ΣΤΗΛΕΣ

Ένα άλλο Πάσχα

Βολτάροντας στο "Σταντ ντε Φρανς" με φόντο τον Πύργο του Άιφελ και κάνοντας Πάσχα στο Παρίσι με σούσι και γουασάμπι.

default image

Αντίθετα με την Αθήνα το Παρίσι δεν έχει μποτιλιαρίσματα στο κέντρο, αλλά στην περιφέρεια του. Ειδικά στα σημεία εισόδου από τα περίχωρα.

Απόγευμα στο Σεν Ντενίζ για να κάνουμε τον γύρο του “Σταντ ντε Φρανς” παίρνει μέχρι και ένα τέταρτο της ώρας. Είναι και η μόνη ευκαιρία να δω το στάδιο που έγινε το Μουντιάλ του 1998.

Και πάλι αντίθετα από την Αθήνα, το Παρίσι δεν έχει προβλήματα εγκληματικότητας στο κέντρο, αλλά στα υποβαθμισμένα περίχωρα του. Μου λένε ότι όταν δεν υπάρχει ματς στο Σεν Ντενίζ, δεν είναι ασφαλές να πας ούτε τη μέρα. Ούτως ή άλλως η Παρί Σεν Ζερμέν σέρνεται και μου είναι αδιάφορο να την δω, σε άλλη μία παραξενιά του Παρισιού αφούείναι η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με τις χειρότερες ποδοσφαιρικές ομάδες.

Ούτως ή άλλως το ποδόσφαιρο είναι το τελευταίο που με απασχολεί. Πολύ πιο ενδιαφέρον έχει η επίσκεψη που έκλεισε ο φίλος μου ο Mike Sheppard στον Πύργο του Αϊφελ για να γράψει άρθρο σε περιοδικό.

Μια ελληνική εταιρία έχει αναλάβει το βάψιμο του Πύργου και για ένα τρίωρο σε βροχή και με διαβολεμένο αέρα γυρίζουμε στο εσωτερικό. Είναι εντυπωσιακό ότι ο Πύργος που βλέπεται είναι ένα διάτρητο κέλυφος με ένα δαίδαλο διαδρόμων και πλατώ που πρέπει να ξεσκουριαστούν στο χέρι με ματσακόνι από τους εργάτες της εταιρίας, να περαστούν δύο χέρια αστάρι και μετά να μπογιατιστούν.

Δεν συνεχίζω στις λεπτομέρειες, αφού το άρθρο είναι του Sheppard, αλλά προσθέτω ακόμη ένα στοιχείο. Η επιφάνεια που πρέπει να δουλευτεί με ματσακόνι στο χέρι και να βαφτεί είναι 250 χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα σίδερο. Με τους βαφείς να χρειάζεται να κρέμονται από σχοινιά της ορειβασίας κόντρα σε ανέμους που δύσκολα στέκεσαι όρθιος.

Και μια ποδοσφαιρική λεπτομέρεια. Όλοι οι εργάτες είναι οπαδοί της Ξάνθης ή της Δυναμό Βουκουρεστίου, αφού η εταιρία έχει έδρα την Θράκη και οι μισοί είναι από εκεί και οι άλλοι μισοί από τη Ρουμανία.

Η περηφάνια του “έξω πάμε καλά” μεγαλώνει το Σάββατο το πρωί στο Μαρέ. Το μάτι μας έχει τραβήξει η βιτρίνα ενός κουλτουριάρικου μπακάλικου που ανάμεσα σε άλλα τσίγκινα κουτιά έχει ένα με ένα μαύρο που χαμογελάει και από κάτω γράφει BANANIA. Ρίγη εθνικής συγκίνησης μας διαπερνούν και μπαίνουμε στο μαγαζί για να πάρουμε το κουτί.

Περιμένοντας στην ουρά για να πληρώσουμε, η αρχαία σκουριά που κάθεται πίσω από το ταμείο έχει πιάσει την κουβέντα με μια συνομήλικη της. Η πελάτισσα έχει ζητήσει τυποποιημένες τορτίγιες, το μαγαζί δεν έχει και η ταμίας δικαιολογείται. “Οι μεξικανοί που μας προμηθεύουν τις τορτίγιες είναι συμπαθέστατοι άνθρωποι, ευγενικοί, αλλά δυστυχώς ασυνεπείς στις παραδόσεις τους. Όχι σαν τους Έλληνες που όταν παραγγέλνεις κάτι έρχεται στην ώρα του και ακριβώς αυτό που είχες παράγγειλες”.

Σε αυτό το σημείο θέλεις να αρχίσεις να μιλάς ελληνικά για να δείξεις ότι και εσύ ανήκεις στον περιούσιο λαό που όταν του παραγγέλνουν ελιές και σταφίδες μπορούν να βασίζονται ότι θα είναι και σόι και θα φτάσουν στην ώρα τους. Είμαστε ο λαός που οι παγκόσμιοι μπακάληδες ορκίζονται στο όνομα του.

Αλλά οι Έλληνες είμαστε και μετριόφρονες. Σιγοτραγουδώντας την Ιτιά, αλλά χωρίς να δηλώσουμε εθνικότητα ακουμπάμε στην αρχαία σκουριά 12 ευρώ για το κουτί και προχωράμε πάρα πέρα.

Με στόχο το Σάββατο το βράδυ να μην βρεθούμε σε απόσταση μικρότερη από χιλιόμετρο από την ελληνική εκκλησία και να φάμε ότι πιο άσχετο από την μαγειρίτσα, το αρνί, τα κόκκινα αυγά ή οτιδήποτε έχει σχέση με πασχαλινό τραπέζι. Από το Παρίσι, γύρω από το πασχαλινό τραπέζι που περιμένουμε να σερβιριστεί το παραδοσιακό σούσι και γουασάμπι, καλό σας Πάσχα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK