Ντέγιαν Πέτκοβιτς: Ο Σέρβος Ράμπο που έγινε θεός στη Φλαμένγκο

Με αφορμή τον τελικό του Copa Libertadores μεταξύ Φλαμένγκο και Ρίβερ Πλέιτ, επιστρέφουμε στην ιστορία του θρυλικού Σέρβου, που αγαπήθηκε σαν Βραζιλιάνος.

Ο Ντέγιαν Πέτκοβιτς της Φλαμένγκο σε αναμέτρηση κόντρα στη Χιμνάσια Λα Πλάτα σε αναμέτρηση για το Copa Sudamericana 2006, Λα Πλάτα, Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2006
Ο Ντέγιαν Πέτκοβιτς της Φλαμένγκο σε αναμέτρηση κόντρα στη Χιμνάσια Λα Πλάτα σε αναμέτρηση για το Copa Sudamericana 2006, Λα Πλάτα, Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2006 AP PHOTO/GABRIEL PIKO

Ούτε στα πιο τρελά όνειρα του μπορούσε ο φανταζόταν ότι θα έκλεινε την καριέρα του χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πόλη Μαϊντάνπεκ της ανατολικής Σερβίας και πιο συγκεκριμένα στην Βραζιλία, ως θρύλος του ποδοσφαίρου, με το δικό του αποτύπωμα στο Walk of Fame του 'Μαρακανά'. Όμως η ζωή μερικές φορές σκαρώνει για εμάς σχέδια που δεν τα έχουμε καν φανταστεί. Με αφορμή λοιπόν, τον επικείμενο τελικό του Copa Libertadores μεταξύ Φλαμένγκο και Ρίβερ Πλέιτ, που θα μεταδοθεί απευθείας και αποκλειστικά στο ONE Channel (23/11, 22:00), επιστρέφουμε στην ιστορία ενός εμβληματικού Ευρωπαίου, που -όπως αποδείχθηκε στις φλέβες του κυλούσε βραζιλιάνικο αίμα. Ο λόγος για τον Ντέγιαν Πέτκοβιτς.

Η απότομη ενηλικίωση

Μόλις 16 ετών ήταν στο ντεμπούτο του στη σέρβικη λίγκα το 1988 με τη Ραντνίτσκι. Ο Πέτκοβιτς κατάφερε αμέσως να αναπληρώσει το κενό που είχε αφήσει στους επιθετικούς χαφ ο Ντράγκαν Στόικοβιτς, παίρνοντας μεταγραφή για την Μαρσέιγ. Έμεινε σχεδόν 3 χρόνια στο Βελιγράδι, χαρίζοντας στην ομάδα ποιότητα και δημιουργικότητα στην επιθετική ανάπτυξη. Όμως τα όνειρά του έφταναν ακόμα πιο ψηλά. Λίγο πριν κλείσει τα 23, άφηνε τον Ερυθρό Αστέρα των Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς, Σίνισα Μιχάιλοβιτς, Βλάντιμιρ Γιούγκοβιτς, για να κυνηγήσει το όνειρο της ευρωπαϊκής διάκρισης, παίζοντας στη La Liga με τη φανέλα της Ρεαλ.

Στο ποδοσφαιρικό σύμπαν των mid-90s, η Ρεάλ Μαδρίτης βίωνε μια εξωπραγματική ιστορία ελεγχόμενης παρακμής, τσαλαβουτώντας στα λιμνάζοντα νερά της 7ης θέσης. Ο καινούργιος πρόεδρος της ομάδας, Λορένθο Σάνθ, επιχειρούσε να ανατρέψει αυτή την κατάσταση και ο Πέτκοβιτς ήταν η πρώτη μεταγραφή του. Όμως ο Σέρβος δεν κατάφερε να συγκινήσει με τις εμφανίσεις του τον προπονητή Χόρχε Βαλντάνο και να καθιερωθεί στους Μαδριλένους. Ο δανεισμός του στη Σεβίλλη ήταν αναπόφευκτος.

Η σύνδεση με τον Ράμπο

Η ατάκα "αυτός εδώ ντριπλάρει όπως ο Ράμπο" που θρυλείται πως ακούστηκε όταν ο Πέτκοβιτς έπαιζε ακόμα στη Σερβία, εξίσωνε την ταχύτητα των ποδιών του με την ταχύτητα με την οποία ο χαρακτήρας του Σιλβέστερ Σταλόνε 'γάζωνε' με σφαίρες τους αντιπάλους του. Κι όμως, ο Σέρβος 'Ράμπο' δεν μπορούσε να καθιερωθεί στη La Liga, περνώντας από τη Σεβίλλη που πάλευε εκείνη την εποχή (1996-1997) για την αποφυγή του υποβιβασμού, στη Ράθινγκ Σανταντέρ. Ούτε η μισή σεζόν στην Κατάμπρια είχε αποτέλεσμα, με συνέπεια να καταλήξει τελικά, στη βραζιλιάνικη Βιτόρια, όπου μέσα από τις χαραγματιές των αποδυτηρίων είδε έναν καινούριο, παράξενο ήλιο να ανατέλλει στην ποδοσφαιρική διαδρομή του. Η νέα περιπέτεια του 'Ράμπο' ξεκινούσε.

Ένας νέος κόσμος

Ο πρόεδρος της Βιτόρια, Τίο Φονσέκα, είχε πετάξει από το Μπαραντάο του Σαλβαδόρ στην Ισπανία για να πείσει τον Πέτκοβιτς να πάει στη Νότια Αμερική και να γίνει ο διάδοχος του θρυλικού Μπεμπέτο στην επιθετική γραμμή της ομάδας. Ο Φονσέκα διαπραγματεύτηκε επίμονα τη μεταγραφή του Πέτκοβιτς, προσφέροντας στον παίκτη τη δυνατότητα ακόμα και να φύγει από τη Βραζιλία και να γυρίσει ξανά στην Ευρώπη, για την περίπτωση που ένιωθε άσχημα μακριά από το σπίτι του. Ο Πέτκοβιτς αγαπούσε ξανά το ποδόσφαιρο, μέσα σε 29 συμμετοχές σκόραρε 16 φορές και γινόταν ένας ξεχωριστός παίκτης στην ιστορία της ομάδας.

Κι επειδή λένε πως όταν αγαπάς κάτι, το αφήνεις να φύγει, ο Φονσέκα τον άφησε να δοκιμαστεί ξανά στην Ευρώπη το 1999, παίζοντας στην ιταλική Βενέτσια. Όμως ο Πέτκοβιτς δεν μπορούσε να κρυφτεί από τον εαυτό του. Ο νέος ξαφνικός έρωτας για την vita bella, όπως εξαπλωνόταν καθημερινά στους δρόμους, στις παραλίες, στα αυτοσχέδια γήπεδα της Βραζιλίας, τον οδήγησε στο Ρίο ντε Ζανέιρο. Με τα χρώματα της Φλαμένγκο, ο Πέτκοβιτς έζησε μια ποδοσφαιρική εποποίια, μια ζωή σαν σινεμά. Κανένας οπαδός της ομάδας δεν έχει ξεχάσει τις εμφανίσεις του, κανένας δεν σταμάτησε να παίζει σε διαρκές replay μέσα στις αναμνήσεις του όλες τις μαγικές στιγμές που χάρισε στην ομάδα, μέσα στις 44 εμφανίσεις του. Μια, όμως, έγινε θρυλική. Ήταν το 2001, όταν στον τελικό του Campeonato Carioca, του πολιτειακού πρωταθλήματος, στο 88ο λεπτό, ενώ το σκορ της αναμέτρησης μεταξύ Βάσκο ντα Γκάμα και Φλαμένγκο ήταν 3-3, η μπάλα στηνόταν μπροστά από το τείχος της Βάσκο, στα πόδια του Πέτκοβιτς. Η συνέχεια ήταν απλώς μαγική.

"Ένα νέο είδωλο εμφανίστηκε το 2001", θα γράψει αργότερα το επίσημο σαιτ της ομάδας. Δεν είχε σημασία που οι περισσότεροι Βραζιλιάνοι εκφωνητές σκόνταφταν πάνω στα σύμφωνα του ονόματός του, ο ίδιος είχε λατρέψει αυτήν την ομάδα, τη χώρα, τη γλώσσα, τους ανθρώπους. Σε μια σουρεαλιστική εξέλιξη της ζωής του, ο Πέτκοβιτς είδε το όνομα του να γίνεται τραγούδι ('Pet's Funk') από τον rapper Ρομπίνιο (καμία σχέση με τον γνωστό ποδοσφαιριστή) και το κοινό να ζει παραληρηματικές στιγμές, κάθε φορά που εκείνος σκόραρε από απευθείας χτύπημα φάουλ ή ακόμα και κόρνερ.

Το παραμύθι του Πέτκοβιτς ολοκληρώθηκε εξίσου θεαματικά και ξαφνικά, με μια μεταγραφή στη Βάσκο το 2002. Σε μια θεαματική ανατροπή των κλισέ του ποδοσφαίρου, αντιμετωπίστηκε με θαυμασμό και αγάπη από τους οπαδούς του 'αιώνιου εχθρού' και το 2003 σάλπαρε γι' ακόμα μια ποδοσφαιρική πρόκληση στο πρωτάθλημα της Κίνας, όντας πια λατρεμένος σαν μικρός θεός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου.

Ο 'Ράμπο' όμως δεν ταίριαξε ούτε στην Κίνα ούτε στην Αραβία, σε κανέναν ποδοσφαιρικό προορισμό από εκείνους που επιλέγουν οι 'συνταξιούχοι' του αθλήματος. Το 2009, σε ηλικία 37 χρονών πια, φόρεσε ξανά τα κοκκινόμαυρα της Φλαμένγκο και με 8 δικά του γκολ (δυο εξ αυτών με απευθείας κόρνερ) την οδήγησε προς την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Και όλα οδηγήθηκαν προς ένα δοξασμένο τέλος, με τον Πέτκοβιτς να γίνεται ο 5ος Ευρωπαίος που μπαίνει στο Hall of Fame του 'Μαρακάνα'. Τελικά, η μαγεία μπορεί και να ξεκινά από το σημαιάκι του κόρνερ, να παίρνει απότομα φάλτσα και να καταλήγει στα δίχτυα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ