Ποιος είναι ο κορυφαίος heavyweight στην ιστορία;

Πολλοί είναι οι πυγμάχοι που διεκδικούν το Κέρας της Αμάλθειας για τον πιο σημαντικό στη βαρέων βαρών. Αλλά με ποιο κριτήριο μπορεί να ανακηρυχθεί κάποιος ο καλύτερος όλων;

Πυγμαχικά γάντια που φορούσε ο θρύλος Μοχάμεντ Αλί στην διάρκεια του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος βαρέων βαρών κόντρα στον Τζο Μπούγκνερ, στην Κουάλα Λουμπούρ το 1975. Η φωτογραφία αυτή τραβήχτηκε στις 12 Μαΐου του 2007.  (AP Photo/Frank Augstein)
Πυγμαχικά γάντια που φορούσε ο θρύλος Μοχάμεντ Αλί στην διάρκεια του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος βαρέων βαρών κόντρα στον Τζο Μπούγκνερ, στην Κουάλα Λουμπούρ το 1975. Η φωτογραφία αυτή τραβήχτηκε στις 12 Μαΐου του 2007. AP PHOTO/FRANK AUGSTEIN

Το βίντεο με το οποίο ο Μάικ Τάισον ανακοινώνει την επιστροφή του αποτελεί, πέραν της απόλαυσης και της στιγμιαίας έντασης που προσφέρει στο θεατή, μια τεχνολογική δικαίωση για τον 53χρονο πυγμάχο (είναι δέον, πια, να του αποδοθεί αυτή η ιδιότητα, μια και όντως βρίσκεται σε διαδικασία επιστροφής). Ο ήχος είναι ζοφερός, έρχεται από το υπερπέραν, από την προσπάθεια που για τους περισσότερους από εμάς δεν είναι αναγνωρίσιμη.

Για όσους γνώρισαν τον Τάισον κατόπιν εορτής, τα τεχνολογικά μέσα δεν βοηθούσαν ώστε να αποτυπωθεί ακριβώς η τερατικότητα αυτού του αθλητικού φαινομένου. Μπορούσες να κατανοήσεις το φόβο του κακομοίρη που ζωνόταν με όποια πανοπλία υπήρχε για να τον αντιμετωπίσει, αλλά όσες αισθήσεις λειτουργούν την ίδια στιγμή (ή, έστω, εναλλάξ, με ταχύτητα απροσδιόριστη), τόσο περισσότερο το θέαμα προσεγγίζει την πληρότητα. Ασφαλώς τούτο φέρνει μαζί του την απορία: πώς ακούγονταν οι γροθιές του Τζορτζ Φόρμαν; Του Σόνι Λίστον; Του Τζακ Ντέμπσι; Του Τζο Λούις; Από πού προερχόταν η ηλεκτρισμένη φωνή του Μοχάμεντ Αλί όταν σκάρωνε στίχους με τους οποίους προέβλεπε τα νοκ άουτ του; Ποια βεβήλωση πραγματοποιούσαν οι βρυχηθμοί του Τζο Φρέιζερ;

Οι πυγμάχοι βαρέων βαρών, οι heavyweights, είναι και παραμένουν στο αθλητικό μοτίβο εκείνοι που θεωρούνται κορυφαίοι αθλητές παγκοσμίως. Πηγαίνοντας προς το Τάισον-Χόλιφιλντ, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τα ducks του πρώτου απέναντι στις μαραθώνιες προπονήσεις του δεύτερου, που έχτισαν ένα σώμα το οποίο άντεχε πρωτόγνωρα βασανιστήρια και κακουχίες. Καμία αμφιβολία ότι ο Εβάντερ, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 συνοδοιπόρος του Iron Mike σε ό,τι αποκλήθηκε Loser’s Team, η ομάδα των χαμένων, ούτως ειπείν τα μαύρα άλογα για την πρόκριση στους Ολυμπιακούς του ’84, θα είναι απολύτως έτοιμος όταν φτάσει η ώρα να αντιμετωπίσει τον άνθρωπο που όχι πολλά χρόνια πριν του ζήτησε συγγνώμη που του δάγκωσε το αυτί και που, για διαφημιστικούς λόγους, του επέστρεψε το κομμάτι που ξέσκισαν τα φρενιασμένα δόντια του. Οι συγκρίσεις για τον κορυφαίο όλων των εποχών είναι συνήθως εσφαλμένες.

Όποιο κι αν είναι το κριτήριο, υπάρχει κάτι άλλο που αναγκαστικά δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. Ο Μάικλ Τζόρνταν είναι για τους φαν του ο κορυφαίος παίκτης όλων των εποχών στο μπάσκετ διότι έχει έξι στους έξι τελικούς στο ΝΒΑ και δεν έχει παίξει έβδομο παιχνίδι, ενώ ο ΛεΜπρόν Τζέιμς, για τους δικούς του, ακριβώς επειδή έπαιξε έβδομο παιχνίδι σε τελικούς του ΝΒΑ και η ομάδα του ανέτρεψε το εις βάρος της 3-1 για να φτάσει στο δαχτυλίδι επί ενός αντιπάλου που είχε 73-9 την κανονική περίοδο. Οπότε πάντα κάτι χωλαίνει, με τις εξαιρέσεις να είναι ελάχιστες (ο Αλεξάντερ Καρέλιν στην ελληνορωμαϊκή, ο Μάικλ Φελπς στην κολύμβηση). Ωστόσο, γίνεται να υπάρξει προσεγγιστική σύγκριση.

Να μία λίστα πυγμάχων στα βαρέα βάρη η οποία μπορεί να διεκδικεί με αξιώσεις την κορυφή των κορυφών: Τζακ Τζόνσον, Τζακ Ντέμπσι, Τζο Λούις, Ρόκι Μαρτσιάνο, Σόνι Λίστον, Μοχάμεντ Αλί, Τζο Φρέιζερ, Τζορτζ Φόρμαν, Λάρι Χολμς, Μάικ Τάισον, Εβάντερ Χόλιφιλντ, Λένοξ Λιούις, Τάισον Φιούρι. Στην παρένθεση είναι οι χρονολογίες επαγγελματικής ενασχόλησης με την πυγμαχία. Στα ρεκόρ νικών, τελευταίος δείκτης είναι οι ισοπαλίες.

  • Τζακ Τζόνσον (1897-1931): Ρεκόρ 70-11-11 (35 νοκ άουτ).
  • Τζακ Ντέμπσι (1914-1927): Ρεκόρ 68-6-11 (53 νοκ άουτ).
  • Τζο Λούις (1934-1951): Ρεκόρ 66-3-0 (52 νοκ άουτ).
  • Ρόκι Μαρτσιάνο (1947-1955): Ρεκόρ 49-0-0 (43 νοκ άουτ).
  • Σόνι Λίστον (1953-1970): Ρεκόρ 50-4-0 (39 νοκ άουτ).
  • Μοχάμεντ Αλί (1960-1981): Ρεκόρ 56-5-0 (37 νοκ άουτ).
  • Τζο Φρέιζερ (1965-1981): Ρεκόρ 32-4-1 (27 νοκ άουτ).
  • Τζορτζ Φόρμαν (1969-1997): Ρεκόρ 76-5-0 (68 νοκ άουτ).
  • Λάρι Χολμς (1973-2002): Ρεκόρ 69-6-0 (44 νοκ άουτ).
  • Μάικ Τάισον (1985-2005): Ρεκόρ 50-6-2* (44 νοκ άουτ). *Δεν παρουσιάστηκε σε αναμέτρηση που είχε προγραμματιστεί.
  • Εβάντερ Χόλιφιλντ (1984-2011): Ρεκόρ 44-10-2-1* (27 νοκ άουτ). *Δεν παρουσιάστηκε σε αναμέτρηση που είχε προγραμματιστεί.
  • Λένοξ Λιούις (1989-2003): Ρεκόρ 41-2-1 (32 νοκ άουτ).
  • Τάισον Φιούρι (2008- ): Ρεκόρ 30-0-1 (21 νοκ άουτ).

Από το συνολικό ρεκόρ, μπορείς να εξάγεις το συμπέρασμα ότι ο Ρόκι Μαρτσιάνο, ο μόνος αήττητος βαρέων βαρών που δεν είναι εν ενεργεία, πρέπει να λογίζεται ως κορυφαίος όλων. Η επαγωγική διαδικασία ξεκινά με την πρόταση ότι αυτή η προσέγγιση δεν θα μπορούσε να είναι πιο απομακρυσμένη από την αλήθεια. Ωστόσο, ακόμα και το ενάντιο σε αυτήν τη συμπερασματική ακολουθία χρειάζεται να αποδειχθεί. Όλοι οι πυγμάχοι έχουν τα ελαττώματά τους. Για την κορυφή της βαρέων βαρών, αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι ατέλειές τους κάνουν υπαρκτή την ένταση στη συζήτηση.

-Ρόκι Μαρτσιάνο: Ο Μαρτσιάνο, εκείνος που έχει κάνει το 49-0, ήταν ένας φαινομενικός αθλητής, αφού ναι μεν πέτυχε σπουδαίους πυγμάχους στην παρακμή τους, αλλά κοίταζε τον κόσμο από τα 173 εκατοστά και είναι ο κοντύτερος στη λίστα. Ακόμα και αυτό το αθλητικό θαύμα που λέγεται Μάικ Τάισον, ίσως ο καλύτερος αμυντικός ανάμεσα σε όλους, είναι 1,78μ. Συν τοις άλλοις, ο ‘βράχος του Μπρόκτον’ ήταν πολύ αδύνατος για heavyweight. Τα 85 κιλά, που κουβαλούσε για να μπει στο ρινγκ, ήταν συνήθως 20 με 25 λιγότερα από τον πάντα πιο ψηλό αντίπαλό του. Ο Μαρτσιάνο αντιμετώπισε τον κατά 10 πόντους ψηλότερο Τζέρσεϊ ‘Τζο’ Γουόλκοτ στον περίφημο αγώνα του 1952, όταν κατάφερε να κάνει το νοκ άουτ στον τελευταίο γύρο επί του 39χρονου πυγμάχου, αν και και είχε πέσει στον πρώτο. Σχεδόν δεν έβλεπε σε εκείνο το 13ο γύρο, όταν έκανε το περίφημο τζαμπ του, τη Suzie Q, απέναντι σε έναν αντίπαλο που περίμενε να αδειάσει η κλεψύδρα. Το στυλ του ήταν ανεπανάληπτο, όχι όμως επειδή πληρούσε τους κανόνες της αρμονίας, αλλά διότι είχε κάτι άγαρμπο. Ο Μαρτσιάνο δεν ήταν σταρ, όπως, παραδείγματος χάρη, ο πρώτος μεγάλος της κατηγορίας, ο Τζακ Τζόνσον. Επίσης, όσο κι αν οι Τζο Λούις, Έζαρντ Τσαρλς και Τζο Γουόλκοτ ήταν σπουδαία ονόματα, αντιμετώπισαν τον Ρόκι, ο οποίος σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα ανήμερα των 46ων γενεθλίων του, στο λυκόφως της τέταρτης δεκαετίας της ζωής τους.

-Τζακ Τζόνσον: Λείπει η καταγραφή. Υπάρχουν κάμερες που δείχνουν αγώνες, όπως αυτός με τον Τόμι Μπερνς το 1908 και στις 4 Ιουλίου του 1910 με τον Τζέιμς Τζέφρις που ήθελε “να δείξω ότι ένας λευκός υπερέχει ενός νέγρου”, και έφαγε μπόλικο ξύλο πέφτοντας νοκ άουτ στο 15ο γύρο, αλλά ο Τζόνσον παραμένει, όπως είναι λογικό ένα μυστήριο. Παντρεμένος με λευκή γυναίκα, την οποία το 1910 κυνηγούσαν για πορνεία, ο Τζόνσον διέλυε τους αντιπάλους του και απολάμβανε να είναι ο πιο αγαπητός μαύρος, όσο γινόταν να ισχύει κάτι τέτοιο. Μέχρι το 1907 ο ίδιος είχε τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή στους... μαύρους, αφού υπήρχε αυτή η κατηγορία, και οι εφτά αναμετρήσεις του με τον Τζόι Τζινέτ έχουν μόνο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Αφού νίκησε τον Μπερνς, υπερασπίστηκε τον τίτλο του 8 φορές, πριν ηττηθεί από τον Τζες Γουίλαρντ, έναν πυγμάχο 1,99μ., στις 5 Απριλίου του 1915, σε έναν αγώνα που κράτησε... 26 γύρους και ο Τζόνσον έπεσε νοκ άουτ.

-Τάισον Φιούρι: Δεν δικαιούται ακόμη να ομιλεί για κορυφές, ωστόσο έχει νικήσει τον Βλαντιμίρ Κλίτσκο, τον Ντιόντεϊ Γουάιλντερ και δεν έχει χάσει ακόμη από κανέναν. Ο Άντονι Τζόσουα τον αποφεύγει όπως η Τζόαν Κρόφορντ την Μπέτι Ντέιβις, ωστόσο μελλοντικά θα κριθεί τόσο για την ποιότητα των αντιπάλων του όσο και για τη δική του καριέρα.

-Μάικ Τάισον: Ήταν και παραμένει ο νεότερος παγκόσμιος πρωταθλητής στην ιστορία, όταν στις 22 Νοεμβρίου 1986 νίκησε στα 20 χρόνια και 145 μέρες τον Τρέβορ Μπέρμπικ και πήγαινε για να γίνει ο κορυφαίος όλων των εποχών, μέχρι που έχασε από τον Μπάστερ Ντάγκλας στο Τόκιο το 1990. Έπειτα, παρ’ ό,τι δεν λογιζόταν μεγάλος, έχασε δύο φορές από τον Χόλιφιλντ και μία από τον Λένοξ Λιούις, έκανε φυλακή για ενδοοικογενειακή βία, τιμωρήθηκε για χρήση κάνναβης. Τα ακαταμάχητα ducks πηγαίνοντας προς τον αντίπαλο τρομακτικός, με τα δόντια ακονισμένα, για να εξαπολύσει ένα κοφτό αριστερό χουκ, έφεραν νέες προοπτικές στην κατηγορία. Ο Τάισον επίσης δεν απέφυγε πυγμάχους, πλην του Τζορτζ Φόρμαν, ωστόσο η κατηγορία του, στα δικά του καλά χρόνια, ήταν σχεδόν άδεια. Μοιάζει η πιο σημαντική νίκη του, να επιτεύχθηκε επί του...

-Σόνι Λίστον: Ο Τζορτζ Φόρμαν τον θεωρεί τον πιο δυνατό πυγμάχο στην ιστορία, αλλά η ήττα του από τον Κάσιους Κλέι (πριν γίνει Μοχάμεντ Αλί) στις 25 Φεβρουαρίου 1964, όταν δεν βγήκε για τον έβδομο γύρο, ήταν εκείνη που καθόρισε την καριέρα του. Ένα χρόνο και τρεις μήνες μετά, έχασε από τη γροθιά-φάντασμα του Αλί στον πρώτο γύρο, μία αναμέτρηση που λέγεται ότι ο ίδιος ο ‘Big Bear’ επεδίωξε να χάσει. Ο Λίστον ήταν ένας από τους πυγμάχους που δεν αγαπούσαν αυτό που έκαναν, αλλά αγωνιζόταν επειδή ήταν εξαιρετικός και διότι πληρωνόταν. Με άγνωστη ημερομηνία γέννησης, παραμένει εκτιμώμενη η ημερομηνία θανάτου. Φέρεται να σκοτώθηκε από υπερβολική δόση ηρωίνης στις 30 Δεκεμβρίου 1970, ενώ βρέθηκε από τη σύζυγό του, Τζέραλντιν, 6 μέρες αργότερα. Η υπόθεση έκλεισε χωρίς στην πραγματικότητα να αποδειχθεί κάτι, με αποτέλεσμα να μην ξέρουμε καν αν αυτός ο άνθρωπος όντως υπήρξε.

-Λάρι Χολμς: Ένας γοητευτικός μποξέρ βαρέων βαρών, με εκπληκτικές ικανότητες, τεχνικά άρτιος, που αντιμετώπιζε τους αγώνες του ως μία επίδειξη υψηλής τεχνικής. Για να καταλάβει κάποιος τη διάρκειά του, ο τελευταίος αγώνας του ήταν πριν 18 χρόνια, το 2002, και τώρα έχει κλείσει τα 70. Ο Χολμς δεν είχε αυτό το μαγνητικό πεδίο που είχε ο Μοχάμεντ Αλί, όμως στο ρινγκ ήταν άφταστος. Για πάνω από 9 χρόνια, από τις 9 Ιουνίου του 1978 και το έπος με τον Κένι Νόρτον έως τις 21 Σεπτεμβρίου του 1985 και την ήττα από τον Μάικλ Σπινκς, ο Χολμς ήταν παγκόσμιος πρωταθλητής στα βαρέα βάρη και είχε κάνει 19 υπερασπίσεις. Η δεύτερη διαδοχική ήττα από τον Σπινκς και κυρίως εκείνη από τον Τάισον, στις 21 Ιανουαρίου του 1988, τον πέρασαν στην κατηγορία του βετεράνου. Πάντως, παρά τις ήττες από τον Χόλιφιλντ και τον Όλιβερ ΜακΚόλ, ο Χολμς είχε την ευκαιρία να γίνει ο γηραιότερος παγκόσμιος πρωταθλητής στην ιστορία, αλλά στις 24 Ιανουαρίου του 1997 έχασε στην Κοπεγχάγη από τον Μπράιαν Νίλσεν, για τον τίτλο της ΙΒΟ.

-Τζορτζ Φόρμαν: Αυτός είναι ο γηραιότερος παγκόσμιος πρωταθλητής στην ιστορία, αφού 44 χρόνων και 299 ημερών, στις 5 Νοεμβρίου του 1994, νίκησε τον Μάικλ Μούρερ στο ‘MGM Grand’ του Λας Βέγκας, με νοκ άουτ στο 10ο γύρο. Ο Φόρμαν, που όπως ο Αλί, ο Φρέιζερ και ο Λιούις, έχει χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο, από το 1972, θεωρείται ένας από τους πιο δυνατούς πυγμάχους στην ιστορία. Πριν χάσει από τον Αλί στην Κινσάσα, είχε ρίξει τον Φρέιζερ κάτω έξι φορές για να πάρει τον πρώτο παγκόσμιο τίτλο του, στις 22 Νοεμβρίου 1973 στο Κίνγκστον της Τζαμάικα και είχε διαλύσει, επίσης, τον Κεν Νόρτον, με νοκ άουτ στις αρχές του δεύτερου γύρου. Περιττό να ειπωθεί, η ιστορία του Ζαΐρ είναι η πιο διάσημη του ‘Big George’, ενός πυγμάχου που δεν ήταν απλώς δυνατός, αλλά είχε και τακτικό πλάνο, ωστόσο το μακελειό με τον Ρον Λάιλ, ενάμιση χρόνο μετά, έχει καταγραφεί ως ένας από τους πιο εξοντωτικούς πυγμαχικούς αγώνες στην ιστορία, αν και κράτησε 4 γύρους και 32 δευτερόλεπτα. Ο Φόρμαν σταμάτησε το 1977, γύρισε το 1987 και μέχρι και σχεδόν ένα μήνα πριν κλείσει τα 49 του αγωνιζόταν. Το ρεκόρ της δεύτερης θητείας του ήταν 31-3, με ήττες από τον Χόλιφιλντ, τον Τόμι Μόρισον και τον Σάνον Μπριγκς, αλλά σε αυτή τη... δεύτερη νεότητα δεν έπεσε ποτέ κάτω.

-Τζακ Ντέμπσι: Το περιοδικό ‘Ring’ τον είχε 10ο πιο δυνατό πυγμάχο του 20ού αιώνα, αν και έδωσε τον τελευταίο αγώνα του το 1927. Και τι αγώνας ήταν αυτός! Ο Ντέμπσι, ένας θυελλώδης μποξέρ, πήρε τον παγκόσμιο τίτλο το 1919 από τον Γουίλαρντ και τον κράτησε ως το 1926. Το 1921, αντιμετωπίζοντας τον Ζορζ Καρπεντιέ, ένας ρεπόρτερ μέτρησε 25 γροθιές του ‘Manassa Mauler’ σε 31 δευτερόλεπτα, μετά τη στιγμή που, υποτίθεται ότι, ο Γάλλος τον είχε τρομάξει με ένα δυνατό δεξί. Το 1923, είχε αποσυρθεί ως παγκόσμιος πρωταθλητής, αλλά οι επενδύσεις στα ακίνητα δεν πήγαν καλά. Επέστρεψε και έχασε τον τίτλο του, στις 23 Σεπτεμβρίου 1926, από τον Τζιν Τιούνι. Όταν τον ξαναβρήκε, στο ριμάτς, ο αγώνας πέρασε στην ιστορία για το μακρύ μέτρημα: στις 22 Σεπτεμβρίου του 1927 ο Τιούνι ήταν αφεντικό για τους πρώτους έξι γύρους, πριν ο Ντέμπσι τον ρίξει φαρδύπλατο στο πάτωμα. Επειδή δεν πήγε στη γωνία, ο διαιτητής ξεκίνησε το μέτρημα έπειτα από 5 δευτερόλεπτα και ο Τιούνι σηκώθηκε στο 9. Ο Ντέμπσι δεν έγινε ξανά παγκόσμιος πρωταθλητής και αποχώρησε οριστικά από το επαγγελματικό μποξ.

-Λένοξ Λιούις: Ένας τέλειος heavyweight, ο μόνος που έχει νικήσει Χόλιφιλντ και Τάισον, με τον πρώτο είχε και μία ισοπαλία ενώ ο ‘Iron Mike’, τον οποίο έβγαλε νοκ άουτ το 2002, ήταν πια στην πόρτα της εξόδου από το μποξ, έχει το στίγμα της ήττας του από τον Χασίμ Ράχμαν, στις 22 Απριλίου του 2001 στη Νότιο Αφρική. Ο Αμερικανός τον έβγαλε νοκ άουτ με ένα απίστευτο δεξί στο σαγόνι, ανάμεσα στα χέρια του. Ο Βρετανός πήρε την εκδίκησή του σχεδόν 7 μήνες μετά, στον τέταρτο γύρο, με ένα δεξί τζαμπ να συνοδεύει το αριστερό χουκ του. Αλλά αυτή η ήττα, δεύτερη έπειτα από εκείνη από τον ΜακΚόλ τον Σεπτέμβρη του 1994, είναι το μελανό σημείο.

-Τζο Λούις: Ο κόσμος δεν πήγαινε καλά το 1936 ούτως ή άλλως, αλλά κυρίως διότι ο Τζο Λούις έχασε από τον Μαξ Σμέλινγκ στο ‘Ýankees Stadium’ της Νέας Υόρκης, στις 19 Ιουνίου. Ο ‘Brown Bomber’ ήταν ως τότε ακαταμάχητος και στα 22 του ήταν 9 χρόνια νεότερος από τον Γερμανό. Όταν συναντήθηκε ξανά με τον Σμέλινγκ, στις 22 Ιουνίου του 1938, ήταν ήδη παγκόσμιος πρωταθλητής και ο αγώνας κράτησε 56 δευτερόλεπτα. Η νίκη θεωρήθηκε σταθμός για τη μαύρη φυλή στις ΗΠΑ, με τους αλαλαγμούς από τη λύτρωση να δημιουργούν την αίσθηση ότι περισσότερο για την επιβίωσή τους αγωνιζόταν. Ο Λούις ήταν ένας τρομερός πυγμάχος και το αριστερό άπερκατ θεωρείται κειμήλιο στην ιστορία του μποξ. Έμεινε 140 μήνες παγκόσμιος πρωταθλητής και έκανε 25 υπερασπίσεις τίτλου. Το αήττητό του έσπασε, σε μία παροιμιώδη αναμέτρηση, ο Έζαρντ Τσαρλς το 1950. Ο Λούις θα αποχωρούσε πιο πριν, αλλά είχε σημαντικά οικονομικά προβλήματα, παρά τις επιτυχίες του. Ο Μαρτσιάνο τελείωσε την καριέρα του, στις 26 Οκτωβρίου του 1951, με τεχνικό νοκ άουτ στον όγδοο γύρο. Ο Ρόκι έκλαψε σαν παιδί στα αποδυτήρια, μετά τη νίκη του επί του πυγμάχου που αποτελούσε το ίνδαλμά του.

-Τζο Φρέιζερ: Οι δύο ήττες από τον Μοχάμεντ Αλί, κυρίως εκείνη στη Μανίλα το 1975, περισσότερο προσθέτουν παρά αφαιρούν από το μύθο του. Άλλωστε, λέγεται ότι ήταν η αναμέτρηση που ευθύνεται για τη νόσο Πάρκινσον του Αλί. Ο ‘Smokin’ Joe’ ήταν ο πρώτος που έριξε τον Αλί κάτω, στις 8 Μαρτίου 1971 στο ‘Madison Square Garden’. Αλλά δεν μπορούσε να πάει κοντά στον Τζορτζ Φόρμαν. Μετά το Κίνγκστον και τα έξι νοκ ντάουν σε δύο γύρους, ο Φρέιζερ άντεξε 4 και 34 δευτερόλεπτα στις 15 Ιουνίου 1976. Ουσιαστικά αποχώρησε, αφού επέστρεψε για έναν αγώνα με τον Φλόιντ Κάμινγκς, το 1981, ο οποίος ανακηρύχθηκε ισόπαλος.

-Εβάντερ Χόλιφιλντ: Ένας πυγμάχος που ποτέ δεν ήταν απροετοίμαστος και που ξεκίνησε την καριέρα του από την ελαφρών βαρέων βαρών, για να πάει στη βαρέων βαρών, κάτι απίστευτα δύσκολο. Είναι ο μόνος πυγμάχος που είναι αδιαφιλονίκητος παγκόσμιος πρωταθλητής σε δύο κατηγορίες και στην κατηγορία των ερωτήσεων ‘πώς το έκανε αυτό’, η εικόνα του να παραμένει όρθιος μετά το άπερκατ από τον Ρίντικ Μπόου στον πρώτο από τους αγώνες της τριλογίας και έπειτα να του επιτίθεται, σίγουρα έχει εισιτήριο. Ο Χόλιφιλντ έχασε δύο φορές από τον Μπόου, έχασε από τον Μάικλ Μούρερ και τον Τζον Ρουίζ, αλλά και από τον Λιούις, με τους δύο τελευταίους αγώνες, πάντως, μετά τα 37 του. Πλέον, προετοιμάζεται για την αναμέτρηση με τον Τάισον και θα είναι σίγουρα ακμαίος, ο ‘χάλκινος’ ολυμπιονίκης του Λος Άντζελες το 1984, όταν έρθει η ώρα να μπει στο ρινγκ.

-Μοχάμεντ Αλί: Για τους περισσότερους εξ ημών, είναι ο κορυφαίος στην ιστορία. Έφερε χαρά σε χιλιάδες ανθρώπους, ανεξαρτήτως φυλής, ήταν εμβληματικός για τους μαύρους, στερήθηκε τα καλύτερα χρόνια του στην πυγμαχία για να μην πάει στο Βιετνάμ, ασπάστηκε το Ισλάμ, σκάρωνε τα πιο εντυπωσιακά στιχάκια και σχεδόν τα ράπαρε, απαγγέλοντάς τα, έφερε στο ρινγκ τη χορευτική κίνηση και την ταχύτητα, σε μια κατηγορία γεμάτη με βραδυκίνητους πυγμάχους και τα περισσότερα σλόγκαν του έγιναν σήμα κατατεθέν. Ο Αλί, ο μόνος πυγμάχος βαρέων βαρών που κέρδισε τρεις φορές τον τίτλο στην κατηγορία του, με τον Λίστον το 1964, τον Φόρμαν το 1974 και τον Λέον Σπινκς το 1978, είχε ελάχιστα ψεγάδια: τις ήττες του από τον Νόρτον και τον Σπινκς, μαζί με εκείνες από τον Χολμς και τον Μπέρμπικ, που έδωσαν μια πρέζα ματαιότητας στις τελευταίες στιγμές του στα ρινγκ. Ωστόσο, υπήρξε επιτομή της ποπ κουλτούρας και το άναμμα της φλόγας στην Ατλάντα το 1996 από το τρεμάμενο δεξί χέρι του παραμένει μία από τις πιο ανατριχιαστικές ολυμπιακές στιγμές στην ιστορία. Μία ένδειξη, ίσως, ότι η εικόνα που έχουμε για τον κορυφαίο όλων δεν υπόκειται σε αμιγώς αγωνιστικούς όρους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK