Ξανάγινε ομάδα, έγιναν νικητές
Θα ήταν κρίμα για κάποιους παίκτες που έχουν πατήσει τα 30 να έγραφαν την τελευταία σελίδα της Εθνικής καριέρας του σ’ένα παγωμένο κι αφιλόξενο γήπεδο φεύγοντας με κατεβασμένα κεφάλια. Πάνω απ’όλα όμως θα ήταν κρίμα να έφευγε σχεδόν σαν αποτυχημένος ο προπονητής που, με όλες τις εμμονές που μας έκαναν να τον λατρεύουμε τη μια στιγμή και να τον μισούμε την επόμενη, υπογράφει εδώ και κοντά μια δεκαετία το μοναδικό χρυσό κεφάλαιο του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Όμως η ιστορία του Οτο στην Ελλάδα ήταν και παραμένει πολύ παραμυθένια για να έχει ένα τόσο ξενερωτικό φινάλε. Όταν ο Σεφτσένκο αστόχησε παραπατώντας μπροστά στο σχεδόν άδειο τέρμα στην αρχή του αγώνα, η βαρυχειμωνιά του Ντόνετσκ και της Εθνικής Ομάδας τον τελευταίο καιρό άρχισε να κοπάζει και μόλις ο Σαμαράς έβγαλε την πιο ωραία μπαλιά της ζωής του κι o Σαλπιγγίδης… επιτέλους πλάσαρε, τα πάντα άρχισαν να θυμίζουν καλοκαιράκι στην Πορτογαλία.
Ακόμη κι οι αναποδιές που έτυχαν κατά τη διάρκεια του ματς, ήταν μέρος του ιδανικού σεναρίου για να διηγούμαστε μετά από χρόνια σε παιδιά και εγγόνια πως ο Πλιάτσικας και ο Μόρας που δεν χωρούσαν ούτε στο ρόστερ της ΑΕΚ σταμάτησαν με ένα πόδι τον μεγάλο Σεφτσένκο.
Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που κάνουν τα παιδιά αληθινούς άντρες, που χτίζουν χαρακτήρα νικητή σαν αυτό που είχε καταφέρει να χτίσει η φουρνιά του 2004 και που μετατρέπουν ένα σύνολο παικτών με αμφιλεγόμενη ποιότητα σε αληθινή ομάδα που τσακίζει κόκκαλα και κάνει έναν καλύτερο αντίπαλο να φαίνεται λίγος…
Δεν γίναμε ομαδάρα από τη μια στιγμή στην άλλη, δεν ξέρω αν μπορούμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου – προφανώς θα εξαρτηθεί κι από την κλήρωση – όμως ο στόχος επετεύχθη. Η Ρωσία παίζει καλύτερη μπάλα από εμάς, η Κροατία έχει πιο ποιoτικούς παίκτες και η Σουηδία έχει τον Ιμπραϊμοβιτς που κοστίζει όσο ολόκληρη η 18άδα μας, όμως όλοι αυτοί τον Ιούνιο θα κάνουν διακοπές… Εμείς θα είμαστε εκεί!
Αυτή η πρόκριση δεν ανήκει σε όλους τους Ελληνες – δεν είμαι σίγουρος καν αν τη χαίρονται όλοι. Ανήκει σε αυτούς που έδωσαν την ψυχή τους για 180 λεπτά στο γήπεδο μέσα σε 5 μέρες, στον Φύσσα, τον Ρεχάγκελ και στους 45.000 που το βράδυ του προηγούμενου Σαββάτου αντί να καθίσουν να γκρινιάζουν και να μοιρολατρούν στον καναπέ τους, επέλεξαν να πάνε στο Ολυμπιακό Στάδιο, έστω κι αν ήξεραν εκ των προτέρων πως το θέαμα θα ήταν βαρετό και πως το 0-0 ήταν το πιο πιθανό αποτέλεσμα.
Είναι όλοι αυτοί που πίστεψαν στον ελληνικό τρόπο. Δεν είναι αυτός που θα ανεβάσει την τηλεθέαση του Μουντιάλ, ούτε και θα φέρει νέους φιλάθλους στο γήπεδο αλλά είναι η μοναδική ρεαλιστική επιλογή για να καταφέρνουμε τόσα χρόνια να κοιτάζουμε στα μάτια ομάδες που θαυμάζουμε για την ποιότητα των μονάδων τους. Οποιου δεν του αρέσει, ας δει Βραζιλία…
Οι 3 προκρίσεις σε τελικές φάσεις σε 4 απόπειρες είναι για το επίπεδο που βρισκόταν στην προ Ρεχάγκελ εποχή η Εθνική ομάδα κατόρθωμα σχεδόν ισάξιο με την κατάκτηση του 2004 κι ίσως δυσκολότερο γιατί δείχνει διάρκεια και συνέπεια. Αν μάλιστα αναλογιστούμε πως αυτή η τελευταία επιτυχία ήρθε με μια νεότερη γενιά ποδοσφαιριστών – με τρεις “παλιούς” μόνο – σε σχέση με την ομάδα του Euro, η αξία του έργου του Γερμανού αποκτά άλλο βάρος γιατί αποδεικνύει πως δεν οφείλεται στη συγκυρία της συνύπαρξης ορισμένων καλών παικτών από μια καλή φουρνιά.
Αν είναι τόσο μαζοχιστής ώστε να μείνει για να μας οδηγήσει ως τη Νότιο Αφρική και δεν σηκωθεί να φύγει αύριο ως θριαμβευτής καβάλα στ’ άλογο, ο Οτο οφείλει να χτίσει πάνω σε αυτά τα δύο παιχνίδια που άλλαξαν το χαρακτήρα αυτής της ομάδας και τη συσπείρωσαν. Δεν το είχε καταφέρει μετά το θρίαμβο στην Κωνσταντινούπολη και η ομάδα πήγε χωρίς προσανατολισμό στην Αυστρία το 2008. Τώρα που ξαναβρήκαμε τη χημεία και την σωστή συνταγή ας μην αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη…