Ο “πολυκαταγματίας” Λουκάς
Το γκολ-τίτλου και η δικαίωση του Λουκά Βύντρα στην Τρίπολη. Ο Δημήτρης Κριτής σκιαγραφεί τον ποδοσφαιριστή... εργάτη του Παναθηναϊκού. Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης αναλύει τα επόμενα βήματα των πράσινων έως την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Bγενόπουλος: "Οραματίζομαι τον ΠΑΟ της επόμενης 10ετίας"
Σ’ ένα από τα πρώτα σημειώματα, όταν εγκαινιάσαμε σε τούτη την ιστοσελίδα την επικοινωνία ρεπόρτερ-αναγνωστών, θυμάμαι σαν τώρα τις αντιδράσεις που προκάλεσε η θέση μου ότι «ο Βύντρα είναι ένας πολύτιμος παίκτης για κάθε ομάδα και κάθε προπονητή».
Έγραφα τότε και χωρίς κανένα πρόβλημα επαναλαμβάνω σήμερα, ότι η βεβιασμένη επιλογή να «βαφτιστεί» αντι-Σεϊταρίδης, τον… έκαψε πρόωρα στις συνειδήσεις των φίλων του «τριφυλλιού», που ήθελαν έναν Σεϊταρίδη στη θέση του Γιούρκα και όχι κάποιον υπηρεσιακό «αντί-».
Ερχόμενος από τον Πανηλειακό, με την ταυτότητα του πολυεργαλείου, ο πότε σέντερ μπακ, άλλοτε αμυντικό χαφ και μόνο κάποτε δεξί μπακ, Λουκάς Βύντρα, δεν πίστευε ότι θα αποτελέσει για χρόνια ολόκληρα τον βασικό αποδέκτη της παναθηναϊκής εσωστρέφειας.
Μαθαίνοντας στην πλάτη του καμπούρη τις επιπρόσθετες υποχρεώσεις της θέσης του δεξιού μπακ σε μια μεγάλη ομάδα, πολλαπλασίασε την ανασφάλεια των «πράσινων» φιλάθλων που πήγαζε από την μη αναπλήρωση βασικών μονάδων με έτοιμες λύσεις.
Η αυτοπεποίθηση δεν ήταν ποτέ από τα δυνατά χαρτιά του χαρακτήρα του. Αντίθετα το αθλητικό πείσμα και ο ποδοσφαιρικός εγωισμός έθρεψαν την καριέρα του σε χαλεπούς καιρούς, τότε που η δικαιολογημένη για τη συλλογική στρατηγική, αλλά αδικαιολόγητη ως προς την αποκλειστικότητα στο πρόσωπό του, κριτική της εξέδρας κατάφερε αλλεπάλληλα κατάγματα στην αγωνιστική του εικόνα.
Ο «πολυκαταγματίας» Βύντρα δεν είχε σέντρα-ξυράφι, αλλά σημάδευε το ίδιο επιτυχημένα με τον Σεϊταρίδη το Matrix του Ολυμπιακού Σταδίου. Τις πρώτες αξιόλογες σέντρες του Γιούρκα, τις είδαμε στη δύση του 2003 και κυρίως στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 2004.
Δεν είχε όμως και την τεχνική κατάρτιση του Γιούρκα, ενώ η σκληρή κριτική υποβοήθησε συχνά αλλεπάλληλα αβίαστα λάθη, αποθεώνοντας τον όρο «επιρρεπής». Η εμπιστοσύνη ωστόσο των προπονητών, που έβλεπαν έναν διαφορετικό Βύντρα στην χωρίς εξέδρες και κοινό Παιανία, του έδωσε το δικαίωμα να διεκδικήσει την ανατροπή.
Δίκοπο μαχαίρι ασφαλώς. Την ίδια ώρα που δεν έχανε τη θέση του στην ενδεκάδα, γνώριζε ότι συνάμα προσφερόταν εξιλαστήριο θύμα στο αγανακτισμένο κοινό. Δυο χρόνια αργότερα σ’ ένα ανάλογο σημείωμα, απαντούσα σε μία σπάνια περίπτωση νεαρού φαν του Λουκά, ότι «τώρα πια δεν μπορεί να τον βοηθήσει κανείς, παρά μόνο ο ίδιος τον εαυτό του. Δεν φαντάζομαι ότι θα καταφέρει ποτέ να ακούσει από την εξέδρα ρυθμικά το όνομά του, αλλά αν δεν πάρει την απόφαση να φύγει όπως όπως, αποτελεί μονόδρομο να επιβάλλει την παρουσία του, αποφεύγοντας τα λάθη και κρύβοντας τις επιθετικές του αδυναμίες, περιοριζόμενος στα ανασταλτικά του καθήκοντα».
Ήταν πλέον η εποχή που η δυσφορία της εξέδρας αφαιρούσε το άλλοθι της εμπιστοσύνης των προπονητών. Αφού δεν εμπιστευόταν τους προπονητές, πως θα σεβόταν τις επιλογές τους; Ώσπου ήρθε ο Τεν Κάτε. Το όνομα και οι εμπειρίες που κουβαλούσε μαζί του ο Ολλανδός, η απόφαση μετάθεσης του Βύντρα στο κέντρο άμυνας όπου δεν χρειαζόταν ούτε να πασάρει, ούτε να σεντράρει, ήρθε να δώσει κρίσιμους πόντους στον Έλληνα διεθνή και μάλιστα σε μία εποχή που το κέντρο άμυνας αποτελούσε –και δυστυχώς συνεχίζει να αποτελεί- την αχίλλειο πτέρνα.
Ο Τεν Κάτε έφυγε, ο Βύντρα επέστρεψε στη θέση του δεξιού μπακ, αλλά στο μεταξύ πρόλαβε να κερδίσει αν όχι την εκτίμηση –δεν είμαι ακόμη βέβαιος γι’ αυτό-, τουλάχιστον την αποδοχή του πράσινου κοινού.
Μετά από τόσα χρόνια, ο Βύντρα παραμένει ένα πολυεργαλείο που μπορεί να δώσει λύσεις ως δεξί μπακ, αριστερό μπακ, ακόμη και κεντρικό μπακ.
Δεν ξέρω αν αυτό συνιστά πρόοδο, καθ’ ότι είναι διαφορετικό το «προσφέρω υπηρεσίες» από το «δίνω λύσεις». Σε κάθε περίπτωση όμως, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η θέση του Βύντρα στην ομάδα εξαρτάται αποκλειστικά από το ρόστερ της.
Την ώρα που συζητάμε είναι αδιαφιλονίκητα το δεξί μπακ, μπορεί άνετα να παίξει σέντερ μπακ και αποτελεί την πιο αξιόπιστη εναλλακτική λύση στη θέση του αριστερού μπακ…
Έγραφα τότε και χωρίς κανένα πρόβλημα επαναλαμβάνω σήμερα, ότι η βεβιασμένη επιλογή να «βαφτιστεί» αντι-Σεϊταρίδης, τον… έκαψε πρόωρα στις συνειδήσεις των φίλων του «τριφυλλιού», που ήθελαν έναν Σεϊταρίδη στη θέση του Γιούρκα και όχι κάποιον υπηρεσιακό «αντί-».
Ερχόμενος από τον Πανηλειακό, με την ταυτότητα του πολυεργαλείου, ο πότε σέντερ μπακ, άλλοτε αμυντικό χαφ και μόνο κάποτε δεξί μπακ, Λουκάς Βύντρα, δεν πίστευε ότι θα αποτελέσει για χρόνια ολόκληρα τον βασικό αποδέκτη της παναθηναϊκής εσωστρέφειας.
Μαθαίνοντας στην πλάτη του καμπούρη τις επιπρόσθετες υποχρεώσεις της θέσης του δεξιού μπακ σε μια μεγάλη ομάδα, πολλαπλασίασε την ανασφάλεια των «πράσινων» φιλάθλων που πήγαζε από την μη αναπλήρωση βασικών μονάδων με έτοιμες λύσεις.
Η αυτοπεποίθηση δεν ήταν ποτέ από τα δυνατά χαρτιά του χαρακτήρα του. Αντίθετα το αθλητικό πείσμα και ο ποδοσφαιρικός εγωισμός έθρεψαν την καριέρα του σε χαλεπούς καιρούς, τότε που η δικαιολογημένη για τη συλλογική στρατηγική, αλλά αδικαιολόγητη ως προς την αποκλειστικότητα στο πρόσωπό του, κριτική της εξέδρας κατάφερε αλλεπάλληλα κατάγματα στην αγωνιστική του εικόνα.
Ο «πολυκαταγματίας» Βύντρα δεν είχε σέντρα-ξυράφι, αλλά σημάδευε το ίδιο επιτυχημένα με τον Σεϊταρίδη το Matrix του Ολυμπιακού Σταδίου. Τις πρώτες αξιόλογες σέντρες του Γιούρκα, τις είδαμε στη δύση του 2003 και κυρίως στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 2004.
Δεν είχε όμως και την τεχνική κατάρτιση του Γιούρκα, ενώ η σκληρή κριτική υποβοήθησε συχνά αλλεπάλληλα αβίαστα λάθη, αποθεώνοντας τον όρο «επιρρεπής». Η εμπιστοσύνη ωστόσο των προπονητών, που έβλεπαν έναν διαφορετικό Βύντρα στην χωρίς εξέδρες και κοινό Παιανία, του έδωσε το δικαίωμα να διεκδικήσει την ανατροπή.
Δίκοπο μαχαίρι ασφαλώς. Την ίδια ώρα που δεν έχανε τη θέση του στην ενδεκάδα, γνώριζε ότι συνάμα προσφερόταν εξιλαστήριο θύμα στο αγανακτισμένο κοινό. Δυο χρόνια αργότερα σ’ ένα ανάλογο σημείωμα, απαντούσα σε μία σπάνια περίπτωση νεαρού φαν του Λουκά, ότι «τώρα πια δεν μπορεί να τον βοηθήσει κανείς, παρά μόνο ο ίδιος τον εαυτό του. Δεν φαντάζομαι ότι θα καταφέρει ποτέ να ακούσει από την εξέδρα ρυθμικά το όνομά του, αλλά αν δεν πάρει την απόφαση να φύγει όπως όπως, αποτελεί μονόδρομο να επιβάλλει την παρουσία του, αποφεύγοντας τα λάθη και κρύβοντας τις επιθετικές του αδυναμίες, περιοριζόμενος στα ανασταλτικά του καθήκοντα».
Ήταν πλέον η εποχή που η δυσφορία της εξέδρας αφαιρούσε το άλλοθι της εμπιστοσύνης των προπονητών. Αφού δεν εμπιστευόταν τους προπονητές, πως θα σεβόταν τις επιλογές τους; Ώσπου ήρθε ο Τεν Κάτε. Το όνομα και οι εμπειρίες που κουβαλούσε μαζί του ο Ολλανδός, η απόφαση μετάθεσης του Βύντρα στο κέντρο άμυνας όπου δεν χρειαζόταν ούτε να πασάρει, ούτε να σεντράρει, ήρθε να δώσει κρίσιμους πόντους στον Έλληνα διεθνή και μάλιστα σε μία εποχή που το κέντρο άμυνας αποτελούσε –και δυστυχώς συνεχίζει να αποτελεί- την αχίλλειο πτέρνα.
Ο Τεν Κάτε έφυγε, ο Βύντρα επέστρεψε στη θέση του δεξιού μπακ, αλλά στο μεταξύ πρόλαβε να κερδίσει αν όχι την εκτίμηση –δεν είμαι ακόμη βέβαιος γι’ αυτό-, τουλάχιστον την αποδοχή του πράσινου κοινού.
Μετά από τόσα χρόνια, ο Βύντρα παραμένει ένα πολυεργαλείο που μπορεί να δώσει λύσεις ως δεξί μπακ, αριστερό μπακ, ακόμη και κεντρικό μπακ.
Δεν ξέρω αν αυτό συνιστά πρόοδο, καθ’ ότι είναι διαφορετικό το «προσφέρω υπηρεσίες» από το «δίνω λύσεις». Σε κάθε περίπτωση όμως, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η θέση του Βύντρα στην ομάδα εξαρτάται αποκλειστικά από το ρόστερ της.
Την ώρα που συζητάμε είναι αδιαφιλονίκητα το δεξί μπακ, μπορεί άνετα να παίξει σέντερ μπακ και αποτελεί την πιο αξιόπιστη εναλλακτική λύση στη θέση του αριστερού μπακ…