Ο “προκλητικός” Βινίσιους και η βολική ανοχή στον ρατσισμό
Η ένταση στο Μπενφίκα – Ρεάλ έφερε ξανά στο προσκήνιο μια γνώριμη εικόνα. Όταν γίνεται λόγος για ρατσισμό, η κουβέντα γρήγορα μεταφέρεται στη συμπεριφορά του παίκτη που καταγγέλλει το περιστατικό, αντί να μένει σε αυτό.
Η ιστορία με τον Τζιανλούκα Πρεστιάνι και τον Βινίσιους Τζούνιορ στον αγώνα της Μπενφίκα με τη Ρεάλ για τα playoffs του Champions League ήρθε για να μας υπενθυμίσει ότι, κάθε φορά που η συζήτηση αγγίζει τον ρατσισμό, το ποδόσφαιρο δείχνει πόσο εύκολα μπερδεύει την πρόκληση με την προσβολή και πόσο γρήγορα σπεύδει να αναζητήσει δικαιολογίες, αντί να χαράξει ξεκάθαρα όρια.
Ο Αργεντινός μεσοεπιθετικός των αετών υποστήριξε ότι τα λόγια του παρερμηνεύτηκαν και ότι ουδέποτε ειπώθηκε κάτι ρατσιστικό, ενώ ο Βραζιλιάνος εξτρέμ της Βασίλισσας απάντησε μετά το φινάλε της αναμέτρησης χαρακτηρίζοντάς τον “δειλό και αδύναμο”.
Στο ενδιάμεσο, ο Ζοσέ Μουρίνιο, προπονητής των Πορτογάλων, άφησε να εννοηθεί ότι δεν γίνεται σε κάθε γήπεδο που αγωνίζεται ο Βινίσιους να προκύπτουν καταγγελίες και πως ίσως θα έπρεπε να εξεταστεί και η δική του στάση, ρίχνοντας έτσι μέρος της ευθύνης πίσω στον ίδιο τον ποδοσφαιριστή.
Όταν η κουβέντα αλλάζει κατεύθυνση
Εκ πρώτης όψεως, αρκετοί έσπευσαν να συμφωνήσουν, υποστηρίζοντας ότι ο Βινίσιους έχει συχνά προκαλέσει με τη συμπεριφορά του, είτε μέσω έντονων πανηγυρισμών μετά από γκολ είτε μέσω δηλώσεων και αντιδράσεων που ανεβάζουν το θερμόμετρο. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει απαντήσει στις εξέδρες, που έχει σταθεί απέναντι σε αντιπάλους με τρόπο που ενοχλεί και που έχει επιλέξει να μη χαμηλώσει τους τόνους. Αυτό, όμως, είναι θέμα χαρακτήρα και προσωπικότητας, όχι ζήτημα που μπορεί να μετατραπεί σε ελαφρυντικό για ρατσιστικές επιθέσεις.
Η μεγάλη παγίδα βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη στιγμή που η συζήτηση μετατοπίζεται από το “τι ειπώθηκε” στο “τι έκανε για να το προκαλέσει”. Από πότε, αλήθεια, η προκλητική συμπεριφορά ενός παίκτη νομιμοποιεί ρατσιστικά ή σεξιστικά σχόλια; Από πότε η αντιπάθεια γίνεται έμμεση άδεια για προσβολή; Το να θεωρήσουμε ότι οι επιθέσεις προς τον Βινίσιους μπορούν να εξηγηθούν – ή ακόμα χειρότερα να δικαιολογηθούν – λόγω της στάσης του μέσα στο γήπεδο, είναι μια επικίνδυνη κατηφόρα που δεν αφορά μόνο τον ίδιο, αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον αθλητισμό.
Ο Βινίσιους μπορεί να μην είναι συμπαθής σε όλους. Οι πανηγυρισμοί του, οι βαρύγδουπες δηλώσεις του και η γενικότερη παρουσία του στο γήπεδο τον έχουν καταστήσει αντιπαθή σε αρκετούς αντιπάλους της Βασίλισσας και όχι μόνο. Η αντιπάθεια, όμως, δεν μεταφράζεται σε ανοχή απέναντι στον ρατσισμό. Ο ρατσισμός δεν είναι “αντίδραση της στιγμής” ούτε αποτέλεσμα εκνευρισμού. Είναι συνειδητή επιλογή και όποιος τον υιοθετεί δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τον χαρακτήρα του άλλου.
Η εύκολη ουδετερότητα
Η στάση της UEFA, η οποία περιορίστηκε στη δήλωση ότι δεν υπάρχουν περαιτέρω πληροφορίες ή σχόλια σε αυτό το στάδιο, αποτυπώνει τη γνωστή θεσμική ουδετερότητα που τελικά δεν ικανοποιεί κανέναν. Στο ποδόσφαιρο είναι συχνά πιο εύκολο να τιμωρηθεί ένας οπαδός στην εξέδρα παρά να αγγιχθούν ποδοσφαιριστές και ισχυρά πρόσωπα, όμως το μήνυμα οφείλει να είναι ενιαίο και ξεκάθαρο, ανεξαρτήτως ονόματος ή βαρύτητας.
Ένα επεισόδιο που λέει περισσότερα απ’ όσα φαίνονταιΔεν έχει αποδειχθεί κάτι, και ίσως να μην αποδειχθεί ποτέ με απόλυτη σαφήνεια. Παρ’ όλα αυτά, το πιο αποκαρδιωτικό στοιχείο δεν είναι η αβεβαιότητα γύρω από τα γεγονότα, αλλά η ευκολία με την οποία ορισμένοι σπεύδουν να πουν “ας μην προκαλεί αν δεν θέλει αντιδράσεις”. Σε μια τέτοια λογική, ο σεβασμός παύει να είναι αυτονόητος και μετατρέπεται σε προνόμιο που πρέπει να κερδίσεις με τη συμπεριφορά σου.
Το πραγματικό πρόβλημα
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο Βινίσιους ούτε ο Πρεστιάνι. Είναι η στιγμή που αρχίζουμε να ψάχνουμε ελαφρυντικά για τον ρατσισμό επειδή κάποιος μας ενοχλεί, μας προκαλεί ή δεν μας είναι συμπαθής.
Από εκεί και πέρα, η συζήτηση ξεφεύγει από τα όρια του ποδοσφαιρού και μιλάμε για μια κοινωνία που συνεχίζει να διαπραγματεύεται τα αυτονόητα, να μετράει ποιος “το άξιζε” και να βαφτίζει την προκατάληψη ως αντίδραση. Και όταν ο ρατσισμός μπαίνει στη ζυγαριά της συμπάθειας, τότε το πρόβλημα δεν είναι το γήπεδο, αλλά ο τρόπος που σκεφτόμαστε έξω από αυτό.