Η αστάθεια και η επιθυμία του ΠΑΟΚ στα πλέι οφ
Η διαφορά των τριών βαθμών στα πλέι οφ από τον πρώτο Παναθηναϊκό είναι σημαντική, αλλά ανατρέψιμη. Η διαφορά, όμως, της εικόνας του περσινού σταθερού ΠΑΟΚ από την φετινή ασταθή ομάδα είναι ανατρέψιμη; Θα το δούμε τον Μάιο.
Το παιχνίδι εξόδου στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ και φέτος είναι ανοιχτό για τον ΠΑΟΚ, παρότι το υπό κάλυψη χάντικαπ από τον πρώτο είναι μεγαλύτερο. Το ρόστερ παρέμεινε ίδιο και όχι μόνο αυτό, αλλά ισχυροποιήθηκε με την ενσωμάτωση παικτών, όπως ο Σαλπιγγίδης και ο Ελ Ζαρ, αλλά η ειδοποιός διαφοροποίηση της περσινής από την φετινή ομάδα εστιάζεται σε έναν τομέα καθοριστικό στο ποδόσφαιρο που ονομάζεται σταθερότητα απόδοσης.
Η περυσινή ομάδα χαρακτηριζόταν από μια αξιοθαύμαστη σταθερότητα στην απόδοσή της και απώλεσε την δεύτερη θέση στην κανονική περίοδο μόλις τις τελευταίες αγωνιστικές μετά την μεγάλη απογοήτευση από την απώλεια της κατάκτησης του πρωταθλήματος. Ήταν μια ομάδα που ήξερες ότι δύσκολα θα “πετά” στο γήπεδο, αλλά και επίσης δύσκολα θα “σέρνεται”.
Αντιθέτως η φετινή ομάδα χαρακτηρίστηκε από μια συνεχή αστάθεια στην απόδοσή της, πραγματοποιώντας μια… ντεμί – σεζόν. Εάν εξαιρεθεί το πρώτο τρίμηνο (Νοέμβριος έως και Ιανουάριος) ανάληψης της τεχνικής ηγεσίας από τον Μάκη Χάβο, κατά το οποίο ο ΠΑΟΚ έκανε ένα εντυπωσιακό ντεμαράζ, σε όλο το υπόλοιπο διάστημα της σεζόν, η ομάδα της Θεσσαλονίκης ήταν ή του ύψους ή του βάθους.
Για παράδειγμα στις 2 Φεβρουαρίου κέρδισε με 1-0 τον Ολυμπιακό μέσα στην άδεια Τούμπα, παίρνοντας πανηγυρική πρόκριση στο κύπελλο και στις 6 Φεβρουαρίου ηττήθηκε με 0-1 από τον Παναθηναϊκό στην κατάμεστη Τούμπα, απογοητεύοντας τους οπαδούς του. Επίσης, στις 6 Μαρτίου συνετρίβη από την ΑΕΚ με 4-0 στο ΟΑΚΑ και στις 13 Μαρτίου ξανακέρδισε τον Ολυμπιακό στη Τούμπα με 2-1, σπάζοντας μια αρνητική παράδοση πολλών χρόνων στο πρωτάθλημα.
Η σοβαρή διαφορά απόδοσης της ομάδας σε παιχνίδια που απείχαν μόνο λίγες μέρες μεταξύ τους ήταν το σήμα κατατεθέν του φετινού ΠΑΟΚ και το βασικό του μειονέκτημα, που τον οδήγησε στην τέταρτη θέση της κανονικής περιόδου του πρωταθλήματος και στον αποκλεισμό από τον τελικό του κυπέλλου.
Συνεπώς, η αισιοδοξία για την επίτευξη μιας ανάλογης επιτυχίας στα πλέι οφ, όπως της περσινής, είναι συγκρατημένη. Άλλωστε και η εμπιστοσύνη του κόσμου, αλλά και της ίδιας της ομάδας στον εαυτό της είναι κλονισμένη και σίγουρα όχι αυτή που ήταν πέρυσι τέτοια εποχή. Τότε ο ΠΑΟΚ είχε χάσει, μεν, το πρωτάθλημα, αλλά αναγνωρίζονταν απ’ όλους ως η πιο σταθερή και συγκροτημένη ομάδα της χώρας. Φέτος, δεν μπορεί να το πει κανείς αυτό. Ούτε καν ακόμα και οι φίλαθλοί του, ή οι ίδιοι του οι παίκτες.
Το ποδόσφαιρο, όμως, όπως και ο αθλητισμός, διαθέτουν στο γονίδιό τους το μαγικό φίλτρο του απρόβλεπτου και της έκπληξης. Τα προγνωστικά υπάρχουν για να καταρρίπτονται και οι προβλέψεις πολλές φορές πέφτουν έξω. Συνεπώς, η ελπίδα εξόδου για τρίτη φορά στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ είναι ζωντανή. Και ποιος ξέρει; Ίσως η τρίτη φορά αποδειχθεί κάθε άλλο παρά φαρμακερή και το όνειρο των φιλάθλων του ΠΑΟΚ για συμμετοχή της ομάδας τους σε όμιλο του Τσάμπιονς Λιγκ γίνει επιτέλους πραγματικότητα.
Παρασύρθηκα, όμως, σε ένα άλμα ανεπίκαιρο σκέψης, αφού όλα έχουν ως βασική προϋπόθεση συζήτησης την κατάληψη της πρώτης θέσης από τον ΠΑΟΚ στα πλέι οφ. Κάτι που είναι δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο, εάν λάβουμε υπόψη μας τα εσωτερικά προβλήματα του Παναθηναϊκού και την αστάθεια απόδοσης που χαρακτηρίζει και την ΑΕΚ.
Όσον αφορά το ανιαρό παιχνίδι με την Κέρκυρα, ήταν ένα ματς που δεν προσφέρεται για πολλές αναλύσεις. Ήταν ένας αγώνας κατά την διάρκεια του οποίου, προφανώς, βαριούνταν και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές των δυο ομάδων, ιδίως μετά το 2-0, ενώ το αυτί και η σκέψη όσων φίλων του ΠΑΟΚ βρισκόταν στο γήπεδο ή στα σπίτια τους ήταν στην εξέλιξη του αμφίρροπου αγώνα Ολυμπιακού Βόλου – Παναθηναϊκού.
Είναι ενδεικτικό, ότι ειδικά το τρίτο γκολ της ομάδας του Βόλου ξεσήκωσε πανηγυρισμούς στη Τούμπα ίσως μεγαλύτερους και από τα γκολ του ΠΑΟΚ, για ευνόητους λόγους, αφού έμεινε ο Άρης εκτός πλέι οφ. Αυτή ήταν η εικόνα του αγώνα εν ολίγοις.
Κλείνοντας, θεωρώ ότι η επιθυμία και η φιλοδοξία για διάκριση στα πλέι οφ είναι το καθοριστικό στοιχείο που θα κρίνει το ποια ομάδα θα πάρει το εισιτήριο για τα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ της ερχόμενης περιόδου. Οι βαθμολογικές διαφορές των ομάδων στην εκκίνηση των πλέι οφ ίσως αποδειχτούν μικρές και ασήμαντες μπροστά στην κοινή και σφοδρή επιθυμία και φιλοδοξία ενός γκρουπ ανθρώπων για διάκριση. Αυτή είναι η μεγάλη και ανίκητη κινητήριος δύναμη, όχι μόνο στον αθλητισμό, αλλά και στην ίδια την ζωή. Εάν οι παίκτες του ΠΑΟΚ έχουν πραγματικά την ίδια ακόρεστη δίψα για διάκριση που είχαν πέρυσι, συγκεντρώνουν πολλές πιθανότητες να πάρουν την πρώτη θέση στα πλέι οφ.