 2004 ήμασταν μια καλή ομάδα και ίσως το 2008 να είμαστε ακόμη καλύτεροι, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είμαστε μεγάλη ομάδα. Είμαστε ένα εθνικό συγκρότημα που χτίζει τώρα το προφίλ του, προσπαθεί να αποκτήσει ταυτότητα και να χτίσει υγιείς βάσεις, γερά θεμέλια για να γίνει μεγάλη ομάδα, αν ποτέ το καταφέρει.
Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο μειονέκτημα για μία καλή ομάδα, από το να αντιμετωπίζεται -κυρίως από τους αντιπάλους της- ως μεγάλη ομάδα. Γιατί τότε χάνει και το σημαντικότερο πλεονέκτημα που θα μπορούσε να αντιπαρατάξει, τον αιφνιδιασμό και την εκμετάλλευση της υπεροψίας του αντιπάλου.
Η φλόγα
Κάποιοι είπαν ότι δεν είχαμε και την φλόγα του 2004. Ίσως. Δεν ήμασταν τα ορκισμένα κομάντο, με το μαχαίρι στο στόμα, έτοιμα να βουτήξουν στον στίβο μάχης. Ίσως τότε είχαν πολλά περισσότερα να αποδείξουν τα παροπλισμένα ελληνόπουλα που έκαναν τα πρώτα τους δειλά βήματα στις ομάδες του εξωτερικού, οι απαξιωμένες -από την «ερυθρόλευκη» κυριαρχία- γενιές του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ.
Είχαν και περισσότερες φυσικές δυνάμεις. Οι περισσότεροι δεν προέρχονταν από «γεμάτη» χρονιά, ούτε από πλευράς συμμετοχών, αλλά ούτε και όγκου υποχρεώσεων. Αντίθετα το 2007-2008 ήταν στην πλειοψηφία τους βασικές επιλογές στις ομάδες τους και πολύ περισσότερο καταπονημένοι.
Είναι απόλυτα χαρακτηριστικές οι χειρονομίες των Κυργιάκου και Κατσουράνη, στα ματς με τη Ρωσία και τη Σουηδία, για την απουσία της απαραίτητης -ή τουλάχιστον προσυμφωνημένης- αλληλοκάλυψης. Ποδοσφαιριστές που ξεχώρισαν στο παιχνίδι «ένας εναντίον ενός», παραπονούνταν γιατί έμεναν ένας με έναν με αντιπάλους που ακόμη κι αν δεν ήταν υποδεέστεροι σε ποιοτικά χαρακτηριστικά, σίγουρα δεν αποτελούσαν φόβητρο.
Αυτοί που έφαγαν τα γήπεδα με το κουτάλι ξέρουν καλά ότι με όσο μεγαλύτερη σιγουριά μπαίνεις σε μία φάση, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχεις να βγεις σε αυτή νικητής. Πολλές φορές χρειάζεται βέβαια και τύχη. Και το 2008 υπήρξε ένας φονικός συνδυασμός απουσίας και αυτοπεποίθησης και τύχης, ακόμη και σε προσωπικές μονομαχίες.
Τίποτε δεν ήταν το ίδιο το 2008. Αλλά μπορούσαμε να πετύχουμε περισσότερα. Ίσως όχι πολλά περισσότερα, αλλά σίγουρα περισσότερα. Αυτό μας πλήγωσε και αυτό δυστυχώς μας οδήγησε σε μεγαλύτερη αυστηρότητα και από τους ορκισμένους -ελέω 2004- επικριτές του εθνικού μας συγκροτήματος.
Κάποτε ο Μπέρτι Φογκτς (ομοσπονδιακός τεχνικός της Γερμανίας), αγανακτισμένος από την ανηλεή κριτική των Γερμανών στο πρόσωπό του, είχε πει: «Είμαι πλέον πεπεισμένος ότι ακόμη κι αν με δείτε να περπατάω στην επιφάνεια του νερού, θα πείτε ότι αυτό το κάνω γιατί δεν ξέρω να κολυμπάω…»! Κι εδώ που τα λέμε Ρεχάγκελ και διεθνείς δεν πρέπει να είναι και άσοι στα μακροβούτια…