Ο Σάκης Γκίνας σχολιάζει τη νέα κακή εμφάνιση του ΠΑΟΚ
Τύχη βουνό είχε ο ΠΑΟΚ και πέρασε στους «8» του κυπέλλου. Μαύρο… χάλι ήταν η ομάδα του Μάκη Χάβου για δεύτερο συνεχόμενο παιχνίδι, δείχνοντας τη φανερή έλλειψη πολλαπλών επιλογών στην μεσαία γραμμή και στην άμυνα, οι οποίες προκαλούν αστάθεια απόδοσης. Ο Σάκης Γκίνας σχολιάζει τη νέα κακή εμφάνιση του δικεφάλου του βορρά.
Μαγική… εικόνα ήταν το σκορ του αγώνα. Η αλήθεια είναι ότι τα Γιάννενα από καθαρή ατυχία δεν πήραν την ισοπαλία, που ισοδυναμούσε με ρεβάνς στην έδρα τους, ή ακόμα και την απευθείας πρόκριση μέσα στη Τούμπα.
Η σημαντικότερη παρατήρηση είναι βαρετή και μονότονη: ακόμα και με… ένα πόδι, όπως συνέβη με τον Ηρακλή και στο Ζάγκρεμπ, ο Βιτόλο είναι απαραίτητος. Σε κάθε ματς που λείπει ο Ισπανός, ο αντίπαλος, ακόμα και εάν αυτός είναι ομάδα Β΄ Ενθικής, όπως τα Γιάννενα, «παίρνει» το κέντρο για πλάκα. Αυτό έχει ως συνέπεια την παντελή απώλεια του ελέγχου του αγώνα από την πλευρά των παικτών του ΠΑΟΚ, την κυριαρχία του αντιπάλου σε όλες τις γραμμές και την δραματική συρρίκνωση των πιθανοτήτων νίκης. Αυτό έγινε τόσο εύκολα και με τον Ατρόμητο στη Τούμπα και στην Κέρκυρα και με τα Γιάννενα. Χωρίς τον Βιτόλο το κέντρο του ΠΑΟΚ είναι απελπιστικά αργό και αναχρονιστικό και αποτελεί «εύκολη λεία» για κάθε αντίπαλο.
Μα θα αναρωτηθείτε εύλογα… Είναι δυνατόν η απώλεια ενός μόνο παίκτη να προκαλέσει αποδιοργάνωση της ομάδας; Κι, όμως, είναι από την στιγμή που δεν υπάρχει στο ρόστερ αντικαταστάτης με τα δικά του χαρακτηριστικά του, κυρίως την ταχύτητα, πάνω στην οποία, μαζί με τη φυσική κατάσταση, στηρίζεται το σύγχρονο ποδόσφαιρο.
Η λύση θα βρεθεί μόνο με την απόκτηση ενός γρήγορου κεντρικού χαφ στις επικείμενες μεταγραφές, διότι ο Βιτόλο θα επιστρέψει στις αρχές Ιανουαρίου, αλλά κάποια στιγμή, λόγω καρτών, πιθανού νέου τραυματισμού, ή κούρασης, θα λείψει ξανά, λαμβάνοντας υπόψη και το δεδομένο της παράλληλης συμμετοχής του ΠΑΟΚ σε τρεις διοργανώσεις.
Η απουσία πολλαπλών επιλογών εντοπίζεται και στην άμυνα, η οποία δεν πάσχει μόνο από τους όντως πολλούς τραυματισμούς, αλλά και από την έλλειψη ποιότητας, πλην του Κοντρέρας. Διαπιστώθηκε αυτό και από την στιγμή που βγήκε αλλαγή ο τραυματίας Μπουσαϊντί στο ματς με τα Γιάννενα και αναγκαστικά μετατοπίστηκε ο Κοντρέρας δεξιά και ο Σαβίνι έπαιξε στόπερ με τον Τσιρίλο. Από εκείνο το σημείο η άμυνα του ΠΑΟΚ κυριολεκτικά «κατέρρευσε».
Ο Μπακαγιόκο και οι συμπαίκτες έκαναν ό,τι ήθελαν μέσα στη Τούμπα, όποτε ήθελαν και όπως το ήθελαν και από ατυχία δεν σκόραραν πάνω από μια φορά. Ο άνετος τρόπος που πέρασε τον Τσιρίλο στη φάση του γκολ ο Μπακαγιόκο τα λέει όλα.
Όσο για τον στόπερ Σαβίνι; Αυτός δεν… υπήρχε στο γήπεδο. Θα πείτε, ότι εάν ήταν καλά και έπαιζαν ο Ζουέλα και ο Μαλεζάς τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Αλήθεια, το πιστεύετε πολλοί αυτό; Διότι κανείς από τους δυο δεν έχει πείσει μέχρι τώρα, ενώ και ο Τσιρίλο είναι εξαιρετικά ασταθής. Κάνει ένα καλό παιχνίδι και πέντε κακά. Συνεπώς, μια ποιοτική ενίσχυση στο κέντρο της άμυνας στις χειμερινές μεταγραφές δείχνει επίσης απαραίτητη.
Έτσι όπως πάνε τα πράγματα, φαίνεται, ότι, μάλλον, είναι προτιμότερο να «θυσιαστεί» η απόκτηση ενός σέντερ φορ το Γενάρη, στον «βωμό» της ενδυνάμωσης της μεσοαμυντικής γραμμής. Διότι σέντερ φορ υπάρχει και λέγεται Αθανασιάδης. Σε πέντε ματς πέτυχε τρία γκολ και ποσοστιαία αποτελεί τον πιο παραγωγικό επιθετικό του ΠΑΟΚ. Με την παρουσία του «αναζωογόνησε» μια αναιμική επίθεση. Αξίζει η καθιέρωση και η επένδυση πάνω σ’ αυτό το παιδί, γιατί εάν έρθει ξένος επιθετικός τον Ιανουάριο, αναγκαστικά θα περιθωριοποιηθεί και πάλι ο Αθανασιάδης και τότε ο ΠΑΟΚ θα έχει χάσει οριστικά άλλο ένα δικό του ταλέντο. Απ’ ότι φαίνεται, όμως, δεν πρόκειται να συμβεί αυτό, τουλάχιστον με τον Χάβο προπονητή. Γιατί ο Χάβος πήρε το ρίσκο με την χρησιμοποίηση του Αθανασιάδη και δικαιώθηκε. Άρα λογικά ο 42χρονος τεχνικός θα στηρίξει την επιλογή του.
Η πιθανότητα μη απόκτησης, τελικά, σέντερ φορ τον Γενάρη ενισχύεται και από την επιστροφή σύντομα του Μουσλίμοβιτς, ο οποίος και ικανός είναι και έχει αρκετά μεγάλο συμβόλαιο, το οποίο πρέπει μέσω της συνεισφοράς του στην ομάδα να αποσβέσει, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της σεζόν.
Συμπερασματικά, είναι ολοφάνερο πως η – έστω τυχερή – πρόκριση στους «8» του κυπέλλου προσέφερε θετική ενέργεια και ηρεμία στην ομάδα, στον κόσμο, αλλά και στη διοίκηση και στο τεχνικό επιτελείο για τον επανακαθορισμό του μεταγραφικού σχεδιασμού του Ιανουαρίου, ο οποίος, βεβαίως, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από τις επικείμενες διοικητικές εξελίξεις.
Η σημαντικότερη παρατήρηση είναι βαρετή και μονότονη: ακόμα και με… ένα πόδι, όπως συνέβη με τον Ηρακλή και στο Ζάγκρεμπ, ο Βιτόλο είναι απαραίτητος. Σε κάθε ματς που λείπει ο Ισπανός, ο αντίπαλος, ακόμα και εάν αυτός είναι ομάδα Β΄ Ενθικής, όπως τα Γιάννενα, «παίρνει» το κέντρο για πλάκα. Αυτό έχει ως συνέπεια την παντελή απώλεια του ελέγχου του αγώνα από την πλευρά των παικτών του ΠΑΟΚ, την κυριαρχία του αντιπάλου σε όλες τις γραμμές και την δραματική συρρίκνωση των πιθανοτήτων νίκης. Αυτό έγινε τόσο εύκολα και με τον Ατρόμητο στη Τούμπα και στην Κέρκυρα και με τα Γιάννενα. Χωρίς τον Βιτόλο το κέντρο του ΠΑΟΚ είναι απελπιστικά αργό και αναχρονιστικό και αποτελεί «εύκολη λεία» για κάθε αντίπαλο.
Μα θα αναρωτηθείτε εύλογα… Είναι δυνατόν η απώλεια ενός μόνο παίκτη να προκαλέσει αποδιοργάνωση της ομάδας; Κι, όμως, είναι από την στιγμή που δεν υπάρχει στο ρόστερ αντικαταστάτης με τα δικά του χαρακτηριστικά του, κυρίως την ταχύτητα, πάνω στην οποία, μαζί με τη φυσική κατάσταση, στηρίζεται το σύγχρονο ποδόσφαιρο.
Η λύση θα βρεθεί μόνο με την απόκτηση ενός γρήγορου κεντρικού χαφ στις επικείμενες μεταγραφές, διότι ο Βιτόλο θα επιστρέψει στις αρχές Ιανουαρίου, αλλά κάποια στιγμή, λόγω καρτών, πιθανού νέου τραυματισμού, ή κούρασης, θα λείψει ξανά, λαμβάνοντας υπόψη και το δεδομένο της παράλληλης συμμετοχής του ΠΑΟΚ σε τρεις διοργανώσεις.
Η απουσία πολλαπλών επιλογών εντοπίζεται και στην άμυνα, η οποία δεν πάσχει μόνο από τους όντως πολλούς τραυματισμούς, αλλά και από την έλλειψη ποιότητας, πλην του Κοντρέρας. Διαπιστώθηκε αυτό και από την στιγμή που βγήκε αλλαγή ο τραυματίας Μπουσαϊντί στο ματς με τα Γιάννενα και αναγκαστικά μετατοπίστηκε ο Κοντρέρας δεξιά και ο Σαβίνι έπαιξε στόπερ με τον Τσιρίλο. Από εκείνο το σημείο η άμυνα του ΠΑΟΚ κυριολεκτικά «κατέρρευσε».
Ο Μπακαγιόκο και οι συμπαίκτες έκαναν ό,τι ήθελαν μέσα στη Τούμπα, όποτε ήθελαν και όπως το ήθελαν και από ατυχία δεν σκόραραν πάνω από μια φορά. Ο άνετος τρόπος που πέρασε τον Τσιρίλο στη φάση του γκολ ο Μπακαγιόκο τα λέει όλα.
Όσο για τον στόπερ Σαβίνι; Αυτός δεν… υπήρχε στο γήπεδο. Θα πείτε, ότι εάν ήταν καλά και έπαιζαν ο Ζουέλα και ο Μαλεζάς τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Αλήθεια, το πιστεύετε πολλοί αυτό; Διότι κανείς από τους δυο δεν έχει πείσει μέχρι τώρα, ενώ και ο Τσιρίλο είναι εξαιρετικά ασταθής. Κάνει ένα καλό παιχνίδι και πέντε κακά. Συνεπώς, μια ποιοτική ενίσχυση στο κέντρο της άμυνας στις χειμερινές μεταγραφές δείχνει επίσης απαραίτητη.
Έτσι όπως πάνε τα πράγματα, φαίνεται, ότι, μάλλον, είναι προτιμότερο να «θυσιαστεί» η απόκτηση ενός σέντερ φορ το Γενάρη, στον «βωμό» της ενδυνάμωσης της μεσοαμυντικής γραμμής. Διότι σέντερ φορ υπάρχει και λέγεται Αθανασιάδης. Σε πέντε ματς πέτυχε τρία γκολ και ποσοστιαία αποτελεί τον πιο παραγωγικό επιθετικό του ΠΑΟΚ. Με την παρουσία του «αναζωογόνησε» μια αναιμική επίθεση. Αξίζει η καθιέρωση και η επένδυση πάνω σ’ αυτό το παιδί, γιατί εάν έρθει ξένος επιθετικός τον Ιανουάριο, αναγκαστικά θα περιθωριοποιηθεί και πάλι ο Αθανασιάδης και τότε ο ΠΑΟΚ θα έχει χάσει οριστικά άλλο ένα δικό του ταλέντο. Απ’ ότι φαίνεται, όμως, δεν πρόκειται να συμβεί αυτό, τουλάχιστον με τον Χάβο προπονητή. Γιατί ο Χάβος πήρε το ρίσκο με την χρησιμοποίηση του Αθανασιάδη και δικαιώθηκε. Άρα λογικά ο 42χρονος τεχνικός θα στηρίξει την επιλογή του.
Η πιθανότητα μη απόκτησης, τελικά, σέντερ φορ τον Γενάρη ενισχύεται και από την επιστροφή σύντομα του Μουσλίμοβιτς, ο οποίος και ικανός είναι και έχει αρκετά μεγάλο συμβόλαιο, το οποίο πρέπει μέσω της συνεισφοράς του στην ομάδα να αποσβέσει, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της σεζόν.
Συμπερασματικά, είναι ολοφάνερο πως η – έστω τυχερή – πρόκριση στους «8» του κυπέλλου προσέφερε θετική ενέργεια και ηρεμία στην ομάδα, στον κόσμο, αλλά και στη διοίκηση και στο τεχνικό επιτελείο για τον επανακαθορισμό του μεταγραφικού σχεδιασμού του Ιανουαρίου, ο οποίος, βεβαίως, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από τις επικείμενες διοικητικές εξελίξεις.