Διαχειριστής χωρίς εμπιστοσύνη
Στην Ελλάδα της φτωχής ποδοσφαιρικής παιδείας και της επιφανειακής γνώσης τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Στο παιχνίδι με τη Σπάρτα ο Χενκ τεν Κάτε καλείται κάτω από δύσκολες συνθήκες να κερδίσει και πάλι την εμπιστοσύνη των διοικούντων τον Παναθηναϊκό. Εκτός αποστολής Μάτος, Χριστοδουλόπουλος.
Ποτέ δεν ήμουν υπέρ των εύκολων λύσεων, όπως η αλλαγή προπονητή μετά από τα πρώτα στραβά αποτελέσματα. Συνήθως η ευθύνη που τους καταλογίζεται είναι δυσανάλογη με αυτή που τους αναλογεί, όπως βέβαια και ορισμένες φορές το μερίδιο που τους αποδίδεται στην επιτυχία είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό. Πάρτε για παράδειγμα τον Τεν Κάτε και τον Κετσπάγια.
Ο πρώτος ουσιαστικά έμεινε στη θέση του για δεύτερη σεζόν έχοντας αποτύχει παταγωδώς σε όλα τα μέτωπα, με μοναδικό ένθερμο υποστηρικτή τον Βγενόπουλο που αποχώρησε από το διοικητικό προσκήνιο λίγο καιρό μετά από το βέτο που έθεσε για την παραμονή του Ολλανδού. Ο δεύτερος, ήρθε μέσα σε κλίμα καχυποψίας και δυσαρέσκειας των οπαδών του Ολυμπιακού, η πλειοψηφία των οποίων ήταν εκείνη την εποχή πολύ θερμά υπέρ της παραμονής του Βαλβέρδε.
Αντιμετωπίζοντας αρκετά προβλήματα λόγω απουσιών και έλλειψης ετοιμότητας βασικών παικτών κι οι δύο κατέφυγαν σε ρηξικέλευθες επιλογές για να βρουν τη συνταγή της πρόκρισης. Κι ενώ θεωρητικά αυτές του Τεν Κάτε εμπεριείχαν φαινομενικά μικρότερο βαθμό ρίσκου από αυτές του Γεωργιανού που «τόλμησε» να αφήσει εκτός κοτζάμ Ντιόγο, Γκαλέτι και Μαρέσκα τελικά λόγω τύχης, ατομικών λαθών και διαφοράς δυναμικότητας των αντιπάλων, ο ένας βρέθηκε με το καλημέρα με την πλάτη στον τοίχο, ενώ ο άλλος κέρδισε πολλούς πόντους στην εκτίμηση των οπαδών της νέας του ομάδας.
Ολοι οι… προπονητογράφοι που έσπευσαν να «σταυρώσουν» με την κριτική τους τον Τεν Κάτε την επομένη του αγώνας της Πράγας, δεν είχαν εκφράσει καμία ένσταση και αντιθέτως τον αποθέωναν πριν από το παιχνίδι για την επιλογή της «δοκιμασμένης κι επιτυχημένης συνταγής που έφερε το 0-3 στη Βρέμη». Στην Ελλάδα της φτωχής ποδοσφαιρικής παιδείας και της επιφανειακής γνώσης τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Αν ο κακός Παναθηναϊκός είχε αξιοποιήσει τις 2 από τις 5 κλασσικές ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν ή αν οι δύο κεντρικοί αμυντικοί του δεν βρίσκονταν… σε άλλο γήπεδο εκείνο το βράδυ, τότε πιθανότατα ο Τεν Κάτε θα ήταν αυτή τη στιγμή καβάλα στο άλογο.
Όπως κι αν ο Ολυμπιακός δεν είχε την τύχη να προηγηθεί στο 1ο λεπτό από στημένη φάση και δεν είχε απέναντί του μια επιεικώς μετριότατη ομάδα, ο Κετσπάγια αντί για «ο μαέστρος που τόλμησε κι έβαλε μέσα τους πιο έτοιμους» θα μπορούσε να ήταν τώρα… «ο μάγειρας που άφησε έξω τους έμπειρους παικταράδες για να πειραματιστεί με τον χασογκόλη Μήτρογλου, τον άψητο Γιάννη Παπαδόπουλο και τον Ζαϊρί που είναι μόνο για το τσίρκο». Φυσικά η αλήθεια δεν βρίσκεται σε κανένα από τα δύο άκρα και η ευαίσθητη ισορροπία στη σχέση Κετσπάγια-οπαδών πρέπει να δοκιμαστεί και σε πιο δύσκολες συνθήκες για να δούμε αν θα εξελιχθεί σε σχέση εκτίμησης και εμπιστοσύνης.
Παρά τα οφέλη που θα μπορούσε να εξαργυρώσει ο Παναθηναϊκός με την παραμονή του – πιο σοφού πλέον τόσο για το υλικό της ομάδας του όσο και για την ελληνική πραγματικότητα – Τεν Κάτε, είχα εκφραστεί τον Μάιο κατά της επιλογής της διοίκησης, καθώς πίστευα (και πιστεύω) πως μετά από τόσες άστοχες επιλογές και αποτυχίες έχει γίνει πια εύκολος στόχος. Ο μεγαλομέτοχος Γιάννης Βαρδινογιάννης είναι γνωστό πως επιθυμούσε την απόλυσή του, οι μισοί παίκτες δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι τις αμφιλεγόμενες μεθόδους και τον παρορμητικό χαρακτήρα του, πολλοί φίλαθλοι απορούν ή και εκνευρίζονται με τις επιλογές του, ενώ ακόμη και ο Κώστας Αντωνίου δεν αντέχει άλλο να βλέπει τους πειραματισμούς και τις εμμονές του Ολλανδού να θέτουν σε κίνδυνο και της δική του θέση και παράλληλα να του παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης.
Είναι προφανές πως ο Τεν Κάτε δεν έχει πολλά στηρίγματα στην ομάδα. Πολλοί τον θεωρούν «καμένο χαρτί» και από όσα διέρρεαν από τη διοίκηση αμέσως μετά το παιχνίδι της Πράγας, φαίνεται πως θα είναι το εξιλαστήριο θύμα σε περίπτωση πρόωρου αποκλεισμού, ώστε με την έλευση νέου προπονητή να αλλάξει το κλίμα, να καλλιεργηθεί στον κόσμο η ιδέα για ένα ακόμη «νέο ξεκίνημα» και να μην καταστραφεί επικοινωνιακά και ψυχολογικά η σεζόν πριν καλά-καλά αρχίσει.
Σωστό ή λάθος θα κριθεί στην πορεία και ανάλογα με τον διάδοχο. Το θέμα είναι πως η διοίκηση κάνει όλα τα χατίρια ενός προπονητή, για τον οποίο η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του εξαντλείται μετά από το πρώτο παιχνίδι της σεζόν. Πως του χορηγείται το δικαίωμα να αποφασίζει εν λευκώ για να «αποκεφαλίσει» Γκούμα, Κλέιτον, Ιβανσιτς, Μάντζιο και Μάτος όταν δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ο ίδιος θα βρίσκεται στη θέση του μετά από λίγες εβδομάδες; Είναι σαν ο Παναθηναϊκός να έχει χρίσει διαχειριστή για όλα τα σοβαρά αγωνιστικά ζητήματα της ομάδας έναν άνθρωπο που δεν εμπιστεύεται πια σχεδόν κανένας…
Κι εδώ που τα λέμε, χωρίς να θέλουμε να γίνουμε κι εμείς μετά Χριστόν προφήτες αλλά με δεδομένη και εκφρασμένη εδώ και καιρό την εκτίμηση σε κάποιους παίκτες, είναι χειρότερο το δίδυμο Μόρις-Γκούμα από αυτό των Βύντρα-Καντέ ή Σαριέγκι; Εχει ο Παναθηναϊκός πολλούς παίκτες που μπορούν να περάσουν τη μπάλα σωστά στον Σισέ καλύτερα από τον Κλέιτον; Υπάρχει κανένας στο υπάρχον ρόστερ με την μοναδική ικανότητα του Ιβανσιτς στα στημένα που ξεκλειδώνουν τις κλειστές άμυνες; Και για να αναφερθούμε σε ένα θέμα που συνεχίζει να πληγώνει αγωνιστικά τον Παναθηναϊκό, πόσο πιο αόρατος θα μπορούσε να είναι ο Μάτος απ’ότι ήταν ο «αόρατος τοίχος» το βράδυ της περασμένης Τρίτης;
Αν η άποψη του μοναδικού αρμόδιου για να παίρνει τέτοιες αποφάσεις, Κώστα Αντωνίου, είναι ανάλογη με αυτή της πλειοψηφίας των φιλάθλων, γιατί συναίνεσε ο ίδιος σε αυτούς του αποκλεισμούς και μάλιστα για παίκτες που ο ίδιος επέλεξε να αγοράσει το προηγούμενο καλοκαίρι; Εκτός κι αν οι υπερεξουσίες του Τεν Κάτε αποτελούν διοικητική επιλογή, συνεπώς οι ευθύνες θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού.
Προς το παρόν, η ουσία είναι πως ο Παναθηναϊκός χάνει ή δεν αξιοποιεί καλούς παίκτες χωρίς να λαμβάνει σοβαρά οικονομικά ανταλλάγματα, την ώρα που δεν έχει καταφέρει να πείσει κανέναν πως το ρόστερ του είναι τόσο πλήρες σε όλες τις θέσεις ώστε να μην χρειάζεται άλλη μεταγραφή. Και ακόμη πως κινδυνεύει να μείνει εκτός Champions League, με μια μαύρη τρύπα στο ταμείο και χωρίς τον προπονητή που έκανε όλο το σχεδιασμό και την προετοιμασία, αρχίζοντας με τις χειρότερες προϋποθέσεις μια σεζόν με – δικαιολογημένα – πολύ μεγάλες προσδοκίες.