Το κρίμα του αποκλεισμού της Εθνικής πόλο Γυναικών αφορά στα πρόσωπα

Στον ημιτελικό του προολυμπιακού τουρνουά, στην Τεργέστη, η εθνική πόλο Γυναικών έχασε από την Ολλανδία 7-4 και, μαζί, το εισιτήριο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο.

Απογοήτευση τον πάγκο της εθνικής για τον αποκλεισμό από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, μετά την ήττα από την Ολλανδία με σκορ 7-4. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI)
Απογοήτευση τον πάγκο της εθνικής για τον αποκλεισμό από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, μετά την ήττα από την Ολλανδία με σκορ 7-4. EUROKINISSI SPORTS

Δεν υπάρχει πιο αγχωτικό παιχνίδι σε όλα τα ομαδικά σπορ από εκείνο της πρόκρισης στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν έχει σημασία τι έχεις κάνει σε όλα τα υπόλοιπα, πώς έχεις παίξει, τι μοντέλο έχεις παρουσιάσει. Δεν πρόκειται για γκαλερί τέχνης ή για ένα αθλητικό στίγμα που αφορά σε σκηνές από ταινία προσεχώς ή σε μία ολόκληρη εποχή, αλλά μια κατάσταση κατά την οποία ένας συναγερμός ηχεί συνεχώς στ’ αυτιά σου.

Είναι η επιτομή του πρωταθλητισμού, αλλά περικλείεται από τη θνητότητα, η οποία είναι άμεση, τρομακτική και πάντα δίπλα σου. Δεν υπάρχει συνέχεια ούτε παρηγοριά, πραγμάτι σε αυτήν την περίπτωση είναι ο χρόνος που επουλώνει και ανανεώνει τα κύτταρα ώστε να μπεις ξανά σε αυτόν το βούρκο, τέσσερα χρόνια αργότερα.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, λόγω της τρέχουσας συγκυρίας, είναι τρία, ωστόσο το δεδικασμένο στην περίπτωση της Εθνικής λέει την ωμή αλήθεια: δύο φορές στην Τεργέστη και μία στη Χάουντα, το 2012, το 2021 και το 2016 αντιστοίχως, το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της Ελλάδας στο πόλο Γυναικών δεν κατάφερε να κάνει την υπέρβαση ώστε να ταξιδέψει στο Λονδίνο και τώρα το Τόκιο, αλλά και το Ρίο.

Και με όλες τις επιτυχίες που έχει φέρει, είτε σε επίπεδο Γυναικών είτε σε εκείνα των Νεανίδων και των Νέων Γυναικών, για τον ερασιτεχνικό αθλητισμό οι Ολυμπιακοί είναι η διοργάνωση που οποιοδήποτε παιδί που ασχολείται με τα ‘μικρά σπορ’ ονειρεύεται να πάει. Αυτή, στις συζητήσεις και τις απόψεις για το τι είναι επιτυχία σε μια διοργάνωση, πόσα λάθη έχουν γίνει, ποιος φταίει και τι, είναι η μοναδική αλήθεια.

Ο ημιτελικός της Τεργέστης, λοιπόν, απέναντι στην Ολλανδία, δεν επιδέχεται ακριβώς αγωνιστικής κριτικής, υπό την έννοια ότι άλλη εικόνα είδαν οι θεατές στο ματς με την Ουγγαρία τη δεύτερη αγωνιστική, το 8-5 που έστειλε την Εθνική στην πρώτη θέση στον όμιλό της, και άλλη αντίκρισαν σε αυτό το παιχνίδι, απέναντι σε μία ομάδα η οποία χρησιμοποίησε την έλλειψη ντροπής ως αγχολυτικό: το πλάνο της αντιμετώπισης της ‘γαλανόλευκης’ ήταν σχεδόν παιδικό, αλλά λειτούργησε ακριβώς για το λόγο ότι σε ένα τέτοιο παιχνίδι, το οποίο προσομοιάζει σε αγώνα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, υπάρχει ένας πρωτογονισμός και η υπακοή στο ένστικτο είναι αναγκαστική, περισσότερο από ό,τι εκείνη σε όποιο σχέδιο.

Έτσι, λοιπόν, ο Άρνο Χάβενγκα και ο Ευάγγελος Δουδέσης έστησαν μία άμυνα στην οποία η παίκτρια ανάμεσα (δηλαδή εκείνη που βρίσκεται στο μισό της απόστασης από τα έξι στα δύο μέτρα) θα ήταν τόσο κοντά στην Ελληνίδα φουνταριστό που θα προκαλούσε ένα περιφερειακό σουτ, το οποίο θα έπρεπε να περάσει από το μποτιλιάρισμα.

Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η υψομετρική διαφορά και τα μακριά άκρα που στήνουν τα δικά τους αναχώματα, ιδίως όταν έχεις μάθει να κάνεις μπλοκ. Σε κάθε άμυνα ο τερματοφύλακας λειτουργεί σε ένα χώρο ευθύνης, ο υπόλοιπος καλύπτεται από κορμιά και παγίδες, ως εκ τούτου ακόμα και παίκτριες στα δοκάρια αναμένονται. Και πάλι, αυτό λειτουργεί περισσότερο ως αγχολυτικό, παρά ως μια αληθινή πρακτική αντιμετώπισης.

Στόχος είναι να βάλεις τον αντίπαλο στη διαδικασία να σκέφτεται ένα σουτ και να κάνει μια έξτρα πάσα η οποία, επειδή συνήθως γίνεται στη λήξη του χρόνου, δυσχεραίνει τις συνθήκες επίθεσης. Επίσης, δίνει ψυχολογία στον τερματοφύλακα, ο οποίος, αποκρούοντας ορισμένα εύκολα σουτ, κάνει το βήμα για να πιάσει τα δύσκολα, που, στην περίπτωση αυτής της ατραπού για τη ‘γαλανόλευκη’, ειδικά όταν έπρεπε να επιστρέψει στο σκορ από το 1’43’’ της τρίτης περιόδου και το γκολ της Σαμπρίνα φαν ντερ Σλουτ από τον άξονα, ήταν μηδαμινά. Όταν, πια, το προβάδισμα των δύο γκολ της Ολλανδίας έφερνε την κατάσταση σε ένα σημείο που η ανατροπή έμοιαζε θρησκευτικό δρώμενο, οι προσπάθειες, όταν γίνονταν, ήταν ασθματικές.

Η Εθνική πέρασε μία φορά με ασφάλεια την μπάλα στη φουνταριστό και βρήκε γκολ, αλλά ήταν μία πονηρή πάσα εκείνη της Μαρίας Πάτρα στη Μαρία Μυριοκεφαλιτάκη, που έδωσε δύο τέρματα διαφορά στην Εθνική,στις αρχές της δεύτερης περιόδου. Η Ολλανδία δεν επέτρεψε ξανά κόντρα και, αν υπήρξαν οι προοπτικές, η ένταση και το διακύβευμα ήταν βαριά και ασήκωτα. Ο παίκτης παραπάνω αποδείχθηκε κόλαφος, το 0/10, επειδή πρόκειται περί επανάληψης. Συνήθως, όταν οι πρώτες φορές είναι τζίφος, υπάρχει ένα ασφαλές μοτίβο που η άμυνα μπορεί να βασιστεί.

Η Ολλανδία, από τη μεριά της, έψαχνε την κόντρα per mare per terram: δεν πρόκειται μόνο για την αγωνιστική λογική της, η οποία, επειδή πρόκειται για την ολλανδική σχολή αθλητισμού, είναι λίγο από όλα, αλλά κυρίως για αυτήν την απλή κατάσταση που λέγεται ‘‘θα βγω μια βόλτα να ξεσκάσω’’. Όταν ‘τρέχεις’, σκέφτεσαι λιγότερο και, κυρίως, οι επιθέσεις είναι περισσότερες, άρα, δεδομένα, και οι ευκαιρίες σου.

Η Εθνική δεν μπορούσε να ακολουθήσει από τη δική της πλευρά αυτό το στυλ παιχνιδιού, όχι απαραιτήτως επειδή οι πολίστριές της δεν έχουν τα προσόντα (στη σούμα, αυτό το συγκρότημα με τις συγκεκριμένες περιφερειακούς θα μπορούσε να υποστηρίξει ένα run ‘n’ gun παιχνίδι), αλλά διότι, στην προκειμένη, ο Τεό Λοράντος κλήθηκε, αφ’ εαυτού, επειδή είναι ανήσυχος ούτως ή άλλως, να πειράξει συνήθειες ετών και πεπραγμένα που έχουν καθορίσει ως ‘ελληνική σχολή’ τον πιο χαμηλό ρυθμό στην ανάπτυξη και την εκτέλεση.

Παρ’ ότι υπήρξε ας πούμε τυχερός, με την αναβολή της διοργάνωσης τον προηγούμενο Μάρτιο, ήταν και πάλι λίγος ο χρόνος, διότι, σε αντίθεση με τις εθνικές Εφήβων και Νέων Ανδρών, ομάδες εύπλαστες λόγω των ηλικιών, εδώ πρόκειται για παίκτριες έτοιμες, που μπορεί να τους αρέσει περισσότερο αυτό το στυλ, αλλά τόσο στις ομάδες τους όσο και, όλα αυτά τα χρόνια, στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, έχουν γαλουχηθεί αλλιώς και έχουν μάθει να παίζουν αλλιώς. Και παρ’ ότι φάνηκε ότι υπάρχει προοπτική, ειδικά κατά τη διάρκεια των ομίλων, το χούι πρώτευσε στο εξοντωτικό ματς.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το τετριμμένο ‘‘δεν υπάρχει δικαιολογία’’ δεν ισχύει σε αυτήν την περίπτωση, όπως δεν ισχύει και το αντίθετό του. Τα νοκ άουτ παιχνίδια πάντα έχουν την οσμή της απώλειας, ενός κλειστού για χρόνια δωματίου που το ανοίγεις και νιώθεις την έλλειψη του οξυγόνου, πόσω μάλλον το συγκεκριμένο, που παίζεις για μία κατάσταση με την οποία θα ανταμώσεις τέσσερα χρόνια μετά.

Σε σχέση με ένα Παγκόσμιο και ένα Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, η Η Αντιγόνη Ρουμπέση και η Φιλιώ Μανωλιουδάκη έπαιζαν τις δικές τους σκηνές, από τα ανυπόφορα μαρτύρια μετά τις ήττες από την Ισπανία και την Ολλανδία το 2012 και το 2016 αντιστοίχως και δεν χρειάζεται να είσαι μάντης για να προβλέψεις ότι αν τις ρωτούσες για τις χειρότερες στιγμές των δικών τους πορειών, η αναφορά σε αυτά τα παιχνίδια πιθανολογείται.

Όπως δεν είναι απαραίτητο να έχεις σπουδάσει ψυχολογία για να καταλάβεις πόσο άσχημα, λίγο περισσότερο από τις συμπαίκτριές της, αισθανεται η Χριστίνα Τσουκαλά, η αρχηγός αυτής της ομάδας, που υπηρετεί το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα σε επίπεδο Γυναικών από το 2008, ευτύχησε ως Νεάνιδα να πάει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου και είναι μόνο 29 ετών.

Αναγνωρισμένη ως μία από τις πιο χαρισματικές πολίστριες του ελληνικού πόλο Γυναικών ιστορικά, με προσόντα που την βάζουν σε μία διμελή κατηγορία, παρέα με τη θρυλική Εύη Μωραϊτίδου, η Τσουκαλά είναι σιωπηλά παρούσα σε όλες τις διοργανώσεις και τώρα, ελλείψει των συμπαικτριών που ήταν η φουρνιά της, κυρίως της Αλεξάνδρας Ασημάκη, μοιάζει πια με βετεράνο.

Το παιχνίδι της σε οργανωτικό επίπεδο έχει σημειώσει βελτίωση, όμως το σκάουτινγκ ριπόρτ αυτήν τη στιγμή έχει την υφή της ειρωνείας. Για τρίτους διαδοχικούς Ολυμπιακούς Αγώνες απούσα, η Τσουκαλά έχει μπροστά της τρία χρόνια για να αποφασίσει αν θέλει να δώσει στον εαυτό της άλλη μία ευκαιρία.

Στην ούγια, αυτό είναι το χειρότερο. Το ‘αντίο’ σε στοιχειωμένα από τους λυγμούς αποδυτήρια. Το κρίμα αφορά στα πρόσωπα, που έχουν διαγράψει τη δική τους απίθανη καριέρα, με διψήφιο αριθμό τίτλων και δεν βρήκαν ή βρίσκουν την ευκαιρία να κοιτάξουν το εθνόσημο στο εκάστοτε Ολυμπιακό Στάδιο κατά τη διάρκεια της τελετής έναρξης, να ζήσουν το δικό τους παραμύθι στην καλύτερη φάση τους. Όλα τα άλλα, να πάει η Εθνική στους Ολυμπιακούς, να τονωθεί το εθνικό αίσθημα, γίνονται για τη διαφήμιση και το ονόρε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK