Φύσσας: “Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός”
Μια εβδομάδα πριν από την πρώτη μάχη της Εθνικής Ελλάδας στο Μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής, ο Τάκης Φύσσας, μιλώντας στην εφημερίδα "Goal", αναλύει τους αντιπάλους, δίνει τα προγνωστικά του, ενώ δεν παραλείπει να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του για την κριτική που δέχεται η ομάδα.
Το πρώτο ματς με τη Ν. Κορέα είναι το παν;
«Ναι, έτσι είναι. Γιατί η αρχή είναι το ήμισυ του παντός και δεν πρέπει να σκεφτόμαστε παρά μόνο αυτό το παιχνίδι. Αν κερδίσεις εκεί, έχεις άλλον αέρα. Το 2004 κερδίσαμε στην πρεμιέρα τους Πορτογάλους. Άλλο ότι πήραμε το τρόπαιο. Φάνηκε ότι θα πηγαίναμε καλά. Έτσι και τώρα. Από την άλλη, με ένα άσχημο αποτέλεσμα δεν τελειώνουν όλα. Μπορεί να προκριθούμε με δύο ισοπαλίες. Με μία ισοπαλία και μία νίκη. Δεν το ξέρει κανείς αυτό».
Τι στοιχεία βλέπετε από τους 3 αντιπάλους;
«Η Νότιος Κορέα είναι πολύ καλή ομάδα. Έχουν μάθει και παίζουν πολύ γρήγορα, γρήγορες πάσες. Σαν κουνούπια είναι, ζουζούνια! Τρέχουν, σε πιέζουν, πρεσάρουν ανά πάσα στιγμή. Τρέχουν πάνω από 90 λεπτά! Εκεί πρέπει εμείς να καταφέρουμε να βάλουμε το δικό μας τρόπο παιχνιδιού. Να μην μπούμε στη δική τους διαδικασία. Να μη φρικάρουμε που θα μας πιέσουν. Να είμαστε ψύχραιμοι, να αλλάζουμε την μπάλα όσο μπορούμε. Οι Νιγηριανοί έχουν τη δύναμη ως πρωταρχικό τους στοιχείο. Να μην μπούμε σε διαδικασία… τζαρτζαρίσματος μαζί τους. Να παίζουμε γρήγορα και απλά».
Τι πιστεύεις ότι μπορεί να καταφέρει η Εθνική στο Μουντιάλ;
«Η ομάδα μπορεί να περάσει στον επόμενο γύρο. Μετά τα ματς είναι νοκ άουτ. Όλα γίνονται. Μετά θα διασταυρωθούμε με τον όμιλο της Ν. Αφρικής. Μπορεί να είναι η Γαλλία. Μπορεί λοιπόν, όπως περάσαμε τότε, να περάσουμε και τώρα. Μπορούμε να προκριθούμε. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι θα παίξουμε με εύκολες ομάδες».
Κάποιοι λένε ότι πρέπει να ανανεωθεί η εθνική ομάδα. Οτι δεν έχει κίνητρα…
«Αν δεν υπήρχε η πρόκριση στο Μουντιάλ, θα υπήρχε μεγάλη γκρίνια. Μην πάμε, βεβαίως, και στο ότι επειδή προκριθήκαμε γίναμε… θεοί. Να έχουμε χαμηλά τα κεφαλάκια. Υπάρχει κίνητρο αυτήν τη στιγμή. Να κάνουμε μια αξιοπρεπή πορεία και βεβαίως να περάσουμε στον επόμενο γύρο.
Αν δεν έχεις στόχο, δεν μπορείς να πας εκεί μόνο για να…. πας. Θέλουμε να το ευχαριστηθούμε, αλλά να πάμε να παίξουμε μπάλα. Να μπούμε για να κερδίσουμε, όχι για να μη χάσουμε. Να διεκδικήσουμε ό,τι μπορούμε. Νομίζω ότι μετά και το πάθημα του 2008 θέλουμε να τα παίξουμε όλα τα ματς».
Κλήθηκε ο Πρίττας και συμπεριλήφθηκε τελικά στην 23άδα, όπως και ο Μαλεζάς. Ποια ήταν τα κριτήρια της επιλογής τους;
«Τον Πρίττα τον παρακολουθήσαμε σε πολλά ματς. Είναι από τα παιδιά, όπως ο Τζαβέλλας, ο Μαλεζάς, ο Καπετάνος, που επιβραβεύσαμε για τις εμφανίσεις τους στο πρωτάθλημα. Για την τελική 23άδα ο Οτο δυσκολεύτηκε αρκετά να αποφασίσει. Για τον Μαλεζά σίγουρα έπαιξε ρόλο ότι ο Μόρας τραυματίστηκε και θέλαμε ακόμα έναν κεντρικό αμυντικό. Για τον Τζαβέλλα είχαμε τέσσερα μπακ».
Θα τεθείτε αντιμέτωποι με τον Ντιέγκο Μαραντόνα…
«Τι να λέμε; Για μένα είναι ο κορυφαίος όλων των εποχών. Θα είναι τρομερή η στιγμή που θα τον έχουμε αντίπαλο και θα παίξουμε δίπλα του. Την περιμένω πώς και πώς. Εύχομαι να έχουμε πάει καλά στα δύο πρώτα ματς για να μπορέσουμε να ευχαριστηθούμε αυτή την εμπειρία. Εκείνη τη συνύπαρξή μας για 90 λεπτά».
Το κλίμα το 2008 δεν ήταν το καλύτερο στην Εθνική. Τώρα; Πώς πηγαίνει η Εθνική στο Μουντιάλ;
«Σίγουρα το 2008 είχε δημιουργηθεί ένα θέμα με το πρωτάθλημα. Τέλος. Να λέμε την αλήθεια. Ποιος πήρε τότε το πρωτάθλημα, πώς το πήρε ο Ολυμπιακός, είχαν επηρεαστεί κάποιοι παίκτες και τους είχε βγει κάπως. Οχι ότι πάμε στην Εθνική να δημιουργήσουμε πρόβλημα. Το δηλώνω αυτό με σιγουριά.
Ομως όλο αυτό έπαιξε το ρόλο του. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Υποσυνείδητα. Τώρα το κλίμα είναι πολύ καλό. Μετά τη Μολδαβία είχα πει κάποια πράγματα και κάποιοι βγήκαν με “βόμβες Φύσσα”.
Είχα πει κάποια πράγματα που δεν μου άρεσαν. Είχα μιλήσει με τα παιδιά τότε και είχαμε συζητήσει ποια πράγματα δεν έπρεπε να ξαναγίνουν στην Εθνική. Νομίζω ότι το κατάλαβαν όλοι. Είμαστε χρόνια μαζί με κάποια παιδιά και ανέκαθαν υπήρχαν κόντρες μεταξύ μας. Και το 2004. Ποτέ δεν βγήκαν προς τα έξω. Ανέκαθεν υπήρχαν κόντρες. Στο πώς θα κατέβει η ομάδα, είτε πώς θα κατέβει ο αντίπαλος.
Μίλαγε ο ένας, φώναζε ο άλλος, υπήρχαν εντάσεις. Ξεχνιόνταν στο λεπτό. Το άλλο θέμα που με είχε πειράξει ήταν η πίστη στο συμπαίκτη μας. Το 2004 λέγαμε “με κλειστά τα μάτια σε εμπιστεύομαι”. Υπήρχε μία καχυποψία. Δεν πίστευε ο ένας στον άλλο. “Δεν του έχω πολλή εμπιστοσύνη αυτού που θα παίξει”. Αυτό έπρεπε να εξαλειφθεί.
Από τη στιγμή που ο προπονητής έκρινε ότι κάποιος είναι στην Εθνική, είναι ικανός και να παίξει. Τέλος. Ή η αντίδραση μετά την ήττα. Οι αντιδράσεις που είδα για παράδειγμα μετά την ισοπαλία στη Μολδαβία δεν μου άρεσαν. Οχι. Μετά την ήττα, εκεί! Να βοηθήσουμε την κατάσταση.
Είμαστε πειθαρχημένοι, είμαστε έμπειροι, θα στενοχωρηθούμε, θα ρίξουμε και μία… μπουνιά στο τραπέζι, αλλά δεν θα ξεφύγουμε. Αυτοί που έπρεπε να τα ακούσουν, τα άκουσαν. Ο νοών νοείτω. Δεν το έκαναν με κακία, νομίζω. Το έκαναν από την αγανάκτησή τους γιατί ήθελαν να πάμε καλά».
Εχει λυθεί αυτό;
«Ναι, σε πολύ μεγάλο ποσοστό. Αλλωστε, πάντοτε υπάρχει και άλλος τρόπος για να λυθεί».
Θεωρείς ότι κάποιος σε αυτή την εθνική ομάδα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο φυσικός ηγέτης της;
«Η αλήθεια είναι ότι θέλω πολύ να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Έχουμε τους παλιούς παίκτες, όπως ο Καραγκούνης, ο Κατσουράνης, ο Χαριστέας, ο Σεϊταρίδης, όλα τα παιδιά του Euro, ο Χαλκιάς που είναι πολύ έμπειρος. Όμως δεν υπάρχει κάποιος, δεν εμπνέει κάποιος όπως ο Ζαγοράκης, ας πούμε. Δεν υπάρχει ένας τέτοιος. Το θεωρώ φυσιολογικό όμως. Δεν σημαίνει ότι επειδή είσαι μεγάλος παίκτης μπορείς να εμπνέεις και τους υπόλοιπους. Ο καθένας είναι ξεχωριστός. Ο Ζαγοράκης ενέπνεε αυτό το πράγμα. Χωρίς να λέει πολλά, το ενέπνεε. Ήταν από φυσικού του, το “είχε” που λέμε. Πώς να το κάνουμε; Οι άλλοι δεν το έχουν. Έχουν άλλα στοιχεία. Δεν σημαίνει βεβαίως ότι η ομάδα υπολείπεται σε κάτι».
Πόσο μακρινό σου φαίνεται το 2004;
«Καλή ερώτηση. Οπως το λές, ούτε κοντινό μου φαίνεται ούτε μακρινό. Πέρασαν έξι χρόνια. Δεν μπορώ να σου το πω. Οσο για μένα, όταν περνάω την πόρτα αυτού του ξενοδοχείου, είτε σαν παίκτης μετά το 2004 είτε σαν τεχνικός διευθυντής τα τελευταία δύο χρόνια, το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι αυτό.
Δηλαδή, υπάρχει αυτή η αύρα όταν συναντιόμαστε. Με τον Καραγκούνη, τον Σεϊταρίδη, τον Κατσουράνη, τον Χαλκιά, όταν τους βλέπω εδώ, είναι σαν να τους βλέπω τότε να πανηγυρίζουμε. Αυτές οι στιγμές ήταν τόσο έντονες, μα τόσο έντονες, που πραγματικά είναι χαραγμένες. Πετύχαμε ένα πράγμα απίστευτο, ανήκουστο! Πόσο ευτυχισμένους κάναμε κάποιους ανθρώπους. Πόσο υπερήφανους. Αυτό δεν ξεπληρώνεται με τίποτα. Αυτός ο Ιούνιος νομίζω ότι φτάνει για μια ζωή».
Πώς προσεγγίζει τους παίκτες ο Ρεχάγκελ;
«Δεν είναι ο άνθρωπος που θα σε πιέσει. Θα σου βγάλει αυτό που θέλει αγωνιστικά, με τον τρόπο του. Ο Οτο σου μιλάει σαν ψυχολόγος. Το νιώθεις. Από την άλλη, ξέρεις πολύ καλά ως παίκτης, το καταλάβαμε όλοι, ότι ο Οτο είναι αληθινός, είναι “διαμάντι”. Οτι τα κριτήριά του είναι αγωνιστικά.
Εβλεπες ότι ενώ σου έλεγε “έτσι” εσένα, δεν έκανε μετά άλλα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για τον ποδοσφαιριστή. Οτι δεν επηρεάζεται από κανένα. Τον βλέπαμε μετά τις ήττες. Πώς τις διαχειριζόταν. Η ψυχραιμία του στις επιτυχίες. Εκεί να δεις. Πρόσφατα στην Ουκρανία γινόταν χαμός στο αεροπλάνο, Παναγία μου, και πώς προσγειωθήκαμε! Το αεροπλάνο ήταν ένα… κινούμενο πούρο. Εκείνος στη θέση του απτόητος! Σηκώθηκε μόνο να σβήσει τα κεράκια στην τούρτα για τα 100 παιχνίδια του στην Εθνική».
Ο Ρεχάγκελ έχει κατακριθεί για κάποιες επιλογές του. Αγωνιστικές ή σε κλήσεις παικτών…
«Πρέπει να καταλάβουν όλοι ότι εδώ δεν είναι μια δουλειά που σε προσλαμβάνω και όλα ΟΚ. Αν δεν αρέσεις στον προπονητή, δεν πάει να αρέσεις σε όλο τον κόσμο; Δεν αρέσεις σε αυτόν. Αν δεν έχεις αυτό που θέλει εκείνος, τι να κάνουμε δηλαδή; Πρέπει να το αποδέχεσαι. Κάποιες περιπτώσεις είναι φανερές, ενδεχομένως και εσείς ακόμα οι δημοσιογράφοι να λέτε ότι πρέπει να κληθεί κάποιος.
Ομως ο προπονητής είναι αυτός που αποφασίζει. Ο Οτο, τον ξέρω καλά, έχει κριτήρια αγωνιστικά. Δικά του. Ούτε ποιον γράφουν οι εφημερίδες ως διακριθέντα, ούτε ποιος κάνει τις περισσότερες συνεντεύξεις, ούτε ποιος είναι ο πιο δημοφιλής. Ούτε ποιον του υποδεικνύουν. Καλά, ιδίως αυτό».
Δηλαδή; Οταν καταλάβει ότι πάει κάποιος ή κάποιοι να του υποδείξουν κάτι, τρελαίνεται;
«Aκριβώς. Και αυτό συνέβαινε και από πιο παλιά. Το έχω μάθει και από τον ίδιο και από τον Τοπαλίδη. Οταν του έλεγαν κάτι, έκανε το ακριβώς αντίθετο! Για παράδειγμα, εγώ και αυτός υπάρχουν περιπτώσεις που έχουμε συμφωνήσει σε όλα και υπάρχει και παράδειγμα για έναν παίκτη που του έλεγα ότι είναι αναγκαίος στην ομάδα και διαφωνήσαμε.
Και πολύ ανοικτά μάλιστα. Και το εκτιμάει αλλιώς. Λέει ότι “ούτε αυτός είναι κανένα τσιράκι, ό,τι του λέω να λέει ναι”. Ούτε, όμως, μου επιβάλλει τη γνώμη του και τα κάνει λίμπα».
Εχει αλλάξει ο Οτο όλα αυτά τα χρόνια; Τον ξέρεις πολύ καλά και ως παίκτης και στο νέο σου πόστο…
«Σε κάποια πράγματα έχει αλλάξει. Χωρίς όμως τα πολύ υψηλά στάνταρ του, όπως εκείνος κρίνει και αποφασίζει, να διαφοροποιούνται. Σε βασικές αρχές δηλαδή. Απλώς, σε κάποια πράγματα έχει γίνει πιο ευέλικτος».
Πώς βλέπεις την παραμονή του Ότο Ρεχάγκελ μετά το Μουντιάλ;
«Είναι όλα πολύ ανοικτά. Δεν μπορώ να πω τίποτα. Έχουν περάσει και 9 χρόνια. Δεν ξέρω πώς θα το δει και ο ίδιος. Έχουμε πει με τον πρόεδρο και τον Οτο να συζητήσουμε μετά το Μουντιάλ. Να είναι σίγουροι όλοι οι Ελληνες ότι την Εθνική μας θα την προσέξουμε ό,τι και αν γίνει. Γιατί η Εθνική θα συνεχίσει και μετά τον Οτο, με αυτούς τους παίκτες, με τους μελλοντικούς, με τον Φύσσα και χωρίς αυτόν. Δεν σταματάει. Να είναι σίγουροι όλοι ότι θα έχουμε την καλύτερη δυνατή λύση. Είτε είναι ο Οτο είτε όχι».
Κατά καιρούς πολλοί εκ των διεθνών έχουν αναφερθεί στο ρόλο σου. Οτι έχεις συμβάλει κατά πολύ στη δημιουργία ενός κλίματος που βοηθάει πολύ την Εθνική…
«Και εγώ θα ήθελα να υπήρχε ένας ποδοσφαιριστής χρόνια που να μπορεί να καταλαβαίνει τι θέλουν οι παίκτες. Τους έδωσα να καταλάβουν βέβαια ότι, πέραν των αιτημάτων που τυχόν έχουν, γιατί αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές, έχουν και υποχρεώσεις. Με διάλογο, με ωραίο τρόπο.
Μόνο έτσι μπορεί να καταλάβει ένας παίκτης και να μπει στο ρόλο του. Δεν παίζει μόνο ποδόσφαιρο ή έχει μόνο αιτήματα. Εχει και υποχρεώσεις, προς τον προπονητή, τον πρόεδρο, πρέπει να γνωρίζει μέχρι πού φτάνουν τα όριά του όσον αφορά τη συμπεριφορά του. Προσπάθησα να τους δείξω ότι πάνω απ’ όλα έχω καταλάβει εγώ το ρόλο μου. Ηταν και ο προπονητής.
Και στα μάτια του Οτο έπρεπε να δείξω ότι δεν είμαι ο παίκτης που μπορεί να μου λέει ό,τι θέλει, αλλά ότι είμαι ο συνεργάτης του. Η πρώτη κουβέντα του Οτο ήταν η εξής: ”Σε εκτιμώ πάρα πολύ, ήξερα ότι κάποια στιγμή θα αναλάβεις αυτόν το ρόλο από τότε που σε είχα παίκτη και το είχα προτείνει από τότε. Απλώς θα μιλάμε για ο,τιδήποτε, εκτός από τους παίκτες που θα παίρνω”».
Να ξεκαθαρίσει το τοπίο δηλαδή…
«Και μου είπε ότι “ούτε στον πάγκο θα κάθεσαι, μακριά. Θα κοιτάς απ’ έξω”. Και του λέω: “Θα σου πω και εγώ δύο πράγματα. Πρώτον, δεν θέλω να κάθομαι στον πάγκο, γιατί δεν είναι η θέση μου εκεί. Και δεύτερον, όσον αφορά τους παίκτες πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα χρειαστείς τη βοήθειά μου.
Εκτιμώ που μου το είπες, όμως, και θα είμαι μακριά”. Επειτα από δύο χρόνια συζητάμε για όλους τους παίκτες. Μου ζητάει τη γνώμη μου πάντοτε όταν είναι να καλέσουμε έναν παίκτη. Εκείνος παίρνει την τελική απόφαση βέβαια. Ο Οτο θέλει να τσεκάρει. Είναι να σε εμπιστευτεί. Οτι ”του έχω εμπιστοσύνη, ρωτάω τη γνώμη του, αποφασίζω”. Εμένα αυτό μου έφτανε, διότι είχα μπει ενεργά στο να βοηθώ τον προπονητή να κάνει τις σωστές κινήσεις».
Σταδιακά μπήκαν στην Εθνική στοιχεία που ήταν άγνωστα… Πήρατε το Euro το 2004 και το ρόλο του γυμναστή είχε ο Γιάννης Τοπαλίδης. Τώρα υπάρχει όμως…
«Εχεις δίκιο. Ηταν απαραίτητο να υπάρχει, όπως είπες, ένας γυμναστής. Ο κ. Τοπαλίδης είχε κουραστεί, είχε γίνει… λάστιχο. Επρεπε να κάμψω τον Ρεχάγκελ. Να καταλάβει ότι, Οτο, σου έχω πλήρη εμπιστοσύνη, αλλά θα φέρω ένα γυμναστή που θα είναι στα κυβικά μας».
Πώς έπεισες τον Ρεχάγκελ;
«Το πιστεύεις ότι μόλις του το είπα, μου είπε “ναι”; Και με το που τον είδε (τον Νεκτάριο Πανταζή) μου είπε “Τάκη, έχεις δίκιο. Φαίνεται καλό παιδί”. Και ενώ ήταν πολύ δύσκολος αρχικά.
Ο Ρεχάγκελ δεν θέλει έναν άνθρωπο να μπει στην ομάδα και να το “παίζει” ότι… κάποιος είναι. Επρεπε να φέρω ανθρώπους που να είναι όχι μόνο καλοί επαγγελματίες αλλά και συνεργάσιμοι με τον Οτο. Είναι δύσκολος, υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να υπερβείς».
Δηλαδή;
«Για παράδειγμα, ο γυμναστής δεν θα μπορούσε ποτέ να πει ότι “θα κάνουμε αυτό στην προπόνηση«. Φυσικά εκφράζει την άποψή του. Αλλά δεν θα μπορούσε να πει »ο προπονητής θέλει να κάνει αυτό, εγώ θέλω να κάνω το… άλλο”. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα εκφράζει την άποψή του επαγγελματικά, έτσι;».
Θεωρείς ότι η Εθνική έχει δεχτεί σκληρή και ίσως άδικη κριτική κάποιες στιγμές;
«Δεν θα έλεγα ότι είναι άδικη. Απλώς θα έλεγα ότι είναι…(σκέφτεται). Είναι αναίτια. Όχι, ρε παιδιά, τώρα που αυτή η Εθνική έχει καταφέρει σε αυτά τα 10 χρόνια να πάει σε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις. Τι περιμένουν να παίξουμε; Δεν προσελκύουμε με το ποδόσφαιρό μας.
Οκ. Ελάτε να πάμε μία βόλτα να δούμε τις υποδομές μας. Πού κάναμε προπονήσεις. Εμείς το 2004, που τρέχαμε στο Ζηρίνειο, στη Νέα Σμύρνη, στου Εθνικού και σαν ζητιάνοι πηδάγαμε τα κάγκελα. Όχι τώρα που γίναμε σοβαρή ομάδα, που έρχονται οι παίκτες με πρώτο μέλημά τους την Εθνική. Όχι τώρα που είμαστε απόλυτα σεβαστοί σε όλη την Ευρώπη.
Μην τα σβήνουμε όλα αυτά με μία άσχημη εμφάνιση, με ένα μη ελκυστικό ποδόσφαιρο, με μία μη πρόκριση. Καταλαβαίνω την κριτική. Δεν γίνεται να μην παίζεις καλά και όσες δάφνες και αν έχεις να περνάς στο απυρόβλητο. Και ο Οτο έχει κάνει λάθη. Αλλά όχι να φτάνουμε στην απόλυτη απαξίωση και του προπονητή και των παικτών. Όχι ότι δεν υπάρχει ο Οτο και ότι δεν υπάρχουν οι παίκτες. Τι είναι αυτό το “δεν υπάρχει” πια; Μου χτυπάει στα μηνίγγια! Όλοι υπάρχουμε, ρε παιδιά! Όλοι κάτι κάνουμε».