Η... ελληνικότητα του ελληνικού μπάσκετ

Η... ελληνικότητα του ελληνικού μπάσκετ
Αλήθεια, πόσοι έλληνες φίλαθλοι (όχι μόνο του μπάσκετ) γνωρίζουν ότι ο Πέτζα Στογιάκοβιτς, ένας από τους μεγαλύτερους και πλέον προβεβλημένους αστέρες του αθλήματός μας παγκοσμίως, μίλησε ελληνικά σε ένα τηλεοπτικό σπότ που γυρίστηκε από το ΝΒΑ και χρησιμοποιείται στην παγκόσμια προβολή του πρωταθλήματος αυτού; Πόσοι γνωρίζουν ότι αυτός ο αστέρας έχει επιστρέψει εδώ και δύο-τρεις εβδομάδες (μετά από μία πολύ κουραστική χρονιά στο ΝΒΑ) από την Αμερική και δεν έχει επισκεφθεί ακόμη την πατρίδα του (την χώρα στην οποία γεννήθηκε) αλλά προτιμάει να παραμένει στην Ελλάδα μας; Και για ποιον λόγο λέτε να προτίμησε αυτός ο πάμπλουτος και εξαιρετικά διάσημος αστέρας να υπηρετήσει την «μαμά πατρίδα» στον Ελληνικό Στρατό ενώ θα μπορούσε πολύ εύκολα να το αποφύγει απλώς παραδίδοντας το (άχρηστο σε αυτόν πλέον) ελληνικό του διαβατήριο; Μήπως απλώς και μόνο για να μην αντιμετωπίζει προβλήματα με την είσοδό του στη χώρα μας όταν θέλει να επισκεφθεί το σπίτι που έχει αγοράσει στην Θεσσαλονίκη; Αλήθεια, γνωρίζετε καμία άλλη προσωπικότητα παγκοσμίου φήμης που να διατηρεί σπίτι σε αυτή την πανέμορφη πόλη της χώρας μας;

Αφορμή για αυτό το σημείωμα αποτέλεσε η υπέροχη συνέντευξη του Πέτζα που δημοσιεύθηκε στον «Φίλαθλο». Στο ερώτημα λοιπόν, «Γιατί αποφάσισες να πας φαντάρος στην Ελλάδα;» ο Πέτζα απαντάει: "Κάθε Έλληνας άνδρας θέλει να υπηρετήσει (η υπογράμμιση δικιά μας) ...... Ηταν κάτι που έπρεπε να γίνει". Έτσι ακριβώς.

Αλήθεια, πόσοι από τους «συνέλληνες» διάσημους, επώνυμους, κ.λ.π., (π.χ. αθλητές, «καλλιτέχνες» όλων των ειδών, δημοσιογράφοι) θα απαντούσαν έτσι, αφού πρώτα θα είχαν παρουσιαστεί χωρίς κανένα πρόβλημα, καμία καθυστέρηση και καμία προσπάθεια να παρακάμψουν αυτή την υποχρέωσή τους, στο κέντρο εκπαίδευσης για να υπηρετήσουν την θητεία τους; Η αναδρομή στο πρόσφατο μόνο παρελθόν μας δίνει την απάντηση: μάλλον δύσκολα θα βρίσκαμε κάποιον, έστω και αν αυτοί δεν έχουν ούτε το 1/ 100 της λάμψης και της αναγνωρισιμότητας του Πέτζα (και αφήνοντας απ’ έξω το ότι αυτοί έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα οπότε, σύμφωνα με την άποψη αρκετών, έχουν την ευγενή «ελληνικότητα» να κυλάει στο αίμα τους). Όσο για το αν «ήταν επιλογή σου να μιλήσεις στα ελληνικά σε ένα σποτ που κάνατε στο ΝΒΑ κατά της βίας;», ο Πέτζα (ένας από τους καλύτερους και πιο διάσημους παίκτες μπάσκετ αυτή τη στιγμή παγκοσμίως, για να μην ξεχνιόμαστε) απαντάει: "Στο ΝΒΑ μόνο εγώ και ο Τσακαλίδης είμαστε που εκπροσωπούμε την Ελλάδα. Γι' αυτό έγινε".

Αλήθεια πια η αντίδραση όλων αυτών που (με ιδιαίτερο σθένος και μαχητικότητα) πάλεψαν για να αποκλείσουν τον Στογιάκοβιτς από το να εκπροσωπήσει μπασκετικά την Ελλάδα; Αισθάνονται ικανοποιημένοι που, για μία ακόμη φορά διατήρησαν την «καθαρότητα» του ελληνικού μπάσκετ; Και, προφανώς ακολουθώντας τα τόσα επιτυχημένα παραδείγματα διατήρησης της «ελληνικότητας» του αθλήματος, θα πρέπει όλοι μαζί να ενώσουμε τις φωνές και τις δυνάμεις μας για να εκπροσωπούν την χώρα μας μόνο όσοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα και κανένας άλλος; (έστω και αν αυτοί οι «άλλοι» ζούνε από 10 - 15 χρονών παιδιά στη χώρα μας, έχουν λάβει την – επίσημη ή ανεπίσημη – ελληνική παιδεία, έχουν αναπτύξει την προσωπικότητά τους και την προσωπική και οικογενειακή τους ζωή στην ελληνική κοινωνία σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα, έχουν ολοκληρωθεί ως παίκτες στο ελληνικό αθλητικό σύστημα και, πάνω απ’ όλα, ΓΟΥΣΤΑΡΟΥΝ ΝΑ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣΗΜΟ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ) Αλήθεια ποιος θα στεναχωριόταν αν ένας παγκοσμίως αποδεκτός μπασκετμπολίστας (έστω και –ιτς…) μεγαλουργούσε με την ελληνική γαλανόλευκη φανέλα στα πέρατα της οικουμένης και σε κάθε παρουσία του (από τις εκατοντάδες μέχρι σήμερα) στα αμερικάνικα ΜΜΕ αναφερόταν ως “Peja Stojakovic from Thesaloniki, Greece”;

Δεν νομίζουμε ότι πρέπει να αναλύσουμε το πόσα ευρωπαϊκά, παγκόσμια και ολυμπιακά μετάλλια θα πανηγυρίζαμε με τον Πέτζα τόσα χρόνια να παίζει για την Ελλάδα. Μπορεί και να μην παίρναμε ούτε ένα παραπάνω απ’ αυτά που πήραμε … Το θέμα δεν είναι αυτό. Το σημαντικό ερώτημα είναι: «έχει αναλογιστεί κανείς από όλους αυτούς τους φωστήρες (όχι μόνο της ομοσπονδίας…) που κυβερνάνε (πάνω κάτω οι ίδιοι) τις τελευταίες τρεις δεκαετίες το καράβι του ελληνικού μπάσκετ και οι οποίοι απέκλεισαν τον Στογιάκοβιτς από την Εθνική ομάδα, πόση προβολή και πόσους νέους παίκτες, φιλάθλους, χρηματοδότες, κ.λ.π. έχασε το άθλημα στην Ελλάδα από την μη αποδοχή της «ελληνικότητας» του Πέτζα και την συνακόλουθη απαγόρευση να εκπροσωπεί αθλητικά την χώρα μας;» Η επιδερμική και μόνο ανάλυση της παραπάνω ερώτησης μόνο θλίψη μπορεί να προκαλέσει. Γιατί μην μου πείτε ότι αν ο Πέτζα (ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του ΝΒΑ) έρχονταν κάθε καλοκαίρι και έπαιζε για την Ελλάδα με την Εθνική μας ομάδα τα ελληνικά ΜΜΕ (και όχι μόνο τα αθλητικά …) δεν θα «έπεφταν» πάνω του για συνεντεύξεις, «αποκαλύψεις από τον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ», κ.λ.π. Και μην μου πείτε ότι η ελληνική κοινωνία (και ιδιαίτερα η νεολαία) θα έβλεπε με τον ίδιο τρόπο το άθλημά μας αν ένας παγκόσμιος αστέρας της πορτοκαλί μπάλας ήταν Έλληνας (και με την βούλα και την πολύπλευρη υποστήριξη όλων των αρχών και των παραγόντων του αθλήματος).

Αλλά τώρα θα μου πείτε (και θα έχετε απόλυτο δίκαιο), που τον θυμήθηκες τον Πέτζα και ασχολείσαι μαζί του; Εδώ ο Τσακαλίδης (που, όπως και ο Στογιάκοβιτς, ήρθε σε προεφηβική ηλικία στη χώρα μας και, κυριολεκτικά, ανδρώθηκε εδώ) ο οποίος είναι επίσης ένας παγκοσμίου φήμης παίκτης και παίζει για την Εθνική μας ομάδα εκπροσωπώντας διεθνώς την χώρα μας, και τον «σταυρώνουμε» (την ίδια στιγμή που αγωνίζεται «με το εθνόσημο στο στήθος») γιατί δεν δείχνει, κατά την προσωπική μας πάντα γνώμη, τον απαραίτητο ζήλο και διάθεση να προσφέρει στην «εθνική υπόθεση», και εσύ ασχολείσαι με τον Στογιάκοβιτς; Για να θυμίσω, ο Τζέικ μέχρι και ως αγνώμων και αχάριστος έχει κατηγορηθεί γιατί «εμείς» (όλοι μαζί ρε παιδιά; σιγά μην σπρώχνεστε…) οι Έλληνες τον πήραμε από τις «στέπες της Ρωσίας» (όπου προφανώς ζούσε ως «θηρίο»), «τον κάναμε άνθρωπο» (επειδή του φτιάξαμε τα δόντια !!! έτσι ακριβώς … μάλλον θα είχαν χαλάσει από τα πολλά κόκαλα βίσονα που μασούσε και το ρωσικό σύστημα υγείας δεν μπορούσε να τον θεραπεύσει) και αυτός, αντί να μας είναι υπόχρεος σε όλη του την ζωή και να παίζει στις ελληνικές (επαγγελματικές) ομάδες τζάμπα (ή με όσα λεφτά κρίνουν οι επιχειρηματίες ιδιοκτήτες τους) και στην Εθνική ομάδα όποτε και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες τον καλούμε, αυτός μας την έκανε και πήγε να παίξει στο ΝΒΑ (επειδή του το ζήτησε το καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου).

Να θυμίσω επίσης ότι είχε δημιουργηθεί μεγάλο ζήτημα για το ορθό ή όχι της συμμετοχής του Τζέικ στην Εθνική μας. Όμως, φαίνεται ότι, τα όποια ερωτήματα σχετικά με την «ελληνικότητα» του Τσακαλίδη εύκολα ξεπεράστηκαν από την διαχρονική ανάγκη της Εθνικής ομάδας για ψηλά κορμιά (όπως ακριβώς έγινε και στις παλαιότερες αντίστοιχες περιπτώσεις του – δευτεραθλητή Ευρώπης το 1989 - Ντέιβιντ Νέλσον/ Στεργάκου και του – κατά δήλωσή του - Τζώρτζ Παπαδάκου).

Και τελικά, πιο είναι το νόημα αυτού του σημειώματος; Να κριτικάρουμε εκ του ασφαλούς τις αρχές του αθλήματος στη χώρα μας (όποιες και αν είναι αυτές - υπουργείο, ομοσπονδία, επαγγελματικοί και ερασιτεχνικοί σύλλογοι, παίκτες, δημοσιογράφοι, φίλαθλοι, κ.λ.π.) και να διασκεδάσουμε με τα χάλια μας; Σίγουρα όχι. Η πρόθεσή μας είναι να «ταρακουνήσουμε» λίγο τις αρχές αυτές (με άλλα λόγια, όλους αυτούς που πανηγύριζαν όταν οι έφηβοι – δηλαδή 18χρονοι νέοι, προφανώς παρακινούμενοι από κάποιους – παγκόσμιοι πρωταθλητές το 1995 τραγουδούσαν στα αποδυτήρια «που‘νε οι Γιούγκοι» και που, αργότερα, ουδάλως προβληματίστηκαν όταν η εν λόγω ομάδα χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη «χαμένη γενιά» του ελληνικού μπάσκετ) και να τις βοηθήσουμε να δούνε την πραγματικότητα όπως αυτή πραγματικά είναι. Και η πραγματικότητα μας δείχνει ότι δεν μπορούμε πλέον να λέμε ότι το ελληνικό μπάσκετ το εκπροσωπούν μόνο όσοι αθλητές γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα και έχουν «ελληνοπρεπές» όνομα.

Δεν μπορούμε πλέον να σηκώνουμε τείχη γύρω από το «Ελληνικό μπάσκετ» και να καλούμε τους έλληνες στις επάλξεις για να το υπερασπιστούμε. Ίσως αυτό να ήταν το φυσιολογικό και το πρέπον σε εποχές όπου οι κοινωνίες ήταν κλειστές και περιχαρακωμένες και όπου δεν υπήρχε η σημερινή κατάσταση με τα ανοιχτά σύνορα και την κινητικότητα ανθρώπων από χώρα σε χώρα στην αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Και σίγουρα, εμείς οι Έλληνες (με την εργατικότητα, την εξυπνάδα, την πονηριά μας και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της φυλής μας) δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε από αυτά τα νέα δεδομένα αφού ο Ελληνικός πολιτισμός (μέρος του οποίου είναι και ο αθλητισμός και, επομένως, και το μπάσκετ) είναι ο ισχυρότερος σύμμαχός μας ο οποίος, με την εξωστρέφεια, την πληρότητα και τον δυναμισμό του, αφομοιώνει τα θεωρούμενα ως «αλλότρια» στοιχεία, τα κάνει κτήμα του και, έτσι, γίνεται διαρκώς «καλύτερος». Επομένως, κύριοι, αφήστε τα κενά περιεχομένου κηρύγματα περί «ελληνικού μπάσκετ» και ανοίξτε την αγκαλιά του αθλήματος σε όσους ΓΟΥΣΤΑΡΟΥΝ ΝΑ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΙΖΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Έτσι θα είναι καλύτερα για όλους μας.

Αριστοτέλης Αλεξόπουλος

24MEDIA NETWORK