Fouls committed
Για αρκετά χρόνια, τα στατιστικά “στάνταρ” του Τσάμπιονς Λιγκ ήταν η πρωτιά του αδιάκοπα κυλιόμενου επί χόρτου Γιώργου Καραγκούνη στα κερδισμένα φάουλ και η πρωτιά του Τιερί Ανρί στα fouls committed. Ο Ανρί, στην πραγματικότητα, εκείνη την στα-ντουζένια-του εποχή έγινε η αφορμή μου για να συνειδητοποιήσω πως τα πιο πολλά φάουλ στο υψηλό ποδόσφαιρο τα κάνουν, και είναι το σωστό να τα κάνουν, οι σέντερ-φορ. Έτσι πρέπει να γίνεται. Επειδή συμπεριλαμβάνεται στις αγωνιστικές υποχρεώσεις τους να πιέζουν, δίχως τη μπάλα, σαν τα σκυλιά. Κάθε φάουλ στο οποίο υποπίπτουν, στους χώρους που το κάνουν και που συνήθως είναι ανώδυνοι για τη δική τους ομάδα, σημαίνει κι ένα “πόντο” που προστίθεται στον συνολικό δείκτη της μαχητικότητάς τους. Και κάθε κερδισμένο φάουλ; Εκεί, πάει ανάλογα με τον χώρο που το κερδίζουν. Αν είναι κοντά στην αντίπαλη περιοχή, σημαίνει ευκαιρία για την ομάδα. Αν είναι κοντά στην “ημετέρα” περιοχή, σημαίνει αναπνοές για την άμυνα. Και το ένα, καλό. Και το άλλο, επίσης καλό. Κάπως έτσι προέκυψε η σύνοψη μιας ολόκληρης φιλοσοφίας παιγνιδιού στο μότο “η άμυνα αρχίζει από τον σέντερ-φορ”. Σέντερ-φορ σημαίνει, πριν και πάνω απ’ όλα, προθυμία στον πόνο.
επίσημου twitter και του
επίσημου facebook του
contra.gr.
Ο Παναθηναϊκός είναι η περίπτωση της ομάδας που υποτίθεται πως θέλει να κάνει χαίρι στην Ευρώπη, δίχως η άμυνά του ν’ αρχίζει από τον σέντερ-φορ. Την Τετάρτη, ούτως ή άλλως η επίσκεψη της Μπαρτσελόνα έβαζε ένα γιγαντιαίο αμυντικό διαγώνισμα στον Παναθηναϊκό. Μια αλυσίδα σκληρών υποχρεώσεων, στην οποία προσηλώθηκαν οι δέκα απ’ τους έντεκα. Ο καθένας, όπως και όσο ήξερε και μπορούσε. Με τις δυνατότητές του και με τις αδυναμίες του. Όλοι, όμως, για όλους. Ο μοναδικός αμέτοχος σ’ αυτό, ήταν ο ένας. Ο Τζιμπρίλ Σισέ, στην πρώτη εμφάνισή του ως διορισμένος απ’ τον πρόεδρο αρχηγός της ομάδας, δεν έκανε φάουλ, ούτ’ ένα, γιατί ούτε μια στιγμή δεν θεώρησε ότι όφειλε να πρεσάρει τον Πικέ ή τον Πουγιόλ οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, “παραπατάνε” καιρό τώρα. Ας το ‘κάνε, όχι από αλληλεγγύη, έστω από συμφέρον. Όχι για να βοηθήσει τους δέκα στα νώτα του. Μόνο για να προκαλέσει στον εαυτό του την ευκαιρία. Να κλέψει μία μπάλα, να δοξαστεί διεθνώς, ν’ αποθεωθεί εδώ, να το δει κι ο Λοράν Μπλαν στο Παρίσι.
Πίσω απ’ τον Σισέ, ενδεικτικά, ο Λούις Γκαρσία έκανε τρία φάουλ. Κυνηγώντας, παίκτες ή μπάλες ή και τα δύο. Επίσης ο Σισέ δεν κέρδισε φάουλ, ούτ’ ένα, υποδεχόμενος τη μπάλα ή ενεργώντας με τη μπάλα. Ο ταπεινός Λάζαρος Χριστοδουλόπουλος, για (αντί)παράδειγμα, κέρδισε πέντε. Αν δεν απατώμαι, και τα πέντε απ’ τον Ντάνι Αλβες. Ο καταφρονεμένος Αντώνης Πετρόπουλος, σε μισή ώρα πρόλαβε να κερδίσει δύο. Ολα, και του Λάζαρου και του Αντώνη, ήταν μικρές ανάσες. Μίνι διαλείμματα ανακούφισης. Ο Σισέ δεν είναι ότι δεν το έκανε, με τη Μπαρτσελόνα. Δεν το κάνει, γενικώς. Δεν είναι το στιλ του. Σε πέντε ενενηντάλεπτα Τσάμπιονς Λιγκ, έχει κερδίσει δύο φάουλ. Οσα ο Πετρόπουλος, σε 30 λεπτά. Στα ίδια αυτά πέντε ενενηντάλεπτα Τσάμπιονς Λιγκ, έχει κάνει τρία φάουλ. Οσα ο Λούις Γκαρσία, σε μία ώρα. Όποιος μπει στο uefa.com και πάει στα statistics του Τσάμπιονς Λιγκ, στα fouls committed θα δει πάνω-πάνω, όπως κάθε χρόνο, τρεις σέντερ-φορ! Εφέτος, για την ώρα, είναι ο Γιάνκο της Τβέντε, ο Ν’ Ντόι της Κοπεγχάγης, ο Στρέλερ της Βασιλείας. Όσο πιο μικρό το μέγεθος της ομάδας σε τούτο το επίπεδο, τόσο πιο μεγάλη η ανάγκη για τον σέντερ-φορ που παλεύει.
Αλλιώς, είσαι τελειωμένος από χέρι. Ο μια φορά κι ένα καιρό προπονητής του Παναθηναϊκού, ο Βίκτορ Μουνιόθ, τα τελευταία χρόνια είναι σχολιαστής στην ισπανική τηλεόραση αλλά, λόγω σπουδαίου παρελθόντος στη Μπάρτσα, και στις καταλανικές εφημερίδες. Την ημέρα του Παναθηναϊκός-Μπαρτσελόνα, στη βαμμένη μπλαουγράνα Mundo Deportivo, η pregame αναφορά του ήταν η εξής. “Η Μπάρτσα δεν χρειάζεται να τα δώσει όλα απόψε. Το ξεκίνημα θα είναι δύσκολο, γιατί ο Παναθηναϊκός εντός έδρας πιέζει στα πρώτα λεπτά. Αλλά, μετά την ανάπαυλα, θα πληρώσει την κούραση και τότε η Μπάρτσα θα επικρατήσει εύκολα”. Βουλωμένο γράμμα; Όχι, δα. Μάλλον, ευκολάκι. Ο Παναθηναϊκός άντεξε, περίπου, ενάμισι ημίχρονο. Κι έπειτα, οι “αναγκαστικές” (απ’ την κούραση) αλλαγές τον αποτελείωσαν. Μ’ ένα πρόθυμο στον πόνο σέντερ-φορ, να ξαλαφρώνει λίγο απ’ τον φόρτο των υπόλοιπων, το ενάμισι ημίχρονο θα μπορούσε να είναι 75-80 λεπτά. Πιθανότατα, πάλι ο Παναθηναϊκός θα γονάτιζε. Αλλά, ποτέ δεν ξέρεις…