ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Η λογική της επιλογής Γκρέταρσον

Τον Άρναρ Γκρέταρσον τον θυμόμαστε όλοι, στο τελείωμα των 90s, να είναι ένας από τους πιο συνεπείς και δουλευταράδες ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ. Αλλά και αθόρυβους. Και με τον “Ντούντου” Ντουμιτρίου την πρώτη σεζόν (97-98) αλλά και αργότερα με Στεπάνοβιτς, Μπλαχίν και ολίγον από Τουμπάκοβιτς και τον αείμνηστο Παθιακάκη.

Η λογική της επιλογής Γκρέταρσον

Κλασικό “οχταράκι” που δούλευε (κυρίως) ανασταλτικά, αλλά ως ένα βαθμό και δημιουργικά. Από τον Φεβρουάριο του 2000 που ο Παθιακάκης τον έβαλε αλλαγή στο 80′ σε ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό, ο Γκρέταρσον δεν ξανάπαιξε στην ΑΕΚ, το ίδιο καλοκαίρι μετακόμισε στη Λόκερεν και αρκετά από τα χαφ που ήρθαν την επόμενη διετία στη Ν.Φιλαδέλφεια δεν ήταν καλύτερα από τον Ισλανδό. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Γκέταρσον βρίσκεται προ των πυλών της ΑΕΚ. Για τη μεγάλη επιστροφή, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες και σε άλλο πόστο.

Συνέντευξη

Ο Ισλανδός θα έρθει προς το τέλος της ερχόμενης εβδομάδας στην Αθήνα και με βάση το πλάνο του Αδαμίδη, θα περάσει από… συνέντευξη στο διοικητικό συμβούλιο για να εγκριθεί η πρόσληψή του. Κατά πληροφορίες θα κληθεί μάλιστα να είναι παρών στη διαδικασία και ο ίδιος ο Μπάγεβιτς. Να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Το αυτονόητο, δηλαδή. Ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα της διοίκησης να επιλέξει τον τεχνικό διευθυντή που κρίνει πως κάνει γι’ αυτή τη δουλειά, χωρίς να ερωτηθεί ο προπονητής. Ή κι αν ερωτηθεί, η γνώμη του δεν μπορεί να είναι δεσμευτική, παρά μόνο συμβουλευτική. Το μοντέλο του τεχνικού διευθυντή είναι μια ιστορία πονεμένη στην Ελλάδα. Ψάχνουμε συνεχώς να βρούμε ή να ανακαλύψουμε πράγματα, αν ο τεχνικός διευθυντής θα είναι πιο πάνω ή πιο κάτω από τον προπονητή, αν θα τον καπελώνει, αν θα κάνει μετεγγραφές χωρίς να τον ρωτάει και άλλες τέτοιες και παρεμφερείς ιστοριούλες.

Εκτιμώ πως δεν υπάρχει κάποιο στάνταρ, για τις αρμοδιότητες του τεχνικού διευθυντή. Που αρχίζουν και που τελειώνουν. Στην Αγγλία, δεν ευδοκιμεί αυτό το… φρούτο, εκεί είναι πανίσχυρος ο προπονητής που έχει ουσιαστικά και το ρόλο του τεχνικού διευθυντή. Νομίζω και στη Γαλλία δεν έχει τόση μεγάλη πέραση. Σε άλλες χώρες, πάλι, είναι αλλιώς τα πράγματα. Ο Βαλντάνο αν θέλει να κάνει μια μετεγγραφή δεν θα ρωτήσει κανέναν Πελεγκρίνι. Ο Μπεκιριστάιν από την άλλη δεν θα μπορέσει να “καπελώσει” τον Γκουαρδιόλα. Ο Μόντσι στη Σεβίλη λύνει και δένει από την εποχή του Χουάντε Ράμος. Ο Ρούι Κόστα πανίσχυρος στην Μπενφίκα. Και στην Ιταλία λίγο πολύ είναι το ίδιο, στη δε Γερμανία ο τεχνικός διευθυντής μερικές φορές βγαίνει και πιο πάνω από τον πρόεδρο ( Ούλι Χένες τρεις δεκαετίες, Κλάους Άλοφς στην Βέρντερ, ο Κάλμουντ παλαιότερα στη Λεβερκούζεν).

Ο Αδαμίδης επέλεξε τον Γκρέταρσον, καταρχάς μετά από εισήγηση του Κιντή. Δεν του τον επέβαλλε όμως ο προκάτοχος του… προκάτοχου του Αδαμίδη. Ο ίδιος ο δικηγόρος μίλησε με τον Ισλανδό και (φαίνεται να) πείστηκε ότι του κάνει μια χαρά για τη δουλειά που τον θέλει. Για την τεχνοκρατική του αντίληψη. Για το γεγονός ότι είναι άφθαρτος και έξω από μανατζερίστικα κυκλώματα. Για την προοπτική που ανοίγει να απλώσει δίχτυα η ΑΕΚ στην βορειοευρωπαϊκή αγορά. Πιθανώς να γίνει απ’ αυτό το καλοκαίρι η στροφή, από latin και ισπανόφωνες χώρες, προς τη Βόρεια Ευρώπη. Για περιπτώσεις φτηνών και αξιόλογων ποδοσφαιριστών, με ταλέντο και προοπτική εξέλιξης.

Δείγμα προθέσεων

Από κει και πέρα, η επιλογή Γκρέταρσον ερμηνεύεται από αρκετούς και ως ένα πρώτο δείγμα των προθέσεων του προέδρου απέναντι στον προπονητή. Όχι επειδή το καλοκαίρι του 2002 ο Μπάγεβιτς φέρεται να “έκοψε” τον Γκρέταρσον και στη θέση του προτιμήθηκε ο Κατσουράνης. Αυτά δεν παίζουν κανένα ρόλο. Το ζήτημα είναι ότι ο Αδαμίδης επιλέγει έναν τεχνικό διευθυντή με τον οποίο θα συνεργάζεται και θα επικοινωνεί ο ίδιος και όχι ο (νυν) προπονητής. Ο Αδαμίδης επιλέγει έναν τεχνικό διευθυντή που θα έχει αυξημένες αρμοδιότητες στο κομμάτι των μετεγγραφών, που θα συνεργάζεται ασφαλώς με τον προπονητή, αλλά θα κρατά τον τελευταίο λόγο.

Το αν κάνει ή όχι “γκελ” το όνομα του Γκρέταρσον στον κόσμο της ΑΕΚ είναι το τελευταίο πράγμα που θα πρέπει να ενδιαφέρει μια διοίκηση. Όπως επίσης δεν νομίζω ότι ευσταθεί ως επιχείρημα, το γεγονός ότι στο βιογραφικό του Ισλανδού δεν υπάρχει προϋπηρεσία στο πόστο του τεχνικού διευθυντή. Ούτε ο Ίλια Ίβιτς είχε το 2004 ούτε εκατοντάδες άλλοι παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές που κρέμασαν τα παπούτσια και την άλλη μέρα φόρεσαν κοστούμι και γραβάτα στα γραφεία των συλλόγων τους. Όλοι από κάπου ξεκινούν….


ΥΓ:
Θεωρώ σημαντική παράλειψη μου τόσον καιρό που δεν αφιέρωσα δυο γραμμές για το βιβλίο που έγραψε ο ο Βασίλης Σαμπράκος. “ Σκίσε το manual”, 248 σελίδες, εκδόσεις “Ελληνικά Γράμματα, μυθιστόρημα. Ναι, μυθιστόρημα, με φανταστικές ιστορίες αλλά άκρως ενδιαφέρουσες και διαβαστερές για ένα ποδόσφαιρο άλλων εποχών, εφιαλτικών. Με πρόσωπα φανταστικά και χαρακτήρες φανταστικούς που καμιά σχέση δεν έχουν με τους σημερινούς άφθαρτους και αμόλυντους πρωταγωνιστές του ελληνικού ποδοσφαίρου. Το διαβάζεις, το ρουφάς μια κι έξω, γιατί σε “κρατάει”, θέλεις να δεις τι θα απογίνει, να φτάσεις μέχρι τη λύτρωση… Αφού τον ευχαριστήσω και για την προσωπική αφιέρωση, να παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα του βιβλίου. Μια ιστοριούλα από τις πολλές φανταστικές που διηγείται ο καλός συνάδελφος:

“…Ο επαγγελματικός του εγωισμός που είχε θιγεί, ο θυμός που τον είχε κυριεύσει και ο πληγωμένος ψυχισμός του για την συμπεριφορά του Χέλτσερν απέναντι στον αγαπημένο του Πυρσό μετέτρεψαν τον Αλέξανδρου σε αντιθαυμαστή του Γερμανού. Το καλοκαίρι του 2001 του παρουσιάστηκε η ευκαιρία να τον απομυθοποιήσει πλήρως. Ο Χέλτσερν είχε επιστρέψει, ύστερα από περιπλάνηση ετών, στον Πυρσό. Ο Δημήτρης ήταν ακόμη ρεπόρτερ του Πυρσού σε εφημερίδες και ραδιόφωνο. Κι ένα πρωινό του Ιουνίου δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Ζίγκι Σίγκρουντ, τον Φινλανδό διεθνή μέσο που είχε περάσει από τον Πυρσό πριν από μερικά χρόνια.

«Ζίγκι, καλέ μου φίλε, πόσο χαίρομαι που σ’ ακούω. Σε ποια χώρα είσαι; Ακόμη στην Ολλανδία;» τον ρώτησε με χαρά.

«Δημήτρη, κι εγώ χαίρομαι. Μάντεψε πού είμαι! Στην Κηφισιά! Να σε περιμένω για καφέ στο πεντελικόν;», ήταν η απάντηση που τον αιφνιδίασε ευχάριστα.

Μιάμιση ώρα αργότερα βρισκόταν στο λόμπι του ξενοδοχείου και αγκάλιαζε τον Φινλανδό ποδοσφαιριστή, που βρισκόταν στην Αθήνα μαζί με την οικογένεια του.

«Το συνδυάσαμε με αυτό που θα σου πω, και ήρθαμε όλοι μαζί για διακοπές. Λοιπόν, άκου, είναι πιθανό να επιστρέψω στον Πυρσό, θέλω την βοήθειά σου!» ήταν ο δεύτερος αιφνιδιασμός για τον Δημήτρη. «Είναι ένας φίλος, ο Γιάννης τον θυμάσαι; τον θυμάσαι; τον αστυνομικό που συνόδευε την ομάδα συχνά με το περιπολικό; Αυτός γνωρίζει τον Γαβριήλ Μιχαλάκη, τον συνεργάτη του Γιόχαν Χέλτσερν. Του μίλησε για μένα και ο προπονητής ενδιαφέρθηκε, έχω ραντεβού το απόγευμα μαζί του στο γήπεδο».

Ο Δημήτρης άκουγε με ενθουσιασμό την ιστορία. Άλλη μια αποκλειστική πληροφορία για την εφημερίδα. Δεν ήταν όμως γι’ αυτό που χαιρόταν. Ήταν για την προοπτική να ξαναπερνά ώρες με τον Φινλανδό, συζητώντας για ποδόσφαιρο. Ο Σίγκρουντ ήταν ο ποδοσφαιριστής με την μεγαλύτερη αντιληπτική ικανότητα που είχε συναντήσει.

«Και για πες μου, σημαίνει ότι σε θέλει, ότι έχει πει στη διοίκηση να σε πάρουν;» ρώτησε.

«Εδώ θέλω τη βοήθεια σου. Έχω ακούσει ότι ο τύπος που έχει τώρα τον Πυρσό, ο Φιλιππάκος, δεν είναι αξιόπιστος. Αυτός που σου είπα, ο Μιχαλάκης, είπε στον Γιάννη ότι αν του βάλουμε τριάντα χιλιάδες γιούρο σε ένα λογαριασμό, ο προπονητής θα με προτείνει στον Φιλιππάκο. Και αν ο Φιλιππάκος πει το ναι και με πάρει στην ομάδα, τότε θα πρέπει να δώσουμε άλλα εβδομήντα χιλιάδες γιούρο στον Μιχαλάκη».

Ο Δημήτρης έπεσε σοκαρισμένος πίσω στον καναπέ. «Κάτσε.κάτσε, τι είπες τώρα; Ποιος; Γιατί; Γιατί παίρνει λεφτά ο Μιχαλάκης;» ρώτησε παλεύοντας να συνειδητοποιήσει αυτό που είχε μόλις ακούσει.

«Ποιος Μιχαλάκης, Δημήτρη; Ο Χέλτσερν τα παίρνει τα λεφτά. Ο λογαριασμός είναι του Μιχαλάκη, για να μην υπάρχει πρόβλημα, να μην βρεθεί εκτεθειμένος. Και η κατάθεση δεν θα γίνει από μένα, δεν γίνεται από τους ποδοσφαιριστές, ούτε από τους FIFA agents, μόνο από τρίτους», του είπε με ύφος που δεν πρόδιδε ενόχληση ο Σίγκρουντ. «Εντάξει, ποδόσφαιρο είναι, μπίζνες, τι περίμενες; ότι δεν θα μου κόστιζε αυτή η ιστορία; Δεν είχες ακούσει δηλαδή ότι ο Χέλτσερν τα παίρνει; Εγώ ζω σε άλλη χώρα ή εσύ, Δημήτρη;» τον πείραξε ο Φινλανδος.

«Κάτσε, περίμενε, Ζίγκι, θα βάλεις δηλαδή αυτά τα λεφτά σε λογαριασμό του Μιχαλάκη;» ρώτησε ο Αλεξάνδρου.

«Ναι, αύριο το πρωί. Γι’ αυτό σε ήθελα. Πες μου, πιστεύεις ότι ο Φιλιππακος ακούει τις εισηγήσεις του Χέλτσερν; Δεν έχω λεφτά για πέταμα, Δημήτρη. Και ήθελα να ξέρω: αξίζει να βάλω αύριο τριάντα χιλιάδες σε αυτό το λογαριασμό; Διότι, αν δεν με πάρει ο Φιλιππάκος, τα χάνω τα λεφτά, είναι κανόνας αυτό, τα παίρνει μόνο και μόνο για να με προτείνει».

Το πρόσωπο του Δημήτρη άστραψε.

«Κοίτα, φίλε, μέχρι τώρα τις κάνουν μαζί τις μεταγραφές. Δες λοιπόν πως θα πάει το ραντεβού σήμερα, τι θα ακούσεις, και το συζητάμε το βράδυ».

Στον δρόμο για την εφημερίδα, ο Δημήτρης ευχόταν να πάνε όλα κατ’ ευχήν, να μπουν τα χρήματα και να πάρει το αποδεικτικό της κατάθεσης από τον Σίγκρουντ. Η αποκάλυψη της δεκαετίας. Με αποδείξεις. Επιτέλους, θα κατάφερνε να αποδείξει πόσο σάπιο, πόσο fake είναι το προφίλ του Γερμανού- το προφίλ που του έχτισαν οι Χελτσερνολάγνοι δημοσιογράφοι-, πόσο λαμόγιο είναι ο «πολυνίκης τεχνικός», όπως τον αποκαλούσαν τα media.

Όσα άκουσε το βράδυ τον απογοήτευσαν.

«Δεν μπορεί να με περάσει στον Φιλιππάκο, αυτό είπε ο Μιχαλάκης στον Γιάννη. Θέλει να πάρει άλλο παίκτη ο Φιλιππάκος. Ο Μιχαλάκης μάς είπε να μην βάλουμε τα λεφτά στον λογαριασμό», απογοητευμένος ο Φινλανδός.

Η μεγάλη ευκαιρία είχε χαθεί….”

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ