Ο 'Θάνατος του Κύκνου': Ποια τον χόρεψε καλύτερα

Η Μάγια Πλισέτσκαγια, η Σβετλάνα Ζαχαρόβα και η Ουλιάνα Λαπάτκινα πήγαν το τέλος της Οντέτ σε υψίπεδα που η Άννα Πάβλοβα θα ήταν περήφανη.

Ο 'Θάνατος του Κύκνου': Ποια τον χόρεψε καλύτερα

Πολύ λίγες καταστάσεις στη σύγχρονη Τέχνη είναι πιο αναγνωρίσιμες από το 'Θάνατο του Κύκνου', στη 'Λίμνη των Κύκνων'. Στο μπαλέτο, δε, η σκηνή είναι τόσο διάσημη, που μόνον η στιγμή παράνοιας της Ζιζέλ μπορεί να συγκριθεί.

Ο 'Θάνατος' αναδεικνύει την καλλιτεχνία, τον τρόπο που η μπαλαρίνα φτάνει πολύ κοντά σε αυτό που πρέπει να θεωρείται η απόλυτη μέθεξη. Βεβαίως, τούτη η δημοφιλία προκύπτει από μία σειρά θεωρητικών συμβάντων, όπως το ότι για να μην ακούσεις έστω μία νότα από το αραβούργημα του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι τα Χριστούγεννα πρέπει να είσαι ή αγέννητος ή να ανήκεις στην Αλ-Κάιντα.

Στη 'Λίμνη των Κύκνων', το μπαλέτο που ο Τσαϊκόφσκι δημιούργησε το 1875 και (ή) το 1876, δεν εμπεριέκλειε το 'Θάνατο'. Αυτό το μονόπρακτο είναι σημαντικό, διότι δεν δημιουργήθηκε απλώς για να χορευτεί, από το διάσημο χορογράφο Μιχαήλ Φόκιν, αλλά για συγκεκριμένη μπαλαρίνα: τη λελογισμένη πρώτη σπουδαία πρίμα μπαλαρίνα όλων των εποχών, Άννα Πάβλοβα.

Η Πάβλοβα, υπό μία έννοια, είναι ο 'Θάνατος'. Για αυτήν γράφτηκε, ο Σεν Σενς για εκείνη ύφανε τη μελωδία του. Λέγεται, μάλιστα, μία φορά ότι η μυθική ντίβα, ενώ προσπαθούσε να χορέψει τη μουσική που είναι γνωστή ως 'Carnival of the Animals', παραπονέθηκε στον πιανίστα επειδή "ο ρυθμός είναι αργός, ο Σεν Σενς την έχει γράψει σε πιο γρήγορο μοτίβο".

Ο πιανίστας εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε και, αφού υποκλίθηκε, ανακοίνωσε: "Σεν Σενς, στις υπηρεσίες σας".

Η αιώνια συζήτηση

(η εκδοχή της Λαπάτκινα)

Το μπαλέτο προφανώς δεν λογίζεται ως σπορ, όπως δεν λογίζεται ως χορός, με τη στενή έννοια του όρου. Ωστόσο, είναι ο προπομπός τους. Η αθλητική κίνηση που προάγει τη συμμετρία χαρακτηρίζεται ως μπαλέτο -και όχι μόνο στα αυτονόητα, τη ρυθμική γυμναστική, τη συγχρονισμένη κολύμβηση και το καλλιτεχνικό πατινάζ- μάλιστα ακόμα και στο ποδόσφαιρο οι ρίζες του είναι πολύ ισχυρές.

Όταν η Ρεάλ Μαδρίτης κατέκτησε το πέμπτο διαδοχικό Κύπελλο Πρωταθλητριών της, το 1960 στη Γλασκώβη, με το 7-3 επί της Άιντραχτ Φρανκφούρτης, ήταν τόσο πειστική η εμφάνισή της που της αποδόθηκε το προσωνύμιο 'λευκό μπαλέτο'. Άλλο πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι το 'Νουρέγιεφ', που για τους λάτρεις του ελληνικού ποδοσφαίρου της δεκαετίας του '80 παραπέμπει στον Βασίλη Χατζηπαναγή, ενώ το μπαλέτο μπορεί να χρησιμεύσει και σε αθλητές που προορίζεται να ασχολούνται με άλλα αθλήματα.

Πιο χαρακτηριστικό και σύγχρονο είναι το παράδειγμα του Ουκρανού Βασίλ Λοματσένκο, ενώπιον του οποίου οι Λατινοαμερικανοί φωνάζουν 'No mas', ο οποίος έκανε μπαλέτο από τα 9 έως τα 12 κατόπιν προτροπής του πατέρα του και που εκεί, εκτός των άλλων, αποδίδεται η τρομερή ισορροπία του στο ρινγκ.

Επίσης, όσο κι αν η τέχνη δεν είναι θέσφατο, η συζήτηση για το ποια μπαλαρίνα είναι η καλύτερη διαιωνίζεται. Υπάρχουν οι ρέκτες του παρελθόντος, εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η Γκαλίνα Ουλάνοβα, η Μάγια Πλισέτσκαγια, η Ισιδώρα Ντάνκαν και η Μαργκό Φοντέιν είναι οι μόνες που δικαιούνται να μαλώνουν για την κορυφή στο παλκοσένικο και άλλοι που θεωρούν ότι το μπαλέτο έχει προοδεύσει τόσο που οι σύγχρονοι είναι άνευ συναγωνισμού, στα άλματά τους, στην ισορροπία τους, συνολικά στην κινησιολογία.

Η ερώτηση σε μία Ρωσίδα καθηγήτρια, που κάποτε έπρεπε να αποφασίσει αν ήθελε να ακολουθήσει την επιστήμη της φιλολογίας ή να γίνει πρίμα μπαλαρίνα στα Μπαλσόι, κατέστησε σαφή την επιλογή. Στην ερώτηση για το ποιος είναι ο καλύτερος χορευτής μπαλέτου και ποια η κορυφαία μπαλαρίνα, η απάντηση ήταν μονολεκτική και εξόχως ρώσικη: "Ο τελευταίος". Πάει να πει, για να ειπωθούν δύο ενδεικτικά ονόματα στα οποία επέστησε την προσοχή, ο Νικαλάι Τσισκαρίτζε και η Σβετλάνα Ζαχαρόβα.

Η αχλύς του μύθου, βεβαίως, περιβάλλει το μπαλέτο εκ των ων ουκ άνευ. Οι πρώτες μπαλαρίνες υπήρχαν πάντα αυτονοήτως ως 'Divina', ισοϋψώς, αν όχι ευκολότερα, με τη Μαρία Κάλλας. Οι εποχές που το δέρμα της γυναίκας θεωρούνταν πολύτιμο υλικό ανάγονται στο μακρινό παρελθόν, οπότε το μπαλέτο ήταν μία ζωογόνος κατάσταση για τα αρσενικά των κρύων χορών. Ένας γυμνός ώμος, αν σήμερα είναι... τρεις και τέταρτο, ήταν σκανδαλώδης, οδηγούσε στη διαπόμπευση, όχι, όμως, στα Μπαλσόι, τα Μαρίνσκι και τις ιταλικές όπερες.

Και στο παρόν, οι μπαλερόν και οι μπαλαρίνες θεωρούνται εθνικοί θησαυροί, ακόμα και να μην έχουν την προσφορά του Μίσα Μπαρίσνικαφ στο δυτικό πολιτισμό, αυτό, άλλωστε, είναι το λιγότερο για τους Ρώσους

Η Ζαχάροβα χόρεψε πολύ πειστικά το 'Θάνατο' του Σεν Σενς, την Άφιξη των Κανίβαλων. Μάλιστα, υπάρχει ένα βίντεο στο YouTube με τρεις υπέροχες παραστάσεις, πρώτα της Μάγια Πλισέτσκαγια, έπειτα της ίδιας και στο τέλος, αλλά ουδόλως έσχατη, της Ουλιάνα Λαπάτκινα, της χορεύτριας που ήταν η Καλλιτέχνιδα της Ρωσίας για το 2006.

Το ζήτημα είναι πρακτικό, ωστόσο η αίσθηση των Ρωσίδων για την κίνηση σε όποιον τομέα εξαρτάται από εκείνη περιποιεί το θαυμασμό. Πλην της Μάγια, οι δύο τελευταίες είναι πιο σύγχρονες και ασφαλώς περιζήτητες σε όλες τις μορφές τέχνης, από το θέατρο ως και τον κινηματογράφο. Η Ζαχάροβα έχει ολόκληρο φεστιβάλ χορού αφιερωμένο στην ίδια, με την επωνυμία 'Σβετλάνα'.

Τα χέρια της Μάγια

(η εκδοχή της Πλισέτσκαγια)

Κι αν η συζήτηση για το ποια χόρεψε τον 'Θάνατο' καλύτερα είναι... ποδοσφαιρική, κάθε μία εξ αυτών έδωσε κάτι σημαντικό στο ρόλο.

Η Μάγια Πλισέτσκαγια, μπαλαρίνα τέτοιου διαμετρήματος που όχι απλώς ήταν φίλη με τον Ρόμπερτ Κένεντι αλλά είχε ονομάσει το σκάφος του 'Μάγια', χωρίς καν να είναι ερωμένη του, μπαίνοντας με την πλάτη στη σκηνή σε οποιαδήποτε ηλικία, σχεδόν έγινε ο Κύκνος. Η Μάγια απέδωσε το... μονόλογο θαυμαστά ακόμα και στα 61 της, το 1986 στο Τόκιο. Το ονειρώδες στην είσοδό της είναι τα χέρια της.

Με αυτά περνά ο θεατής στον ονειροκόσμο, διότι η Μάγια μοιάζει να μην έχει κόκαλα, να καθορίζονται μόνο εκ των έσω. Δημιουργούν μία μαγευτική ψευδαίσθηση, σχεδόν τρισδιάστατη, καθώς φαίνεται ότι βρίσκονται σε πολλά μέρη ταυτοχρόνως. Ο Κύκνος της Μάγια δεν πεθαίνει εκκωφαντικά, αντιλαμβάνεται ότι η μάχη είναι μάταιη και διανύει τις τελευταίες στιγμές του στον κόσμο με την ελπίδα του να κυμαίνεται μόνο στο ψυχικό στάδιο.

Αν τα φτερά ανοιγοκλείνουν, είναι μόνο μία δοκιμασία που ο Κύκνος αναγνωρίζει ότι πρέπει να περάσει. Και η Μάγια αρχίζει να πέφτει, να ξεψυχάει, να εξαϋλώνεται.

H Σβετλάνα Ζαχάροβα, από την άλλη, δεν παραιτήθηκε χωρίς μάχη. Τα χέρια της Πλισέτσκαγια καθόρισαν την είσοδο για όλες τις άλλες μεγάλες. Από εγωισμό και μόνο, μία μπαλαρίνα του επιπέδου της Ζαχάροβα δεν θα ακολουθούσε ένα μοτίβο το οποίο θα ήταν σίγουρο ότι θα έπληττε την υστεροφημία της.

(η εκδοχή της Ζαχάροβα)

Ο στόχος της, σε αντίθεση με τη στωικότητα της Πλισέτσκαγια, ήταν να προσφέρει μία μάχη. Τα πόδια της δείχνουν αποφασιστικότητα, τα χέρια της τεντώνονται απότομα και προσγειώνονται αργά, ανεβαίνουν στον ουρανό και ζητούν επιτακτικά την ανάσταση. Ο Κύκνος της Φωτεινής (όπως μεταφράζεται στα ελληνικά το όνομά της) δεν παραδίδεται, ωστόσο παραδίδει μία βιβλική ιστορία, μία μάχη με το θηρίο.

Η Ζαχάροβα πονάει, ο ατέλειωτος λαιμός της δεν επιζητά τη λύτρωση, αλλά τη σωτηρία. Στο τέλος, έχοντας μείνει πια το χούι, αφήνει το χέρι να πέσει αναδεικνύοντας την τραγικότητα της προηγούμενης ανυπακοής, που μοιάζει να είναι μία πράξη απέναντι στο κατεστημένο της μοίρας

Ουδεμία σχέση, δηλαδή, με τα παιδικά βήματα της Λαπάτκινα, που μπαίνει στο φως αναζητώντας τη μοναξιά, την παραμονή στο γήινο κόσμο, όχι επειδή κάποιος θα την λυπηθεί, αλλά διότι δεν θα την προσέξουν. Στήνει τον ιστό της θεατρικότητας όχι με τα χέρια, καθώς η Πλισέτσκαγια υπάρχει και σε αυτήν την περίπτωση ως καθοριστικός παράγοντας, αλλά με τα πόδια, που παιχνιδίζουν και προσπαθούν να μην παράγουν τον παραμικρό θόρυβο.

Ο Κύκνος της μοιάζει μικρός σε ηλικία, ανέτοιμος τόσο να πληρώσει το τίμημα όσο και να δώσει τη δική του μάχη, να καταλάβει, εν ολίγοις, τι είναι αυτό που συμβαίνει και πού θα οδηγήσει. Απευθύνεται ικετευτικά στον Θεό, αναρωτώμενη, σε ένα βαθμό, για το τι είναι αυτό που πρόκειται να διατάξει για τη μοίρα της, δοκιμάζει όλες τις διαθέσιμες επιλογές που διαθέτει εκείνη τη στιγμή, αλλά καμία δεν έχει συνέχεια. Το τελευταίο απότομο τίναγμα, ενώ είναι κάτω, διαδέχεται ποια η παραδοχή και το τελευταίο γλίστρημα αποτυπώνει με ακρίβεια τις τελευταίες στιγμές και εκείνο που πρόκειται να γίνει.

Είναι μόνο μερικές από τις επιλογές. Υπάρχουν μπαλαρίνες όπως η πολύτιμη μαθήτρια του Τζον Κράνκο και της Σχολής της Στουτγάρδης, Σιλβί Γκιγέμ, η Φοντέν και η Ντάνκαν, αλλά και τα σαΐνια της δεύτερης δεκαετίας του 21ου πρώτου αιώνα, άφθαστες αθλήτριες και απαράμιλλες αρτίστες.

Η 'Λίμνη των Κύκνων', η 'Ζιζέλ', ο 'Δον Κιχώτης' ασφαλώς απέχουν από το να θεωρούν αθλητικά δρώμενα, αλλά το μπαλέτο έχει τροφοδοτήσει τον αθλητισμό με την ύπαρξή του ως παρομοίωση. Το backhand του Ρότζερ Φέντερερ, ενδεχομένως και μία ωραία ομαδική προσπάθεια βρίσκουν το χώρο τους στη χορογραφία και γίνονται τα προσηλυτιστικά στοιχεία που τα σπορ χρειάζονται για να κρατούν την επαφή τους με το ρομαντισμό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ