ΣΤΗΛΕΣ

Η Μπαρτσελόνα που φεύγει και αυτή που έρχεται

Ο Θέμης Καίσαρης γράφει 1403 λέξεις για τη Μπαρτσελόνα. Για αυτή που φεύγει και αυτή που έρχεται. Το παρελθόν, το αντίδοτο, τη μόδα, τη συνταγή, τις ομοιότητες της νέας βασίλισσας Μπάγερν και άλλα πολλά. Σε ένα χορταστικό κείμενο για τους πρωταθλητές Ισπανίας.

Η Μπαρτσελόνα που φεύγει και αυτή που έρχεται

Στην επαύριο των ημιτελικών του Champions League, από τα πρώτα κιόλας ματς, ξεκίνησαν οι συζητήσεις, κυρίως σε τρία μέτωπα: το τέλος της κυριαρχίας της Μπαρτσελόνα, το τέλος της τριετίας του Μουρίνιο στη Ρεάλ και η αυγή της γερμανικής υπεροχής.

Το τελευταίο μπορεί να προκάλεσε έκπληξη με τον εμφατικό τρόπο που ήρθε, αλλά μόνο απρόσμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Οι Γερμανοί δουλεύουν με βάση ένα σχέδιο που εκπονήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αυτό που ζούμε τώρα είναι απλώς η ωρίμανσή του, ίσως ούτε καν η ακμή του.

Για τον Μουρίνιο και την τριετία του στην Μαδρίτη τα είπαμε σε προηγούμενο κείμενο, οπότε αυτό που μένει είναι μια συζήτηση για την Μπαρτσελόνα, που την είχα άλλωστε υποσχεθεί. Αυτά που ήθελα να δούμε δεν αφορούν το τις πταίει και την επόμενη μέρα, αλλά κάποια πράγματα που διαβάζω κι ακούω σχετικά με τους Καταλανούς.

Το πρώτο εξ αυτών είναι πως βρέθηκε το αντίδοτο στην Μπαρτσελόνα και πως το ποδόσφαιρο της ανήκει πια στο παρελθόν ως μόδα και συνταγή.

Αντίδοτο

Το να μιλάει κανείς για αντίδοτο είναι υπερβολικό και ανεδαφικό. Κυρίως γιατί κανείς δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει στα ίσια την Μπαρτσελόνα στην ακμή της, παρά μόνο να της “κλέψει” προκρίσεις. Όσο οι Καταλανοί βρίσκονταν σε υψηλό επίπεδο, καμία ομάδα δεν τους αντιμετώπισε με το ποδοσφαιρικό της στιλ και βγήκε νικήτρια. Όλες άλλαξαν για να την κοντράρουν, όλες προσαρμόστηκαν. “Αντίδοτο” δεν μπορεί να αποτελεί το τακτικό σχέδιο μιας βραδιάς, αλλά μια ομάδα που θα διατηρήσει τη φιλοσοφία της και θα βγει νικήτρια.

Στα χρόνια της κυριαρχίας τους, οι Καταλανοί σκόρπισαν τρόπο και φόβο κι έγιναν η πρώτη σύγχρονη ομάδα που χαρακτηρίστηκε όχι μόνο κορυφαία, αλλά και ως “σχεδόν αήττητη”. Όχι γιατί δεν γινόταν να χάσει, αφού κάτι τέτοιο είναι τελείως αντίθετο στην φύση του ποδοσφαίρου που “επιτρέπει τα πάντα”, αλλά γιατί κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά πως θα παίξει εναντίον της και θα είναι καλύτερος.

Παρελθόν

Ακόμα κι η κουβέντα περί ποδοσφαίρου που ανήκει στο παρελθόν δεν έχει βάση. Η νέα βασίλισσα μπορεί να είναι η Μπάγερν (είτε σηκώσει το τρόπαιο, είτε όχι), αλλά οι ομοιότητές της με την Μπαρτσελόνα είναι περισσότερες από τις διαφορές. Μπορεί στους ημιτελικούς να άλλαξε λίγο για να κοντράρει τους Καταλανούς, όμως και η Μπάγερν στηρίζεται σε παιχνίδι μεγάλης κατοχής, υψηλό ποσοστό στις πάσες και πίεση πολύ ψηλά στο γήπεδο, στοιχεία σαφώς κοινά με την Μπαρτσελόνα.

Όπως έγραψε κι ο Τζόναθαν Γουϊλσον στο site του Guardian, στα πέντε μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης, μόνο η Μπαρτσελόνα έχει μεγαλύτερο ποσοστό κατοχής και ευστοχίας στις πάσες από την Μπάγερν, που έχει 67% κατοχή και 87% στις πάσες. Προφανώς και οι Βαυαροί δεν έχουν την “εμμονή” του τίκι-τάκα, όμως οι κολώνες της δικής τους φιλοσοφίας είναι ίδιες, προφανώς επηρεασμένες από το πέρασμα του Φαν Χαάλ.

Κι όπως συμπλήρωσε ο Γουϊλσον, “η Μπάγερν έχει μάλλον πιο άμεσο τρόπο παιχνιδιού κι είναι πιο δυνατή σωματικά, όμως υπάρχει λόγος που φέρνουν τον Γουαρδιόλα από τη νέα σεζόν. Η εποχή του Σύγχρονου Ολοκληρωτικού Ποδοσφαίρου συνεχίζεται, απλώς το κέντρο μεταφέρεται από την Βαρκελώνη στο Μόναχο.”

Φιλοσοφία

Αυτό που επίσης διάβασα πολύ αυτές τις μέρες κι ήρθε σε πολλά σχόλια στο live chat που είχαμε κάνει μετά τη συντριβή στο Μόναχο είναι πως “η Μπαρτσελόνα πρέπει πλέον να αλλάξει φιλοσοφία”. Όποιος λέει κάτι τέτοιο δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση που δεν είναι οπαδός της Μπαρτσελόνα ή δεν γνωρίζει και πολλά για τους Καταλανούς. Κι αν είναι οπαδός της Μπάρτσα και παρόλα αυτά εξακολουθεί να μιλάει για αλλαγή φιλοσοφίας, τότε ίσως οφείλει να ασχοληθεί λίγο περισσότερο με την ιστορία της ομάδας που υποστηρίζει/συμπαθεί.

Η Μπαρτσελόνα δεν πρόκειται να αλλάξει φιλοσοφία. Γιατί δεν το έχει κάνει ποτέ, εδώ και δεκαετίες. Η μοίρα της κι ο χαρακτήρας της σφραγίστηκαν αιώνια την δεκαετία του 1970, όταν πρώτα ήρθε στην Καταλονία ο Ρίνους Μίχελς, ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με την επανάσταση του Ολοκληρωτικού Ποδοσφαίρου, και λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησε ο Κρόιφ, ο απόλυτος εκπρόσωπός του στο χορτάρι. Η Μπαρτσελόνα ούτως ή άλλως δεν ήταν ποτέ ομάδα της νίκης και των τίτλων.

Γιόχαν

Όταν υποδέχθηκε τον Κρόιφ το καλοκαίρι του 1971, είχε 14 χρόνια να πάρει πρωτάθλημα, τεράστιο διάστημα για μια χώρα όπου δύο ομάδες έχουν πάρει το 65% των τίτλων. Εκτός Ισπανίας είχε μόνο τις τρεις επιτυχίες στο Κύπελλο Εκθέσεων, την ώρα που η Ρεάλ όχι μόνο είχε πάρει 13 από τα τελευταία 20 πρωταθλήματα Ισπανίας, αλλά είχε και έξι Κύπελλα Πρωταθλητριών.

Και φυσικά η παρουσία του Κρόιφ δεν έφτιαξε κάποια δυναστεία στην Βαρκελώνη, παρότι ίσως πολλοί πιστεύουν πως κάτι τέτοιο συνέβη. Ο Ολλανδός πήρε μόνο ένα πρωτάθλημα κι ένα κύπελλο, αλλά το βασικό ήταν πως άλλαξε την Μπαρτσελόνα για πάντα, αφού έκτοτε θεμελιώθηκαν οι αρχές που δεν άλλαξαν σχεδόν ποτέ μέχρι σήμερα.

Επιθετικό ποδόσφαιρο, ολλανδική σχολή, κάτι σαν κρατίδιο των οράνιε μέσα στην Ισπανία, μια διαρκής προσπάθεια όχι για νίκες και τίτλους, αλλά για θέαμα και στιλ, μια αέναη αναζήτηση του “πως”, όχι του “τι”. Ένας σύλλογος που δεν καταδέχθηκε ποτέ να αλλάξει για να νικήσει, γι’αυτό και συχνά τον έπιαναν “κορόιδο”. Ένα κλαμπ που για χρόνια είχε ως στόχο πάνω απ’όλα την ικανοποίηση του κοινού του Καμπ Νου, που συνέρρεε για να δει θέαμα κι όχι τίτλους, και μετά το να καταφέρει κάποια στιγμή να φτιάξει μια ομάδα που θα κάνει πραγματικότητα στο χορτάρι το όραμα των Ολλανδών, που ήταν πλέον καταλανικό.

Τίτλοι

Η φιλοσοφία δεν άλλαξε ποτέ και φυσικά αυτό καθρεφτίστηκε στο χορτάρι. Η Μπαρτσελόνα έμενε μακριά από τους τίτλους και τους κατακτούσε μόνο όταν ήταν πραγματικά πολύ καλή. Δεν ήξερε τον τρόπο των “υπερβάσεων” και μάλλον δεν την ένοιαζε και πολύ. Καθόλου τυχαία, έπρεπε να υποδεχθεί ξανά τον Κρόιφ, αυτήν τη φορά ως προπονητή, για να ζήσει το δικό της όνειρο. Ομάδα που χαρακτηρίστηκε “Dream Team”, τέσσερα συνεχόμενα πρωταθλήματα, αλλά, το κυριότερο, ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών, επιτέλους. Καθόλου τυχαία, φορούσαν πορτοκαλί στον τελικό.

Κι όταν η μεγάλη κούπα ήρθε το 1992, η Μπάρτσα είχε μείνει τόσο πίσω, που πριν απ’αυτήν είχαν έστω μια κατάκτηση σύλλογοι όπως η Πόρτο, η Νότιγχαμ Φόρεστ, η Άστον Βίλα, το Αμβούργο, η Αϊντχόφεν, η Φέγενορντ, ο Ερυθρός Αστέρας, η Στεάουα. Και με κλασικό καταλανικό τρόπο, όταν η Μπάρτσα επέστρεψε στον τελικό το 1994, όχι μόνο έχασε την κούπα από τη Μίλαν και την τακτική του Καπέλο, αλλά συνετρίβη με τρόπο που δεν έχουμε δει ποτέ να συμβαίνει σε φαβορί του τελικού. Όπως και τώρα, που όχι μόνο αποκλείστηκε από την Μπάγερν, αλλά ισοπεδώθηκε. Γιατί δεν ξέρει να αλλάζει, δεν γνωρίζει το να προσαρμόζεσαι και να φυλάγεσαι, και γιατί πάνω απ’όλα, δεν θέλει.

Ατάκες

Δεν την έκαναν οι τίτλοι την Μπαρτσελόνα, την έκανε η πίστη στην φιλοσοφία της, αφού φρόντιζε πάντα να δίνει στο κοινό της αυτό που είχαν “συμφωνήσει”. Επίθεση, θέαμα, γκολ, στιλ, αναζήτηση του “τέλειου”, προσπάθεια για υπεροχή κι όχι επικράτηση, είτε με τον Φαν Χαάλ, είτε με τον Ράικαρντ, είτε με τον Ρόμπσον ή τον Βέναμπλς. Η τελευταία οδηγία του Κρόιφ στον Γουαρδιόλα και τους υπόλοιπους, πριν μπουν στο Γουέμπλεϊ το 1992 για να πάρουν το πρώτο Πρωταθλητριών, ήταν “μπείτε μέσα και χαρείτε το”.

Δεκαεπτά χρόνια αργότερα ήμουν στον τελικό της Ρώμης, όταν η ομάδα του Πεπ, ξεκινούσε τη δική της χρυσή εποχή. Θυμάμαι τα πάντα από εκείνο το ματς, όμως πάνω απ’όλα μια ατάκα του Γουαρδιόλα από το match programm του τελικού: “Χάσουμε-κερδίσουμε, θέλω να δείξουμε στον κόσμο ποιοι είμαστε και σε τι ποδόσφαιρο πιστεύουμε”. Είναι το “πως”, όχι το “τι”. Ήταν, είναι και θα είναι.

Αλλαγή

Έτσι, το καλοκαίρι θα συζητήσουμε για μεταγγραφική ενίσχυση, για ξεκούραση παικτών ξεζουμισμένων, για την ανάγκη να έρθουν παίκτες εκτός Μασία που θα κάνουν πραγματικά τη διαφορά και δεν θα είναι συμπληρώματα, ακόμα και για μικροαλλαγές στην τακτική, όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για αλλαγή φιλοσοφίας. Αυτή είναι η Μπαρτσελόνα, με ή χωρίς παίκτες από τις ακαδημίες, με ή χωρίς τίκι-τάκα. Κι αν δεν ήταν, ίσως να είχε περισσότερους τίτλους, αλλά σίγουρα δεν θα είχε φτάσει ποτέ να παρουσιάσει την ομάδα των τελευταίων χρόνων. Πλήρωσε το τίμημα, ανταμείφθηκε με μεγαλείο, ανώτερο κι από τους ίδιους τους τίτλους.

Κατά καιρούς οι απ’έξω έχουν μιλήσει για ομάδα λούζερ, μικρή φανέλα, ηττοπάθεια, ακόμα και για κόμπλεξ, αφέλεια, αλαζονεία, και άλλα τέτοια. Μπορεί όλα αυτά να μοιάζουν σωστά στους κρίνοντες, όμως το λάθος ξεκινάει απ’το γεγονός πως βλέπουν την Μπαρτσελόνα με τα ίδια μάτια που κρίνουν και τις άλλες ομάδες. Το ίδιο λάθος γίνεται και τώρα, με την κουβέντα για αλλαγή.

Η Μπαρτσελόνα δεν θα αλλάξει, χάνει-κερδίζει. Κι όποιος ανέβηκε τα τελευταία χρόνια στο τραίνο της με μόνο δέλεαρ τις νίκες και τις κούπες, είναι καιρός να κατέβει. Ή να καταλάβει που ανέβηκε.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ