H Σταχτοπούτα φορούσε μπλε

Στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 2001, στην ανύπαρκτη ποδοσφαιρική Ελλάδα, κάπου μεταξύ του τίποτε και του πουθενά, ο «χειρότερος προπονητής στην ιστορία της Μπάγερν Μονάχου» κατά τον Franz Beckenbauer, ανέλαβε την εθνική μας ομάδα. Πριν καν γίνει η επίσημη παρουσίαση του Οtto Rehagel, η εθνική ομάδα ταξίδεψε στο Ελσίνκι για την προτελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ 2002.

H Σταχτοπούτα φορούσε μπλε

Στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 2001 , στην ανύπαρκτη ποδοσφαιρική Ελλάδα, κάπου μεταξύ του τίποτε και του πουθενά, ο «χειρότερος προπονητής στην ιστορία της Μπάγερν Μονάχου» κατά τον Franz Beckenbauer, ανέλαβε την εθνική μας ομάδα. Πριν καν γίνει η επίσημη παρουσίαση του Οtto Rehagel, η εθνική ομάδα ταξίδεψε στο Ελσίνκι για την προτελευταία αγωνιστική των προκριματικών του Μουντιάλ 2002.

Ήταν το πρώτο επίσημο παιχνίδι του χαρισματικού coach μετά από χρόνια στον πάγκο μίας ομάδας. Τα πέντε γκολ, η αθυρόστομη προτροπή του Γεωργάτου ( «πείτε του μ….. να πάει να γ……»), τα πρωτοσέλιδα των ελληνικών εφημερίδων ( «Πού πας ρε…χαγκελ?») και η απογοήτευση των Ελλήνων φιλάθλων αποτελούσαν μία τυπική μέρα στο ….σάπιο βασίλειο της παρακμής.

Οι πρώτες του δηλώσεις χαρακτηριστικές της διαφορετικής του συχνότητας : “Πρέπει να γίνει η Εθνική το ίδιο αγαπητή με τους ελληνικούς συλλόγους. Πρέπει να αγαπήσετε το μπλε χρώμα, να τραγουδάτε τον εθνικό ύμνο και να γίνεται πρότυπα για την ελληνική νεολαία»

Αρκετές μέρες αργότερα, η μεταμόρφωση παίρνει διαστάσεις …αποκάλυψης. Στο Μάντσεστερ, απέναντι στους Αγγλους, ο Αγγελος Χαριστέας ανοίγει το λογαριασμό του νωρίς-νωρίς.. Κανείς όμως στο Οld Trafford δεν έχει την διορατικότητα να δώσει σημασία στο όνομα του σκόρερ. Οι Αγγλοι πιέζουν και ισοφαρίζουν. Η Εθνική ξαναπαίρνει το προβάδισμα, αλλά ισοφαρίζεται στο 93. Ο David Beckham κάνει ένα από τα καλύτερα παιχνίδια της καριέρας του και λυτρώνει τους γηπεδούχους στο 93 με απευθείας χτύπημα φάουλ. Είναι η χρονική στιγμή που όλοι στην Αγγλία μιλούσαν για ένα κακό αποτέλεσμα απέναντι σε μία μικρή ομάδα, προϊόν του υπέρμετρου άγχους, ενώ στην Ελλάδα πανηγυρίζαμε για μία τεράστια επιτυχία. Τρία χρόνια αργότερα, η συγκεκριμένη ισοπαλία κολακεύει περισσότερο τους Αγγλους.

Η ανάβαση για τον Όλυμπο ξεκινάει με τον ίδιο διαιτητή που το τελικό του σφύριγμα μας έβρισκε πρωταθλητές Ευρώπης. Ο Γερμανός Marcus Merck παρατηρούσε την εθνική μας να χάνει εύκολα με 2-0 από τους φουριόζους Ισπανούς στην πρεμιέρα των προκριματικών του Εuro 2004. Ένα μήνα αργότερα, δεύτερη ήττα με το ίδιο σκορ από τους Ουκρανούς στο Κίεβο. « Είμαστε καφενείο…» εκμυστηρεύεται υψηλόβαθμο στέλεχος της ΕΠΟ.

Η μαγική συνταγή του Dr.Otto σερβίρεται στο καφενείο που αρχίζει να μοιράζει θαύματα με πίστωση. Για 14 αγώνες η εθνική παραμένει αήττητη και σφραγίζει τα εισιτήρια της για την Πορτογαλία, τερματίζοντας πρώτη στον όμιλο. Ακολουθούν τα διδακτικά φιλικά με Ολλανδία (0-4) και Πολωνία (0-1) που μας μεταδίδουν το αίσθημα του μέτρου και μία χαλαρωτική παρένθεση απέναντι στο Λιχτεστάιν πριν προσαράξουμε στην Πορτογαλία.

Φυλακισμένοι επί χρόνια στο κελί της ποδοσφαιρικής απομόνωσης, με μηδέν ηθικό και ανύπαρκτη πίστη στις δυνατότητες μας, με την συμμετοχή των φιλάθλων διστακτική και τα σχόλια των εφημερίδων να εκλιπαρούν για αξιοπρεπείς εμφανίσεις και αποφυγή διασυρμών, προσεγγίζουμε το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα.

Παρόλο που είχαμε δει την ομάδα μας, την είχαμε στολίσει με περισσότερη αμφισβήτηση παρά εμπιστοσύνη, αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά τα βαθιά μεσάνυχτα του Τύπου σχετικά με το ποδόσφαιρο. Χωρίς νίκη σε διοργάνωση διεθνούς βεληνεκούς με απολογισμό μίας ισοπαλίας και πέντε ηττών σε έξι αγώνες. Με ένα μόνο τέρμα υπέρ και 14 κατά. Με απαγορευμένο το δικαίωμα να ονειρευτούμε. Η στατιστική αλήθεια υψώθηκε μπροστά μας σαν απροσπέλαστο τοίχος. Καμιά νίκη, 1-14 γκολ. Αν κάποιος έψαχνε για συνώνυμο του Outsider, το βρήκε.

Και ξάφνου, το outsider ερωτεύτηκε το παραμύθι της Σταχτοπούτας . Αποφάσισε, λοιπόν με ιδρώτα και πρόγραμμα να πάει στο χορό της 4ης Ιουλίου. Χωρίς πρόσκληση, με όλα τα προγνωστικά εναντίον του με μοναδικούς σύμμαχους την σιδερένια θέληση και ένα τευτονικό σχέδιο μάχης: Το “μοντέρνο είναι αυτό που κερδίζει” Ottonaccio.

Ο συγκεκριμένος τρόπος παιχνιδιού είναι ύμνος στον ορθολογισμό, στην οργάνωση και στην απλότητα. Η Ελλάδα δεν είναι μία αμυντική ομάδα, όπως γράφτηκε κατά κόρον, είναι μία Ομάδα που αμύνεται σε βαθμό τελειότητας. Είναι μία Ομάδα που εξαντλεί τα περιθώρια λάθους της και αγωνίζεται με συγκεκριμένο πλάνο. Είναι η Ομάδα που στην πρώτη φάση σκόραρε 4 φορές, όλες με σουτ, και στην δεύτερη φάση 3 φορές, όλες με το κεφάλι. Είναι η ομάδα που κέρδισε 2 φορές τους οικοδεσπότες, 1 φορά τους κατόχους του τροπαίου και 1 φορά την πιο φορμαρισμένη ομάδα του θεσμού. Είναι μία Ομάδα που έδειχνε να εκπέμπει ενέργεια ακόμα και στις κρισιμότερε στιγμές και είναι η Ομάδα που «έσκισε το βιβλίο των στατιστικών.»

Η Εθνική μας απέδειξε την δύναμη της οργάνωσης και των δυνατοτήτων μας. Απέδειξε ότι το πρόβλημα των περισσοτέρων ομάδων δεν είναι η τακτική, αλλά η εκτέλεση της. Απέδειξε ότι στις συγκεκριμένες διοργανώσεις δεν μετράει η διαχρονική ανωτερότητα, αλλά ο σωστός χρόνος που η ομάδα θα φορμαριστεί και η ικανότητά να διατηρήσει την φόρμα της.

Ένα από τα πολλά μαθήματα που πρόσφερε η εκθαμβωτική πορεία του ελληνικού συγκροτήματος είναι ότι στο ποδόσφαιρο το σύνολο μπορεί να είναι ανώτερο από το άθροισμα όλων των μονάδων. Η ελληνική ομάδα δεν είχε τις καλύτερες μονάδες, αλλά είχε το αποτελεσματικότερο σύνολο και την θέληση να μείνει προσηλωμένη σε ένα ιδιοφυές σχέδιο.

Στην εποχή που ο μεγάλος ζει καταβροχθίζοντας τους μικρότερους, η ελληνική ομάδα ξεπρόβαλλε από το πουθενά. Η απόλυτη ταύτιση με το ρομαντικό αουτσάιντερ το οποίο αντιπροσωπεύει την ελπίδα και το όνειρο ήταν αυταπόδεικτη για εμάς, αλλά παρέσυρε εκατομμύρια ψυχές να ονειρευτούν μαζί μας. Η αυθόρμητη βοή στα γκολ ένωσε τους Έλληνες σε όλες τις πλευρές της γης με ένα μοναδικό και αξέχαστο τρόπο.

Στο δικό μας παραμύθι, η Σταχτοπούτα φορούσε μπλε. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.


24MEDIA NETWORK