ΣΤΗΛΕΣ

Γιατί να ήταν καλύτερος o Ολυμπιακός;

Πάγια αρχή είναι να μην παρακολουθώ φιλικά προετοιμασίας. Συνήθως παρακολουθώ το τελευταίο ματς πριν από τον πρώτο επίσημο αγώνα, όπως έκανα π.χ με το φιλικό του ΠΑΟΚ με την Νις. Τα ενδιάμεσα φιλικά δεν είναι "κανονικοί" αγώνες ποδοσφαίρου, ίσως δεν θα έπρεπε καν να προβάλλονται τηλεοπτικά, γίνονται σε περίοδο που οι παίκτες επανέρχονται σε αγωνιστικούς ρυθμούς και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι θέλει να δει ο εκάστοτε προπονητής στην πορεία της προετοιμασίας.

Γιατί να ήταν καλύτερος o Ολυμπιακός;

Εξαίρεση φυσικά και έγινε για το Λίβερπουλ-Ολυμπιακός, αφού δεν ήταν ένα απλό φιλικό, αλλά αγώνας προς τιμήν του Στίβεν Τζέραρντ. Ταυτόχρονα, μια καλή ευκαιρία να δω τη Λίβερπουλ και κυρίως την προσαρμογή του Άσπας, αλλά και για μια πρώτη γνωριμία με τον Κάμπελ και τον Μεντζανί, αφού Βάις και Ντομίνχες είναι γνωστοί παίκτες.

Σε καμία περίπτωση όμως δεν περίμενα πως θα δω τον Ολυμπιακό να στέκεται καλά στο “Άνφλιντ”. Γι’ αυτό και δυσκολεύτηκα να κατανοήσω την γκρίνια στα social media κατά τη διάρκεια του αγώνα και στα ρεπορτάζ μετά τη λήξη του. Τι καλύτερο περίμεναν να δουν και κυρίως γιατί το περίμεναν;

Η οπαδική αισιοδοξία αρκετές φορές αψηφά τη λογική, αλλά αγγίζει τα όρια της ουτοπίας να περιμένεις πως η τριάδα των Φέισα, Μανιάτη και Σάμαρη θα τα βγάλει πέρα με τους Λούκας, Τζέραρντ και Άλεν. Καλό εργαλείο σε μια ομάδα με σχέδιο ο Μανιάτης, ελπιδοφόρος πέρυσι ο Σάμαρης, προσπαθεί ο φουκαράς ο Φέισα, αλλά από που κι ως που είναι έκπληξη πως οι μέσοι της Λίβερπουλ θα τους έχουν για πλάκα; Αν ο Χολέμπας έχει ταλαιπωρηθεί από το ταλέντο του Παναθηναϊκού (Μαυρίας), γιατί να μην περάσει ακόμα πιο δύσκολα με το ταλέντο της Λίβερπουλ (Στέρλινγκ);

Το κέντρο υπέφερε φυσιολογικά κι αδυνατούσε να αναχαιτίσει ή να αναπτύξει, η άμυνα δέχθηκε μεγάλη πίεση, η Λίβερπουλ έφτιαχνε και έχανε ευκαιρίες για πλάκα, οι επιθετικοί πήραν την μπάλα στην χάση και στην φέξη. Τι απ’ όλα αυτά είναι παράξενο;

Προφανώς και το ρόστερ του Ολυμπιακού υπολείπεται σε ποιότητα αυτού της Λίβερπουλ, όπως και της πλειοψηφίας των ομάδων της Premier League. Κι όταν υπολείπεσαι σε ποιότητα, το μόνο που μπορεί να σε κρατήσει ανταγωνιστικό απέναντι σε καλύτερους είναι το σχέδιο, η τακτική, η φιλοσοφία. Πότε πρόλαβε να τα αποκτήσει αυτά ο Ολυμπιακός, αφού απαιτούν χρόνο, δουλειά και κυρίως γνώση;

Ναι, ξέρω. Πριν από δύο χρόνια ο Ολυμπιακός έπαιξε εκτός έδρας για το Champions League με την Άρσεναλ και, παρότι ηττήθηκε, στάθηκε μια χαρά, έπαιξε, ήταν ανταγωνιστικός. Όμως, όλα αυτά τα έκανε εκείνος ο Ολυμπιακός, με εκείνο το ρόστερ, με εκείνον τον προπονητή και μετά από έναν χρόνο δουλειάς και χτισίματος φιλοσοφίας.

Δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να αναρωτιέται ποια θα ήταν η εικόνα του αγώνα αν μπορούσαμε να δούμε για 90 λεπτά εκείνον τον Ολυμπιακό να παίζει κόντρα στον τωρινό. Τα τότε “μπορώ” είναι σαφώς ανώτερα από τα τωρινά, άρα το πρίσμα της κριτικής και των απαιτήσεων πολύ διαφορετικό.

Μια μικρή αναδρομή λέει πως ο περσινός Ολυμπιακός του Ζαρντίμ είχε δύο αναμφισβήτητα χαρακτηριστικά. Το πρώτο ήταν η πολύ καλή αμυντική οργάνωση, που του έδωσε το δικαίωμα να σταθεί αξιοπρεπέστατα στα παιχνίδια του Champions League. Το δεύτερο ήταν η έλλειψη επιθετικού σχεδίου που φάνηκε από τον Οκτώβριο πως δεν θα ικανοποιήσει τον απαιτητικό κόσμο και αντικατοπτρίστηκε πλήρως στους αριθμούς, με τους ερυθρόλευκους να πετυχαίνουν πολύ λίγα γκολ στην κανονική ροή του αγώνα και να βασίζονται στις στημένες φάσεις σε υπερβολικό βαθμό για πρωταθλήτρια ομάδα.

Πρώτα ο Νικοπολίδης και μετά ο Μίτσελ ήρθαν για να “λύσουν” το πρόβλημα. Τα εισαγωγικά μπαίνουν γιατί δεν έλυσαν τίποτα, αφού άλλωστε δεν είχαν τον χρόνο που απαιτείται. Το μόνο που έκαναν ήταν να παρατάξουν πιο επιθετικές ενδεκάδες, να δώσουν μεγαλύτερη ελευθερία στην επίθεση. Το αποτέλεσμα ήταν ο Ολυμπιακός να παίξει υποτίθεται καλύτερα, ενώ στην ουσία σκόραρε λιγότερο απ’ όσο με τον Ζαρντίμ, και ταυτόχρονα να απωλέσει το κεκτημένο της καλής αμυντικής λειτουργίας.

Το ζητούμενο του εφετινού καλοκαιριού λοιπόν ήταν να επανακτηθεί η καλή αμυντική λειτουργία και να βελτιωθεί το επιθετικό σχέδιο, να αποκτήσει ο Ολυμπιακός μια νέα ταυτότητα συνολικά. Στο πρώτο κομμάτι ο Μίτσελ ουδέποτε έδειξε πως έχει μεγάλο ενδιαφέρον ή σχετική ικανότητα, ενώ όσον αφορά το δεύτερο δεν πρόλαβε να μας δείξει κάτι ιδιαίτερο πέρυσι. Προφανώς το θέμα είναι το τι θα παρουσιάσει στην αρχή της σεζόν, αλλά μέχρι τότε δεν νομίζω πως δικαιολογείται μεγάλη αισιοδοξία για το μελλοντικό αποτέλεσμα της δουλειάς του.

Παρότι Μίτσελ και Ζαρντίμ δεν μοιάζουν καθόλου, ο Ολυμπιακός δείχνει να βρίσκεται σε κατάσταση που μοιάζει πολύ με την περυσινή. “Τα φιλικά δεν λένε τίποτα, η ομάδα έχει εμπιστοσύνη στον κόουτς” είναι η επίσημη γραμμή, όμως παράλληλα υπάρχει εμφανής δυσαρέσκεια από κόσμο/ΜΜΕ και “κρυφοί” προβληματισμοί από τη διοίκηση.

Το να διώξεις προπονητή μεσούσης της προετοιμασίας με αφορμή την γκρίνια για τα φιλικά “δεν γίνεται” και δεν έχει και ποδοσφαιρική λογική. Το να κρατήσεις κάποιον που δεν σε πείθει 100% είναι πρακτική που έχει τα περυσινά αποτελέσματα, ενός προπονητή που στην πρώτη στραβή θα φύγει και το ξέρουν παίκτες, κόσμος και ΜΜΕ.

Το μαχαίρι είναι δίκοπο και στις δύο περιπτώσεις. Οι τελευταίοι που φταίνε είναι φυσικά οι ίδιοι οι προπονητές. Ο Ζαρντίμ έκανε πολύ αποτελεσματικά αυτό που ήξερε καλύτερα και δεν ευθύνεται για την ασυμβατότητα με τα εγχώρια ερυθρόλευκα “θέλω”, ενώ ο Μίτσελ δεν είναι δα και κανένας κόουτς με τρομερές προπονητικές δάφνες και αποδεδειγμένη ικανότητα που να δικαιολογεί υψηλές απαιτήσεις.

Οι “ερυθρόλευκοι” ήταν αυτοί που αποφάσισαν και να προσλάβουν τον Μίτσελ και να του δώσουν την ομάδα για τη νέα σεζόν. Η δουλειά του θα κριθεί στα επίσημα, αλλά μέχρι τότε μπορούν να κριθούν οι απαιτήσεις απ’ αυτόν. Είναι παράλογες, γιατί όπως ο Ζαρντίμ δεν έφταιγε που έφτιαξε μια ομάδα όπως την ήθελε αυτός, έτσι κι ο Μίτσελ δεν φταίει που δεν πείθει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

24MEDIA NETWORK