Δερμιτζάκης με την πλάτη στον τοίχο
Δεν χρειάζεται να πάρει κάποιος μικροσκόπιο προκειμένου να ανακαλύψει τα αγωνιστικά λάθη του ΠΑΟΚ στον αγώνα με την Ξάνθη. Είτε αυτά ήταν των ακραίων αμυντικών Λίνο και Μπουσαϊντί που ξεχνιόνταν μπροστά όταν ανέβαιναν στην επίθεση, είτε η προσπάθεια του ΠΑΟΚ να σκοράρει κυνηγώντας το κεφάλι των τριών κοντών Βιεϊρίνια, Ελ Ζαρ, Σαλπιγγίδη με σέντρες, το λάθος είναι λάθος.
Πώς διορθώνονται τα λάθη των παικτών; Η μία άποψη υποστηρίζει “με πολύ δουλειά στην προπόνηση” η οποία κατά τους προπονητές είναι και ο καθρέπτης της αγωνιστικής πορείας των παικτών. Η άλλη έχει να κάνει με την δυναμική του προπονητή που αναπτύσσεται και κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού απέναντι στους παίκτες.
Αρχής γενομένης από τον αγώνα του ΠΑΟΚ με τη Μπριζ η ομάδα έχει μία φθίνουσα αγωνιστική πορεία. Το συμπέρασμα που προκύπτει με βάση τα παραπάνω είναι ότι ούτε οι υποδείξεις του Δερμιτζάκη πιάνουν τόπο στην προπόνηση, ούτε μπορεί να αλλάξει τα μυαλά των ποδοσφαιριστών κατά την εξέλιξη του αγώνα.
Οταν μία ομάδα βρίσκεται στην κατάσταση που βρίσκεται ο ΠΑΟΚ μετά τον αγώνα με την Ξάνθη όλες οι θεωρητικολογίες βρίσκουν εύφορο έδαφος για να αναπτυχθούν. Πρώτη και καλύτερη ότι ο προπονητής δεν μπορεί να επιβληθεί γιατί είναι απλήρωτοι οι παίκτες. Προσωπικά από τα όσα έχω ακούσει τόσα χρόνια στο ποδόσφαιρο πιστεύω ότι δεν υπάρχει παίκτης που θα κατεβάσει στροφές επειδή του χρωστάει η ομάδα. Μπορεί να κάνει χίλια δυο άλλα πράγματα, αλλά όταν μπαίνει μέσα στον αγωνιστικό χώρο ξεχνάει τα πάντα και σκέφτεται μόνο τον αγώνα. Το πρώτο επιχείρημα λοιπόν πέφτει στο γκρεμό.
Το δεύτερο έχει να κάνει με την φυσική κατάσταση των παικτών το οποίο μπορεί να έχει βάση με δεδομένο ότι ο ΠΑΟΚ με την φυγή του Μπερέτα υποχρεώθηκε να αλλάξει μοντέλο εκγύμνασης. Ακόμη κι αν ισχύει αυτό το επιχείρημα δεν είναι τόσο ισχυρό ώστε να δικαιολογήσει την αγωνιστική εικόνα του ΠΑΟΚ στους τέσσερις τελευταίους αγώνες.
Το τρίτο αφορά την επιρροή του προπονητή προς τους παίκτες. Το μεγάλο παράπονο των προπονητών, γενικώς, είναι ότι οι παίκτες μέσα στο γήπεδο κάνουν λίγα από τα πολλά που τους λένε στα αποδυτήρια. Σημαντικότερο λοιπόν θεωρείται να πετύχει ο προπονητής να βελτιώσει τον ψυχισμό τους και λιγότερο να “ξεγυμνώσει” στην θεωρία τον αντίπαλο.
Εζησα προπονητές που ήταν πολύ καλοί στην ανάλυση του αντιπάλου, αλλά η ομάδα τους δεν έπαιρνε από τον αγώνα αυτό που θεωρητικά περίμεναν και προπονητές που πόνταραν στον ψυχισμό των παικτών και οι ομάδες τους έκαναν θαύματα.
Ο Δερμιτζάκης είναι ένας προπονητής χωρίς πολλές προπονητικές παραστάσεις, ούτε πρόλαβε να “χτίσει” όνομα τέτοιο που στα στραβοπατήματα θα αποτελούσε ασπίδα στις επιθέσεις του κόσμου και θα τον βοηθούσαν να διαχειριστεί τις κρίσεις.
Ο Μπάγεβιτς έμεινε δύο χρόνια στην ΑΕΚ γιατί είχε όνομα βαρύ και ήξερε πώς θα μείνει όρθιος στα δύσκολα. Στο Σάντος, δόθηκε τον πρώτο χρόνο μεγάλη ασυλία, γιατί είχε σημαντικό βιογραφικό. Ο Δερμιτζάκης δεν έχει αυτή την πολυτέλεια γιατί η λάμψη του υπολείπεται, ακόμη και από αυτή αρκετών ποδοσφαιριστών του ΠΑΟΚ. Αυτό τον βάζει αυτόματα με την πλάτη στον τοίχο σε μία χρονική στιγμή που ο “Δικέφαλος” χρειάζεται ισχυρό διαχειριστή της κρίσης.
Το πρόβλημα μπορεί να μην είναι της ίδιας δυσκολίας με τον τετραγωνισμό του κύκλου, αλλά όταν από την ομάδα λείπουν οι Βρύζας και Κονσεϊσάο που λειτουργούσαν καταλυτικά σε τέτοιες περιπτώσεις και ο πρόεδρος έχει κάνει λόγο για Πρωτάθλημα, τότε ο βαθμός δυσκολίας αυξάνεται θεαματικά. Κι όταν χάνεται ο έλεγχος των αποδυτηρίων, “σπάζει” ο κρίκος συνοχής των παικτών κι αυτό επιδρά στην απόδοση της ομάδας. Ολα τ’ άλλα είναι για λαϊκή κατανάλωση.