Βαρετός και κακός ο ΠΑΟΚ απέναντι στον Ολυμπιακό Βόλου
Ήταν ο πιο βαρετός και κακός φετινός ΠΑΟΚ και ως εκ τούτου δίκαια δεν νίκησε τον πολύ καλά "διαβασμένο", Ολυμπιακό Βόλου και αναπόφευκτα ήρθε η πρώτη "γκέλα" μέσα στη Τούμπα.
Η κακή μέρα για μια ομάδα, με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα, πολλούς παίκτες με απόδοση κάτω του αναμενομένου, τραγική κυκλοφορία της μπάλας, έλλειψη στοιχειώδους ρυθμού και ελέγχου του αγώνα, είναι μέσα στο πρόγραμμα ακόμα και απέναντι σε θεωρητικά ασθενέστερο αντίπαλο.
Το αναπάντεχο, όμως, που προκάλεσε ιδιαίτερα αλγεινή εντύπωση για την ομάδα του Παύλου Δερμιτζάκη ήταν η ευκολία με την οποία “παγιδεύτηκε” και “παραδόθηκε” μέσα στην Τούμπα στο γεμάτο θράσος και αυτοπεποίθηση επιθετικογενές πρεσάρισμα του Ολυμπιακού Βόλου, σχεδόν στο μισό γήπεδο προς την περιοχή του Κρέσιτς!
Το αποτέλεσμα ήταν η μεταφορά του παιχνιδιού μακριά από την περιοχή των φιλοξενούμενων, η αδυναμία πρόσβασης των παικτών του ΠΑΟΚ (εξού και οι “γιόμες” από το κέντρο) μέσα στην περιοχή του πολύ καλού τερματοφύλακα Γιακούποβιτς, ο οποίος για τα δεδομένα ενός αγώνα μέσα στη Τούμπα πέρασε ένα σχετικά ήσυχο απόγευμα και η παράδοξη εικόνα πολλές φορές και στο δεύτερο ημίχρονο του αμυνόμενου Ίβιτς μπροστά από τα δυο στόπερ και του Βιεϊρίνια στη θέση του αριστερού μπακ, ως βοήθεια του Σνάουτσνερ και μετά του Λίνο.
Ο Ολυμπιακός Βόλου δεν ήταν η κλασική μικρομεσαία ομάδα που ήρθε και έπαιξε φουλ άμυνα, διώχνοντας την μπάλα στα… περιστέρια. Επέβαλε την τακτική του μέσα στη Τούμπα, δημιούργησε κινδύνους και ευκαιρίες με κορυφαία το τετ α τετ του Μαρτίν στο 55′ και αυτό προφανώς προβλημάτισε και στεναχώρησε τους φίλους του ΠΑΟΚ, πιο πολύ και από την ισοπαλία.
Είναι ενδεικτικό ότι εάν εξαιρεθεί το σουτ του Σαλπιγγίδη μετά την πάσα του Ελ Ζαρ στο πρώτο ημίχρονο, ο ΠΑΟΚ δεν έκανε άλλη επικίνδυνη οργανωμένη επίθεση σε όλο τον αγώνα, ισοφάρισε από “γέμισμα” χάρη στον δεινό κεφαλοσφαιριστή Ίβιτς και απείλησε στο δεύτερο μόνο από στημένα.
Η ψυχοσωματική κούραση, λόγω των αγώνων σε Ελλάδα και Ευρώπη, τόσο νωρίς για ομάδα με υψηλούς στόχους δεν ευσταθεί ως αιτιολογία της κακής εμφάνισης. Ούτε το «ροτέισον» που έκανε ο Δερμιτζάκης, αφήνοντας στον πάγκο αρχικά τον Λίνο και τον Γκαρσία. Δηλαδή εάν είναι κουρασμένοι από τώρα οι παίκτες του ΠΑΟΚ, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, όταν θα έχουν μεσολαβήσει και οι αγώνες κυπέλλου, τι θα γίνει;
Όσον αφορά στο “ροτέισον”, είναι ανέφικτη για μια μεγάλη ομάδα η διεκδίκηση υψηλών στόχων, όταν δεν εμπιστεύεται τους περισσότερους παίκτες του ρόστερ της για να αντέξει στους συνεχόμενους αγώνες των εγχώριων και ευρωπαϊκών διοργανώσεων.
Κάτι άλλο αξιοσημείωτο του αγώνα ήταν το “εφιαλτικό” απόγευμα που πέρασε ο Μαλεζάς με αντίπαλο τον Μαρτίν, το οποίο θα το θυμάται για πολύ καιρό. Ο Κατερινιώτης στόπερ στη φάση του γκολ και στην μεγάλη ευκαιρία του Μαρτίν στο δεύτερο ημίχρονο, έδειξε το σοβαρό μειονέκτημά του, που είναι η δύναμη, στοιχείο απαραίτητο σε ένα στόπερ με το δικό του σωματότυπο. Για τον δυναμισμό του αποκτήθηκε ο Ζουέλα το καλοκαίρι και λογικά θα τον δούμε προσεχώς αγωνιζόμενο.
Ο Ελ Ζαρ στο πρώτο ημίχρονο ήταν καλός. Έδειξε τα τεχνικά του χαρίσματα, “έβγαλε” την πάσα στον αφύλακτο Σαλπιγγίδη στο πρώτο ημίχρονο, αλλά στο δεύτερο δεν τον βοήθησε το παιχνίδι και η ανάπτυξη της ομάδας του. Παρεμπιπτόντως, ο Σαλπιγγίδης ξεκουράστηκε ελάχιστα μετά τους αγώνες της Εθνικής στο Μουντιάλ και χρειάζεται επειγόντως ανάπαυση.
Ο Κρέσιτς σε άλλο ένα ματς πραγματοποίησε τρομερή επέμβαση στο τετ α τετ του Μαρτίν στο δεύτερο ημίχρονο, αποκαλύπτοντας τα μεγάλα προσόντα του και αποσοβώντας τα χειρότερα.
Ο Βιτόλο “κατάπιε” πάλι πολλά χιλιόμετρα, έκοψε μπαλιές, προσπάθησε, αλλά χωρίς τον Γκαρσία δίπλα του είχε πρόβλημα, αφού ο Φωτάκης δεν ανταποκρίθηκε και αυτό έπαιξε τον ρόλο του στην εμφανή απώλεια της μεσαίας γραμμής από πλευράς ΠΑΟΚ. Ο Βιεϊρίνια είχε κέφια, αλλά είναι ουτοπία να τα περιμένουν όλα απ’ αυτόν. Οι αλλαγές του Λίνο και του Παπάζογλου δεν προσέφεραν τίποτα, ενώ ο Γκαρσία ήταν απίθανο σε ένα τέταρτο, που έπαιξε, να αλλάξει την εικόνα του αγώνα.
Όλα τα παραπάνω κακώς κείμενα αφορούν παρατηρήσεις για το συγκεκριμένο ματς και τίποτα περισσότερο. Δεν σημαίνει, θέλω να πω, ότι επειδή έκανε ένα πολύ κακό παιχνίδι και έχασε δυο βαθμούς ο ΠΑΟΚ ξαφνικά έγινε και κακή ομάδα. Ένα ματς ήταν και τελείωσε. Προκάλεσε προβληματισμό, αλλά πάμε στο επόμενο… Η ομάδα έχει αποδεδειγμένα δυνατότητες, ποιοτικό ρόστερ και είναι “ψημένη και δοκιμασμένη τα τελευταία χρόνια στα δύσκολα.
Θα έρθουν αναπόφευκτα και οι κακές εμφανίσεις και τα ανεπιτυχή αποτελέσματα μέσα στη σεζόν. Το θέμα είναι εάν αυτά θα είναι πολλά ή λίγα, όταν θα γίνει η τελική σούμα. Η καταστροφολογία, η κινδυνολογία και τα πρόωρα αρνητικά συμπεράσματα στερούνται ψυχραιμίας, λογικής και επιχειρημάτων, ειδικά όταν αυτά τα αρνητικά συμπεράσματα εξάγονται μόλις την τρίτη αγωνιστική του πρωταθλήματος τον μήνα Σεπτέμβριο.
ΥΓ: Όσοι εξιδανικεύουν την εποχή Σάντος ξεχνούν, μάλλον, πόσα παιχνίδια πήρε ο ΠΑΟΚ απέναντι σε μικρομεσαίες ομάδες στη Τούμπα, με αρκετά τυχερά γκολ στα τελευταία λεπτά ή στις καθυστερήσεις και με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τον Μπακαγιόκο.