Τα ψέματα τελείωσαν

Τα ψέματα τελείωσαν
Επειδή με υποθέσεις και πισωγυρίσματα του στυλ, "αν δεν χάναμε στην Αλβανία», «παίρναμε βαθμό-ους από Ουκρανία» κλπ., ποτέ κανείς δεν πέτυχε κάτι σημαντικό, ας δούμε την κατάσταση ως έχει. Με νίκη λείπει πλέον μόνο το θεωρητικά εύκολο τρίποντο κατά της Γεωργίας για να πάμε στα μπαράζ που δίνουν το εισιτήριο για τα γήπεδα της Γερμανίας. Με οποιοδήποτε άλλο αποτέλεσμα τίποτα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ελληνική ομάδα, αλλά από τους γείτονες Αλβανούς. Εκείνους που δέρναμε στην Ομόνοια επειδή μας κέρδισαν σε έναν αγώνα, όπου αγωνιστικά ήταν καλύτεροι. Αλλά καλύτερα ας μην ανοίγουμε παλιές πληγές.

Το γεγονός ότι φτάσαμε να εξαρτάται μία ολόκληρη πορεία και κατά την προσωπική μου άποψη και το αύριο του ποδοσφαίρου μας σε επίπεδο Εθνικής ομάδας από ένα 90λεπτο στην Κοπεγχάγη είναι σημαντικότερο και άξιο αναφοράς. Τα δεδομένα απλά. Λάθη, χαλαρότητα, υπεροψία ως καβάλημα του καλαμιού σε ορισμένους, προσωπικά συμφέροντα του καθενός στην προσπάθεια να χρυσωθεί η μοναδική επιτυχία, τα αίτια.

Όλα υπό την ανοχή του (αθλητικού κυρίως) Τύπου, που μοίρασε γύρω στα 26 με 28 αλάθητα. Ενώ στο θέμα του προπονητή από το 2001 ως και την πρώτη νίκη επί την Πορτογαλίας ήταν αυστηρός (ως εγκάθετος σε ένα συναλλασσόμενο τμήμα του), με τόση ευκολία αναπαρήγαγε τις δικαιολογίες κάποιων παικτών όταν εκείνοι αδιαφορούσαν. Ακούγεται σκληρό, αλλά πιστεύω ότι είναι κοντά στην αλήθεια.

Άλλωστε στον Γερμανό δεν είχε ο Τύπος τίποτα να χάσει, ούτως ή άλλως δεν είχαν πάρε δώσε. Ενώ στους παίκτες λειτουργούμε με το «έλα παιχταρά μου, τι πονάει το ποδαράκι; ποιος κακός σε χτύπησε; Δικαιολογημένα είσαι κουρασμένος από τα συνεχή παιχνίδια, δεν σε βάζει ο κακός προπονητής», δίνοντας άλλοθι σε όλους και όλα με αποκορύφωμα το Κονφεντερέσιον, που κατά τη ταπεινή μου άποψη ήταν χειρότερη σφαλιάρα από το Μουντιάλ του 1994. Εκεί ήμασταν πρωτάρηδες, εδώ πρωταθλητές Ευρώπης που δώσαμε το δικαίωμα να μας λοιδωρούν.

Αλλά συγκεκριμένα παραδείγματα. Διάβασε κανείς φίλαθλος ότι ο Σεϊταρίδης μεταξύ της προοπτικής μιας μεγάλης καριέρας και της γρήγορης οικονομικής αποκατάστασης διάλεξε το δεύτερο; Διάβασε ποτέ κανείς ότι ο καθ’ όλα ταλαντούχος 24χρονος αμυντικός στην μετά-Γιούρο εποχή, στην καλύτερη των περιπτώσεων έμεινε αγωνιστικά στάσιμος; Εγώ πάντως διάβαζα διθυράμβους για το μεγάλο ποσό, για τη μεγαλύτερη μεταγραφή Έλληνα εκτός συνόρων.

Έθεσε κανείς ερώτηση στον Δέλλα γιατί έκλεισε στην ΑΕΚ στις 20 Σεπτεμβρίου με 400.000 ευρώ, ενώ όντας ελεύθερος υποθέτω ότι είχε έναν-δύο ενδιαφερόμενους συλλόγους από όλα τα μεγάλα πρωταθλήματα, επιστρέφοντας στο ελληνικό πρωτάθλημα, του οποίου την κατάντια δικαιολογημένα κατηγορούσε, όταν είδε πως λειτουργούν αλλού; Τράβηξε κανείς το αυτί του Κατσουράνη όταν δήλωνε ότι καλύπτει τις φιλοδοξίες του η Βέρντερ, επεξηγώντας γιατί όπως είχε κάθε δικαίωμα δεν πήγε;

Για να ξέρεις αν σε καλύπτει κάτι πρέπει αν μη τι άλλο να γνωρίζεις το μέγεθος του. Ή μήπως κατάλαβε ο Τσιάρτας τη λοιδωρία που δέχθηκε από τη φίλαθλη Γερμανία όταν για μία θλάση χρειάστηκε δέκα εβδομάδες να επιστρέψει; Μόνο ο Νταμπίζας είπε την αλήθεια, όταν τόνιζε σε συνέντευξη του ότι «πολλά από τα παιδιά δέχονται λανθασμένες συμβουλές από το περιβάλλον τους». Αν κάναμε ένα σύντομο γκάλοπ για το ποιος διεθνής ήταν αγωνιστικά καλύτερος σε όλη τη διάρκεια των προκριματικών είμαι σίγουρος ότι οι μισοί και πλέον έβαζαν στην πρώτη τριάδα τον Γιαννακόπουλο, γιατί πάντα τα δίνει όλα και δεν ήταν αδιάφορος σε κανένα ματς, ακόμα και σε αυτά που αγωνιστικά ήταν μέτριος… Και εκεί ακριβώς είναι το μυστικό, γιατί ο 31χρονος επιβιώνει και ανανεώνει πρόωρα συμβόλαια στην Αγγλία, ενώ συμπαίκτες του ελλείψει εναλλακτικών λύσεων μετά από μικρή παραμονή εκτός συνόρων, επέστρεψαν στην Ελλάδα. Άλλωστε, το αλάθητο είναι εξασφαλισμένο και οι απαιτήσεις χαμηλές.

Μερίδιο ευθύνης έχει και ο προπονητής, ο οποίος πρώτος έπρεπε να είχε διακρίνει ότι κάποιοι εκ των παιδιών του, πλέον απλά διαχειρίζονται την επιτυχία της Πορτογαλίας, και να τραβήξει εγκαίρως τα αυτιά. Για την ΕΠΟ, τυπικά προϊστάμενη αρχή των διεθνών δεν το συζητώ. Οι κύριοι παράγοντες της ακόμη εκπονούν σχέδια για την αναδόμηση του ελληνικού ποδοσφαίρου, όπως μας γνωστοποίησε ο πρόεδρος της αμέσως μετά τη λήξη του Γιούρο.

Πότε θα υλοποιηθούν θα μας πει, αφού λύσει πρώτα το οικονομικό πρόβλημα της Ομοσπονδίας που σε ένα μόνο τουρνουά μάζεψε μίνιμουμ 20 εκατομμύρια ευρώ. Πάντως, πρέπει να του αναγνωριστεί ότι μετά το Κονφεντερέσιον άντεξε σχεδόν τρεις ολόκληρους μήνες πριν συγκινήσει κόσμο πρόσφατα δηλώνοντας ότι σε λίγο δεν θα υπάρχουν χρήματα να πληρωθούν οι υπάλληλοι των γραφείων. Επίσης συγκινητικό το ότι ως καλός πατερούλης φροντίζει τα παιδιά του, καθώς όπως διάβασα σήμερα προσπάθησε να στείλει τον Τσιάρτα στον Ηρακλή, σύμφωνα με τον παραιτηθέντα παράγοντα του Ηρακλή.

Τέλος, αγωνιστικά πιστεύω ότι δύσκολα θα χάσουμε μεθαύριο, ειδικά με την πιθανή συμμετοχή του Δέλλα. Η τωρινή Δανία μας πάει αγωνιστικά και αυτό φάνηκε στο πρώτο ματς, όπου στα πρώτα 45 λεπτά κάναμε την καλύτερη εμφάνιση των δέκα αγώνων των προκριματικών. Επίσης με κάνει αισιόδοξο το γεγονός ότι οι Δανοί είναι λαλίστατοι και θέλουν να μεταδώσουν σιγουριά και κλίμα νίκης. Δείχνει το φόβο της αποτυχίας. Ο σίγουρος δεν το διαλαλεί, το πιστεύει και το δείχνει μέσα στο γήπεδο. Ή όπως έλεγε και η γιαγιά μου «σκύλος που γαυγίζει, δεν δαγκώνει».

Οι λεπτομέρειες ίσως κρίνουν τον νικητή του αγώνα, εκεί πρέπει να ελπίζουμε ότι θα είναι το 40χρονο άστρο του Οτο στη θέση του. Σύμφωνα με τμήμα του Τύπου, μόνο στη ρέντα οφείλεται η επιτυχία του Γιούρο. Αν όντως επί 40 χρόνια κέρδισε τα πάντα μόνο με ρέντα, χαλάλι του, πρέπει να τον αγαπά πολύ ο Θεός. Το Σάββατο μετρά μόνο το αποτέλεσμα, αυτό θα είναι η μόνη αλήθεια γύρω στις δέκα το βράδυ. Απλά πράγματα: διπλό για μπαράζ και παράταση ελπίδας, ισοπαλία ή ήττα για μεγαλύτερες διακοπές το ερχόμενο καλοκαίρι.

Ή θα συνεχίσει να εκφράζεται αυτό που λέγεται Εθνική ομάδα από τους παίκτες, που έδωσαν μία μοναδική ευκαιρία στο ελληνικό ποδόσφαιρο να ονειρευτεί ένα καλύτερο αύριο ή θα προστεθούμε στη λίστα των πρωταθλητριών Ευρώπης που απέτυχαν να πάνε στο αμέσως επόμενο Μουντιάλ, μετά την Τσεχοσλοβακία (1978) και τη Δανία (1994). Με τη διαφορά ότι σε εκείνους υπήρχαν οι δομές, τα πλάνα να επανέλθουν, ενώ εμείς εξαρτώμαστε από τους πολλούς «προστάτες» του ποδοσφαίρου μας. Και από κάποια συγκυρία κάποιου νέου Ότο, τον οποίο αρχικά ίσως θα κατηγορούν τα παιδιά μας.

24MEDIA NETWORK