Διάθεση και πυγμή

Διάθεση και πυγμή
Πρώτες μέρες του νέου έτους, οι ευχές για ένα καλύτερο, όπως το εννοεί ο καθένας μας μέλλον δίνουν και παίρνουν. Ο αθλητισμός δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, αν και από την άποψη των επιτυχιών, όλοι μας αναγνωρίζουμε ότι το 2004 ήταν μια χρόνια που πολύ δύσκολα (αν όχι αδύνατον είναι) να ξανάρθει. Το ερώτημα λοιπόν γεννάται: οι επιτυχίες αυτές, είναι το επιστέγασμα μια συνολικής προσπάθειας, ενός συντονισμένου πλάνου που ανέβασε την ποιότητα του αθλητισμού στη χώρα μας;

Η απάντηση είναι μάλλον προφανής. Το επίπεδο του αθλητισμού μας δεν έχει αλλάξει, όπως δεν άλλαξε και το κυκλοφοριακό πρόβλημα της πρωτεύουσας. Είναι αφελές να περιμένει κανείς ότι σε 20 μέρες που διήρκεσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες το προφίλ μιας ολόκληρης χώρας θα άλλαζε δραματικά. Όπως είναι επίσης αφελές να έχει κανείς βάσιμες ελπίδες ότι το επίπεδο του ποδοσφαίρου θα εκτοξευθεί μετά από την πρωτόγνωρη επιτυχία της Πορτογαλίας.Και εξηγούμαι:

Για να διετελεστεί μια αλλαγή σε οποιοδήποτε τομέα της ζωής, είναι απαραίτητο να δράσουν μαζί μια σειρά από παράγοντες όπως : η αναγνώριση του προβλήματος και η επίγνωση της σοβαρότητας του, η διάθεση για επίλυση του, η μελέτη του τρόπου με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η μετάβαση στην επόμενη κατάσταση με όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο(πάει να πει, με τους λιγότερους δυνατούς κραδασμούς) μεταβατικό στάδιο. Αυτά λοιπόν, είναι τα απαραίτητα. Ιδιαίτερα χρήσιμη, μπορεί να αποδειχτεί η… αφορμή. Το momentum δηλαδή που θα αφυπνίσει και τις κοιμώμενες συνειδήσεις και θα αποτελέσει την σπίθα για ενθουσιασμό και επιτάχυνση των διαδικασιών. Προσοχή: όχι θυσία τους στο βωμό της προχειρότητας και του ενθουσιασμού. Δεν είναι πολλές οι ευκαιρίες που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια της Ιστορίας. Ολυμπιακούς Αγώνες διοργανώσαμε μία φορά και τέλος.

Το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, όσο καλά και αν πάμε στο μέλλον, πολύ δύσκολα θα το κατακτήσουμε πάλι. Ο ενθουσιασμός ήταν, τόσο τον Ιούνιο όσο και τον Αύγουστο, διάχυτος. Η αισιοδοξία περίσσευε και η ελπίδα του ανώνυμου ανθρώπου ότι «λες να συνηθίσει ο κόσμος το μετρό» ή «μακάρι να ξαναπάω στο γήπεδο να δω ποδόσφαιρο» ήταν ισχυρή.

Σχεδόν έξι μήνες μετά ο απολογισμός μας κάνει και αισθανόμαστε το λιγότερο, άβολα. Άβολα γιατί αναπολούμε ένα καθόλου μακρινό παρελθόν που παρ’ όλα αυτά μοιάζει να έχει περιέλθει στη σφαίρα του μυθικού, σε μια παράλληλη πραγματικότητα διαφορετικού χωροχρόνου. Αν άκουγε κάποιος εξωγήινος την πλειονότητα των Ελλήνων να συζητούν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, για το κλίμα, τον πολιτισμό, το κέφι και την ευγένεια που υπήρχαν θα νομίζει ότι αυτοί έγιναν τουλάχιστον 50 χρόνια πριν. Το ίδιο ισχύει και για το θαύμα της Πορτογαλίας. Νομίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη και πιο πειστική απόδειξη του ότι η παρακαταθήκη που μας άφησαν αυτά τα γεγονότα είναι δυστυχώς, πολύ μικρή.

Επιστρέφοντας στις αιτίες του προβλήματος, είναι πλέον ξεκάθαρη η απουσία συγκεκριμένης πολιτικής θέλησης και ευφυΐας στη διαχείρηση των εν λόγω ζητημάτων. Όταν μια ολόκληρη χώρα κινείται στη λογική του «να μη γίνουμε ρεζίλι» και «τι θα γίνει με το στέγαστρο, ολισθαίνει (!) », τότε είναι άσκοπο να αναζητεί κανείς τις μελέτες για την μέγιστη αξιοποίηση των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων, το σχεδιασμό για την βιωσιμότητα των Ομοσπονδιών και την ανάπτυξη του κλασικού αθλητισμού. Όταν στο χώρο των ομαδικών αθλημάτων η βία είναι μέσα στο καθημερινό μενού και κινδυνεύει να ενσωματωθεί στις συνειδήσεις ως ένα περίπου συνηθισμένο, και εν πάσει περιπτώσει, αναπόφευκτο γεγονός γιατί, «στην Ελλάδα ζούμε».

Ειδικότερα στο χώρο του συλλογικού αθλητισμού, με αποκορύφωμα το χώρο του ποδοσφαίρου, τα γεγονότα έχουν τραγελαφικές διαστάσεις. Έχουμε φτάσει στο σημείο να επενδύουμε τις ελπίδες μας για την πάταξη της βίας στον κάθε επιχειρηματία που επειδή κατασκεύασε ένα νέο γήπεδο, θέλει λέει να προστατεύσει την επένδυση του! Με άλλα λόγια, παραδεχόμαστε ότι ως κράτος είμαστε παντελώς ανίκανοι να θέσουμε τους κανόνες του παιχνιδιού! Το να περιμένει κανείς τον οποιονδήποτε επιχειρηματία να αναλάβει την αναβάθμιση ενός αθλήματος, δεν είναι μόνο ουτοπικό, είναι συνάμα και σημάδι δειλίας και υποταγής. Σαφώς και η ιδιωτική πρωτοβουλία είναι ζωτικής σημασίας, αλλά αν αυτή δεν μπει σε συγκεκριμένα πλαίσια αυστηρής και ελεγχόμενης λειτουργίας κινδυνεύει να γίνει ασύδοτη, κάτι που συμβαίνει σωρηδόν επί σειρά ετών.

Επιπλέον, με τον τρόπο αυτόν αποθαρρύνονται όλοι οι υγιείς άνθρωποι που ενδιαφέρονται ή αγαπούν τον συγκεκριμένο χώρο. Από τους ιδιώτες αυτούς που βρίσκουν και με το δίκιο τους ασύμφορη από όλες τις πλευρές την εμπλοκή τους , μέχρι τον απλό κόσμο που αηδιάζει και απαξιώνει κάτι το οποίο στην αγνή του μορφή τον συναρπάζει, τον συγκινεί και τον ψυχαγωγεί.

Η απόλυτη παράνοια είναι βέβαια οι συζητήσεις επί συζητήσεων που γίνονται όταν ξεσπούν επεισόδια, τραυματίες διακομίζονται στα νοσοκομεία, ιδιωτικές περιουσίες καταστρέφονται. Στην εποχή της πληροφορίας και του διαδικτύου, κάθε νοήμων άνθρωπος έχει πάψει να αναρωτιέται γιατί εμείς δεν μπορούμε να δώσουμε λύση στο υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα αυτή τη στιγμή,στο πρόβλημα της βίας. Γνωρίζει γιατί.

Όταν από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 παρόμοια και ίσως χειρότερα προβλήματα από αυτά που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα έχουν λυθεί με τον ποιο ξεκάθαρο και πειστικό τρόπο σε άλλες χώρες όχι πολύ πιο προηγμένες από εμας, είναι στρουθοκαμηλισμός να ψάχνουν ακόμη Πρωθυπουργοί, Υπουργοί Πολιτισμού και Υφυπουργοί Αθλητισμού να βρουν τάχα τη λύση του γόρδιου δεσμού.

Όταν μάλιστα φτάνουμε στο σημείο οι νόμοι που ψηφίζονται με καθυστέρηση ετών και ετών να μην εφαρμόζονται ή να εφαρμόζονται με πρωτοφανή επιλεκτικότητα, τότε δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε τίποτα άλλο από την ευκαιρία να ανακαλύψουμε πόσο βαθύς είναι ο πάτος του πηγαδιού, και να αποκοιμιόμαστε με περιστασιακές εθνικές ή συλλογικές επιτυχίες, για να ξαναγυρίσουμε με αξιοσημείωτη ταχύτητα στο λατρεμένο μας ground zero.

Φιλικά,
Χρήστος Καούρης

24MEDIA NETWORK