Φερέρ: “Δεν ένιωσα ποτέ αποτυχημένος”
Προτιμά το Μέγαρο Μουσικής από τα μπουζούκια, δηλώνει "κολλημένος" με το ποδόσφαιρο, χαρακτηρίζει θαρραλέο τον Ντέμη Νικολαϊδη και δηλώνει πως θα έφευγε από την ΑΕΚ αν ο κόσμος δεν ήταν ικανοποιημένος μαζί του. Αυτός είναι ο Λορένθο Σέρα Φερέρ.
Λορένθο Σέρα Φερέρ.
Ο Ισπανός τεχνικός της ΑΕΚ έδωσε συνέντευξη στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας “Τα Νέα”, “Ταχυδρόμος” , και μιλάει για τη ζωή του στην Ελλάδα και χαρακτηρίζει τον εαυτό του «αντισυμβατικό», εξηγώντας την επιλογή του να δουλέψει στη χώρα μας. Ξεκαθαρίζει ότι στο λεξιλόγιό του δεν υπάρχει η λέξη «αποτυχία» και αναφέρεται με τα καλύτερα λόγια στον Ντέμη Νικολαΐδη.
Αναλυτικά η συνέντευξη…
– Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο επίτευγμα σας;
«Αισθάνομαι πολύ τυχερός άνθρωπος, γιατί έχω ζήσει τόσο πολλά, που ούτε να τα φανταστώ μπορούσα. Γεννήθηκα σε ένα μικρό χωριό, έπρεπε ν’ ανεβώ τη σκάλα σιγά σιγά κι από πολύ χαμηλά. Ο πατέρας μου έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει μια πολυπληθή οικογένεια με πέντε παιδιά που φρόντιζε η μητέρα μου -μονίμως στο σπίτι. Ξεκίνησα να προπονώ μικρά παιδιά 12-13 χρόνων και έφτασα να προπονώ μια ομάδα που τη συγκροτούσαν τα μεγαθήρια του ποδοσφαίρου, όπως είναι η Μπαρτσελόνα. Ταυτόχρονα όμως αισθάνομαι πολύ τυχερός, γιατί, ώσπου να φτάσω σε αυτό το επίπεδο, πέρασα από πολλές ενδιάμεσες κατηγορίες. Και δεν κρύβω την ικανοποίησή μου από το γεγονός ότι πέρασα δέκα χρόνια από τη ζωή μου ως προπονητής στη Μαγιόρκα και έξι στην Μπέτις. Αισθάνομαι ότι έχω πραγματοποιήσει πολλές από τις επιθυμίες μου».
– Στην αναζήτηση του ευ ζην, πιστεύετε ότι υπάρχει χώρος και για τις τέχνες;
«Βεβαίως. Για όλες τις τέχνες. Εκτιμώ πολύ τους καλλιτέχνες με ταλέντο στη ζωγραφική και τη γλυπτική και υπολογίζω σημαντικά ό,τι ανήκει στην ιστορία, δηλαδή τις αρχαιότητες. Όμως, είμαι τόσο αφοσιωμένος στο ποδόσφαιρο, που μένει πολύ λίγος χρόνος για άλλες απολαύσεις».
– Οι αγαπημένοι σας καλλιτέχνες;
«Τον τελευταίο καιρό μου αρέσει πολύ η καινοτομία, η μοντέρνα τέχνη. Από τους παλιούς εκτιμώ πολύ τον Μιρό, από τους νέους τον Μιγκέλ Μπαρθελό. Αλλά μου αρέσουν και παλαιότεροι καλλιτέχνες.
– Προλάβατε να πάτε στην Ακρόπολη;
«Ναι, βέβαια. Και στην Ακρόπολη και στο Ηρώδειο. Δυστυχώς, δεν είχα την ικανοποίηση ακόμα να δω κάποια παράσταση».
– Μια και βρίσκεστε στην Ελλάδα, θα επιλέγατε ένα βράδυ στα μπουζούκια ή στο Μέγαρο Μουσικής;
«Στο Μέγαρο Μουσικής. Και το λέω κατηγορηματικά για έναν απλό λόγο. Δεν ξέρω να χορεύω καλά και είμαι αρκετά ντροπαλός. Γι’ αυτό θα αισθανόμουν πολύ καλύτερα στο Μέγαρο, ακούγοντας ένα κοντσέρτο κλασικής μουσικής -αλλά και ροκ, γιατί όχι ροκ; Βέβαια, ο αγαπημένος μου είναι ο Μότσαρτ. Υπάρχουν όμως και άλλα στιλ μουσικής που μου αρέσουν, ανάλογα με τη διάθεση. Μόνο με την τζαζ έχω πρόβλημα. Αν και την εκτιμώ, θα έλεγα ότι η τζαζ μου ταιριάζει λιγότερο».
– Ίσως λόγω του αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα της; Θέλετε να έχετε συνέχεια τον έλεγχο, ε;
«Α, όχι, όχι γι’ αυτό. Η αλήθεια είναι ότι κάποιες στιγμές όλοι έχουν ανάγκη να καταλύουν την τάξη. Καλοδεχούμενη, λοιπόν, η αταξία!».
– Έχετε δει ροκ live;
«Όχι».
– Δηλαδή πάτε στα γήπεδα μόνο για το ποδόσφαιρο;
«Ναι».
– Η ζωή σας είναι μόνο ποδόσφαιρο;
«Ναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Έχω αποκλειστική αφοσίωση στο ποδόσφαιρο. Όμως, πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα βάζω πάντα την οικογένεια και τους φίλους. Στο τέλος κρατάω και λίγα για τον εαυτό μου. Πάντως, το ποδόσφαιρο δεν μου επιτρέπει να πηγαίνω πολύ συχνά σε κοντσέρτα και συναυλίες, ούτε να παρατηρώ τη φύση, που μου αρέσει ιδιαίτερα. Εύχομαι, όταν βρω χρόνο να αφιερώσω σε όλα αυτά, να μην είναι αργά».
– Τα παιδιά σας ασχολούνται με το ποδόσφαιρο;
«Τα παιδιά μου αγαπούν το ποδόσφαιρο, γιατί ζουν κάθε μέρα μαζί του, όμως δεν ασχολούνται ιδιαίτερα. Ο γιος μου έχει τελειώσει Οικονομικά, η κόρη μου κάνει τουριστικές σπουδές».
– Τι διαβάζετε συνήθως;
«Διαβάζω αρκετά γύρω από το ποδόσφαιρο, γιατί πρέπει να ενημερώνομαι για τις τελευταίες εξελίξεις. Κατά τ’ άλλα είμαι λίγο αναρχικός αναγνώστης. Διαβάζω ανάλογα με την ψυχική μου κατάσταση. Αλλες φορές χάνομαι σε μυθιστορήματα με έντονη πλοκή και ίντριγκα, άλλοτε πάλι προτιμώ ιστορικά μυθιστορήματα που τα λατρεύω. Στις αναγνωστικές μου συνήθειες βάζω πάντα λίγη ποίηση και πολλή ψυχολογία, που με ενδιαφέρει ιδιαιτέρως. Δεν μπορώ να πω, στις αναγνωστικές μου περιπλανήσεις βρίσκω μεγάλη ποικιλία. Αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι ο Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Εκτός πάντως από το ότι έτσι ενημερώνομαι, το διάβασμα με ηρεμεί».
– Στην Ελλάδα λένε ότι ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός είναι κυρίως οι ομάδες που εκφράζουν το κατεστημένο -όπως στην Ισπανία η Ρεάλ. Αν είναι έτσι, υπάρχουν, νομίζετε, ομοιότητες μεταξύ της ΑΕΚ και της Μπέτις, την οποία προπονούσατε παλαιότερα;
«Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα χρόνο να επαληθεύσω όλα αυτά τα δεδομένα. Όμως έχω δει πως η ΑΕΚ είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, με οπαδούς που αγαπάνε το ποδόσφαιρο, έχουν πολύ πάθος, γι’ αυτό και υψηλό επίπεδο γνώσεων -φιλάθλους που ξέρουν να εκτιμούν και να αξιολογούν αυτό που βλέπουν».
– Στις συνεντεύξεις σας μετά τους αγώνες χρησιμοποιείτε πολύ συχνά τη λέξη «όραμα» και όχι τη λέξη «στόχος». Ποιο είναι το όραμά σας για την ΑΕΚ;
«Για να πετύχεις στόχους, χρειάζεσαι και κάποιο όραμα. Αμα δεν υπάρχει επιθυμία, δεν πετυχαίνεις τίποτα. Το όραμά μου για την ΑΕΚ είναι να βοηθήσω να μεγαλώνει κάθε μέρα, μαζί της να μεγαλώσει η ιστορία της και να μπορώ και εγώ να είμαι ένα ακόμα μέλος της οικογένειάς της».
– Πριν αναλάβετε την ΑΕΚ, δεν είχατε δουλέψει ποτέ εκτός Ισπανίας. Έχετε δηλώσει ότι ήρθατε στην Ελλάδα εξαιτίας του Ντέμη Νικολαΐδη. Όντως, αυτός μόνο ήταν η αιτία;
«Για να είμαι ειλικρινής, πριν έρθω, δεν είχα ιδιαίτερες γνώσεις για την ΑΕΚ. Η μεγαλύτερή μου επαφή ήταν όταν ήμουν στην Μπαρτσελόνα και έτυχε να αγωνιστούμε εναντίον της σημερινής μου ομάδας. Επηρεάστηκα από αυτά που μου εξέθεσε ο πρόεδρος και την οργάνωση που θα ήθελε να έχει. Αλλά για μένα αυτό που ανέλαβα ήταν κάτι σαν πρόκληση. Γιατί είναι σαν να ξεκινάω από την αρχή την καριέρα μου και μάλιστα σε μια χώρα, για την ποδοσφαιρική κουλτούρα της οποίας ήξερα ελάχιστα. Γνώριζα επίσης ότι το αθλητικό κομμάτι της χώρας δεν ήταν και το πιο δυνατό. Αλλά αυτές οι προκλήσεις προσωπικά με κάνουν πιο παθιασμένο. Γιατί, όταν έχεις ήδη πολλά παιχνίδια στο ισπανικό πρωτάθλημα, το να αποδεχτείς μια πρόκληση σαν αυτή δεν είναι εύκολο. Εδώ χρειάζεται, όπως λέμε, ‘να σηκώσεις τα μανίκια’. Γιατί πολλά από τα πράγματα στα οποία ήμουν συνηθισμένος και θεωρούσα δεδομένα εκεί, στην Ελλάδα πρέπει να τα δημιουργήσεις από την αρχή».
– Δώσατε ιδιαίτερο βάρος στην αρχή σ’ αυτό που ονομάζεται «team building» (χτίσιμο της ομαδικότητας). Βρήκατε δυσκολίες;
«Όχι, αντιθέτως. Ξέρετε, αυτό είναι ένα στοιχείο που κάνει χρήσιμο τον προπονητή. Για να πετύχεις, χρειάζονται πρώτα πολλή δουλειά και χρόνος και θέληση. Να μην υποχωρείς στις αντιξοότητες. Έπειτα, πρέπει να γνωρίζεις τις διαφορετικές προσωπικότητες που αποτελούν κάθε ομάδα, να τις ενώνεις στον κοινό σκοπό, τη νίκη -έτσι πείθεις και τον κόσμο για την αποτελεσματικότητά σου. Αυτό το σημείο πάντα απαιτεί και την περισσότερη δουλειά, αλλά μόνο αν συνεννοηθούν οι διαφορετικές προσωπικότητες σε ένα πνεύμα ομαδικότητας, μόνο τότε η ομάδα αποκτάει φόρμα και σχήμα».
– Το rotation που χρησιμοποιείτε στην ομάδα (παίζουν όλοι οι παίκτες, δεν υπάρχει σταθερή 11άδα) θεωρήθηκε αντισυμβατικό στοιχείο. Πόσο αντισυμβατικός αισθάνεστε;
«Είμαι αντισυμβατικός, γιατί αλλιώς δεν θα ερχόμουν να προπονήσω την ΑΕΚ. Θα έμενα στη χώρα μου να προπονήσω κάποια ισπανική ομάδα και θα είχα μια ζωή πιο ελεγχόμενη και πιο εύκολη».
– Λένε ότι μοιάζετε πολύ με τον Κώστα Σημίτη, τον πρώην πρωθυπουργό της χώρας μας, αν και όχι φυσιογνωμικά. Η δημόσια εικόνα σας παραπέμπει σε έναν πολύ σοβαρό, λίγο απόμακρο άνθρωπο, που πετυχαίνει τους στόχους του, είναι μεθοδικός και εμπνέει σεβασμό.
«Αμα έχει όλες αυτές τις αρετές, δεν μου φαίνεται περίεργο που ήταν ένας δημοφιλής πολιτικός».
– Γνωρίζετε τους κυρίους Καραμανλή και Παπανδρέου;
«Ναι, ναι, τον Παπανδρέου. Τον Ανδρέα Παπανδρέου. Αμα οι Έλληνες τον ήθελαν τόσο, για κάποιο σοβαρό λόγο θα τον ήθελαν. Αλλά η αλήθεια είναι πως δεν γνωρίζω πολλά για την ελληνική πολιτική σκηνή».
– Και η Ισπανία, όπως και η Ελλάδα, έχει σημαδευτεί από τις δικτατορίες που πέρασαν. Η σημερινή Ισπανία όμως δείχνει να ανεβαίνει πολύ στην Ευρώπη, ενώ η Ελλάδα προχωράει πιο αργά. Πού νομίζετε ότι οφείλεται αυτό;
«Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω αρκετές γνώσεις για να τα αξιολογήσω όλα αυτά. Είμαι εδώ μόνο πέντε μήνες και δυστυχώς, επειδή δεν μιλάω ελληνικά, είναι δύσκολο να μάθω περισσότερα. Το σημαντικό όμως είναι να μη μετανιώνουμε για τα πράγματα, να μην υποτιμούμε αυτό που έχουμε. Είμαι σίγουρος ότι η Ελλάδα, κρίνοντας και από την ποιότητα του Έλληνα πολίτη που έχω δει έως τώρα, είναι μια χώρα που θα προχωρήσει πολύ. Είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό».
– Δίνετε «δεύτερες ευκαιρίες» στη ζωή σας;
«Πάντα».
– Και τρίτες;
«Καμιά φορά».
– Ως τι θα θέλατε να σας θυμούνται;
«Ως ένα φυσιολογικό άνθρωπο».
– Για ποιο λόγο θα φεύγατε από την ΑΕΚ;
«Αν ο κόσμος δεν ήταν ικανοποιημένος μαζί μου. Ή όταν δεν θα έχω το απαραίτητο κίνητρο για να ξεπεράσω τον εαυτό μου και όσα θα έχουμε κάνει ώς εκείνη τη στιγμή».
– Έχετε την εμμονή του νικητή. Έχετε ποτέ απογοητευτεί, πιστεύοντας ότι αποτύχατε σε κάτι;
«Απογοητεύσεις, ναι, έχω περάσει. Αποτυχημένος δεν ένιωσα ποτέ. Για μένα η λέξη ‘αποτυχία’ δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο. Για όσους δουλεύουν με μεγάλη ένταση δεν υπάρχουν αποτυχίες. Υπάρχουν απογοητεύσεις γιατί δεν έχεις πετύχει το στόχο σου, αλλά, άμα έχεις δουλέψει με ένταση και αφοσίωση, δεν μπορείς να αισθάνεσαι αποτυχημένος. Αισθάνεσαι απογοητευμένος, αλλά ξανασηκώνεσαι με μεγάλη δύναμη. Και το σημαντικό δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο πέφτεις. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ξανασηκώνεσαι».
– Γιατί γίνατε προπονητής;
«Μου άρεσε πάρα πολύ το ποδόσφαιρο. Αλλά ως παίκτης υπέστην ένα σοβαρό τραυματισμό και γι’ αυτό δεν μπορούσα να συνεχίσω την ποδοσφαιρική μου καριέρα. Έτσι ξεκίνησα την προπονητική».